Αριθμός 841/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον …... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Καρούζου και Στυλιανής Μαχαίρα, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Π. Τ. του Θ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Μυλωνά και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν η 110/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 206/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-9-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Mε την από 3.9.2020 και αριθ. εκθ. κατάθ. 49/9.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 206/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Νόμου 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας: α) των μελών της Διοικήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΑΚ, της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΑΚ, Συνδικαλιστικής Διοικήσεως που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 το ΑΚ και γ) των μελών της Διοικήσεως που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά την λήξη της, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ` αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που, περιοριστικώς, αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 του Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της : α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοικήσεως νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεώς του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοικήσεως υπό ίδρυση σωματείου. γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχολήσεως του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς την συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυομένου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στο νόμιμο εκπρόσωπό του, δηλαδή από εκείνον που έχει ορισθεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει ορισθεί κατά τους κανόνες της προστήσεως για να το εκπροσωπεί στον τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα προσλήψεως και απολύσεως του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του (ΑΠ 84/2010). Πάντως, ο μισθωτός - συνδικαλιστικό στέλεχος - δεν παύει, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, να υπόκειται σε όλες τις υποχρεώσεις του μισθωτού (άρθρα 648 και 652 του ΑΚ). Οι σχετικές διατάξεις δε προστατευτικές του μισθωτού - συνδικαλιστικού στελέχους - έχουν τεθεί προς διαφύλαξή του, όταν, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη και οξύνονται οι σχέσεις τους. Έτσι, η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη μισθών υπερημερίας και πραγματική απασχόλησή του, μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική (άρθρο 281 του Α.Κ.), εάν η συμπεριφορά του εξέρχεται από τα όρια της παραπάνω (γνήσιας) συνδικαλιστικής δράσεως και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεών του, ώστε να δημιουργείται αναταραχή στον εργασιακό χώρο και κλίμα κλονισμού της εμπιστοσύνης του εργοδότη, χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (εργοδότη), προς το πρόσωπό του. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος είναι έργο των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση του ακύρως απολυθέντος μισθωτού - συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 182/2019, 424/2016, 443/2016, 84/2010, 364/2007, 1102/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 725/2020, 258/2019, 681/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θράκης και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων, κρίση του, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Η ενάγουσα- εφεσίβλητη προσελήφθη την 28.12.1992, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τη ... (...), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της, ως υπάλληλος γραφείου στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εταιρείας στη ..., εργαζόμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, οκτώ ώρες την ημέρα και δη από τις 7.00 έως τις 15.00. Στις 17.3.2010 η αρχική εργοδότρια ... Α.Ε. συγχωνεύτηκε με την εταιρεία "..." (εναγόμενη- εκκαλούσα) με σύσταση νέας εταιρείας κατ' άρθρο 68 ν. 2190/1920, δυνάμει της υπ' αρ. ... διορθωτικής πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμόν ... πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου. Η συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν Κ2- 1764/12.3.2010 απόφαση της Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο Μ.Α.Ε. μαζί με τις παραπάνω πράξεις στις 17..3.2010 (βλ.....). Η νέα εταιρεία υπεισήλθε στη θέση της απορροφώμενης εταιρείας ως προς τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της τελευταίας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως και υποχρεούτο να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, Κανονισμό ή ατομική σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα- εφεσίβλητη ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, στα πλαίσια της επιχείρησης, και ειδικότερα από το έτος 2006 εκλεγόταν ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του πρωτοβάθμιου επιχειρησιακού επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "...", που συστήθηκε από εργαζομένους στην επιχείρηση της εναγόμενης- εκκαλούσας εργοδότριας εταιρείας. Στις αρχαιρεσίες για την ανάδειξη μελών της διοίκησης του ανωτέρω σωματείου, που διεξήχθησαν στις 11 και 12.6.2015, η ενάγουσα- εφεσίβλητη εξελέγη ως πέμπτο τακτικό μέλος του εννεαμελούς διοικητικού συμβουλίου του σωματείου, μετά, δε, τη συγκρότηση του Δ.Σ. σε σώμα, της ανατέθηκε το αξίωμα της ταμία (βλ.....). Η σύνθεση δε, του Δ.Σ. του σωματείου γνωστοποιήθηκε εγγράφως στη διοίκηση της εναγόμενης - εκκαλούσας (βλ....). Η εναγόμενη- εκκαλούσα, δυνάμει των από'27.8.2015 και 11.12.2015 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης ακινήτου, εκμίσθωσε στις εταιρείες με τις επωνυμίες "...", με έδρα το ... και "...), με έδρα τη ..., τμήματα των βιομηχανικών εγκαταστάσεών της στη .... Κατόπιν αυτού, η εναγόμενη- εκκαλούσα κάλεσε τους εργαζομένους σ' αυτή να συνάψουν τριμερείς συμβάσεις δανεισμού υπηρεσιών, δυνάμει των οποίων αυτοί θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους για ολιγόμηνο χρονικό διάστημα στις ανωτέρω εταιρείες. Μεταξύ της ενάγουσας- εφεσίβλητης, της εναγόμενης- εκκαλούσας και της ανωτέρω κυπριακής εταιρείας καταρτίστηκε την 21.12.2015 τριμερής σύμβαση δανεισμού υπηρεσιών, με την οποία συμφωνήθηκε η πρώτη να προσφέρει στην τρίτη τις ίδιες υπηρεσίες, όπως στη δεύτερη συμβαλλόμενη εργοδότρια αυτής, για χρονική διάρκεια έξι μηνών. Τον Μάρτιο του 2016 μειώθηκαν από την εναγόμενη- εκκαλούσα οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του προσωπικού, λόγω λήξης της από 27.12.2012 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., ενώ στις 4.4.2016 ανακοινώθηκε από την εναγόμενη- εκκαλούσα πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου του τακτικού προσωπικού, το οποίο προέβλεπε την καταβολή στους συμμετέχοντες σ' αυτό της αποζημίωσης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της προϋπηρεσίας τους, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις νέες μειωμένες αποδοχές τους. Προτάθηκε, δε, στους εργαζόμενους, παράλληλα με τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, να συνάψουν νέες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με δυσμενέστερους όρους, με τις ανωτέρω μισθώτριες των βιομηχανικών εγκαταστάσεων εταιρείες. Στις 3.6.2016 η εναγόμενη- εκκαλούσα, επικαλούμενη οικονομική δυσπραγία και εμφάνιση ζημιών στον ισολογισμό της, ενημέρωσε τους εργαζόμενους πως, προκειμένου να μειώσει τα λειτουργικά της έξοδα, προτίθετο, αντί απολύσεων, να θέσει αυτούς σε διαθεσιμότητα τριών μηνών, προσκάλεσε, δε, το σωματείο εργαζομένων σε σχετική διαβούλευση. Ακολούθως, η εναγόμενη- εκκαλούσα επέδωσε σε όσους εργαζόμενους δεν δέχθηκαν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα- εφεσίβλητη, εξώδικα έγγραφα, με τα οποία τους γνωστοποιούσε ότι από 9.6.2016 έως 30.6.2016 θα λάμβαναν κανονική άδεια με τις αναλογούσες σ' αυτήν αποδοχές και το αντίστοιχο επίδομα αδείας. Η ενάγουσα- εφεσίβλητη, από κοινού άλλους συναδέλφους αυτής, κοινοποίησε στην εναγόμενη- εκκαλούσα, στις 10.6.2016 εξώδικη δήλωση, με την οποία της γνωστοποιούσαν ότι δεν επιθυμούσαν τη λήψη άδειας και εξακολουθούσαν να προσφέρουν σ' αυτήν τις προσήκουσες υπηρεσίες τους. Η εναγόμενη- εκκαλούσα επέδωσε, σταδιακά και έως τις 27.6.2016, στους εργαζόμενους που δεν εντάχθηκαν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα- εφεσίβλητη, εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες τους ενημέρωνε πως μετά τη λήξη των υποχρεωτικών αδειών, επρόκειτο να τους θέσει σε καθεστώς διαθεσιμότητας με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους. Κατόπιν αυτών, το ... προσκάλεσε τα μέλη του, με την από 24.6.2016 ανακοίνωσή του, να συμμετάσχουν στην 48ωρη απεργία (από 27.6.2016 έως 29.6.2016), που είχε προκηρύξει, σε ένδειξη αλληλεγγύης προς αυτούς, το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Νομού Καβάλας και σε συγκέντρωση έξωθεν της πύλης του εργοστασίου. Στις 30.6.2016 η εναγόμενη- εκκαλούσα κατέθεσε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Καβάλας μήνυση σε βάρος της ενάγουσας- εφεσίβλητης και άλλων 52 εργαζομένων στην επιχείρηση, με την οποίαν ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους για την πράξη του εμπρησμού της παρακείμενης στις εγκαταστάσεις της δασικής έκτασης (άρθρο 264 και 265 Π.Κ.), με πυρκαγιά που προκλήθηκε την 24.6.2016 από φωτοβολίδες και καπνογόνα, που εκτοξεύτηκαν από τους συμμετέχοντες στη συγκέντρωση, έμπροσθεν της δυτικής πύλης του εργοστασίου της. Ακολούθως, την 1.8.2016 η εναγόμενη- εκκαλούσα κοινοποίησε στην ενάγουσα- εφεσίβλητη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, χωρίς την καταβολή νόμιμης αποζημίωσης, λόγω της προηγηθείσας υποβολής σε βάρος αυτής μηνύσεως για πλημμέλημα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 Ν. 2112/1920, 6 παρ. 2 του β.δ. 16/18.7.1929 και 7 Ν. 3198/1955. Ταυτόχρονα με την ενάγουσα- εφεσίβλητη απολύθηκαν, επίσης, αζημίως, χωρίς, δηλαδή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, άλλοι 57 εργαζόμενοι, ακολούθησε δε, στη συνέχεια η απόλυση και άλλων εργαζόμενων, με την επίκληση της υποβολής μήνυσης κατ' αυτών και απολύθηκαν αζημίως συνολικά 170 εργαζόμενοι. Ειδικότερα, με την από 30.6.2016 μήνυσή της η εναγόμενη- εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι την 27.6.2016 και περί ώρα 09.30 στη δυτική πύλη του εργοστασίου η ενάγουσα- εφεσίβλητη, μαζί με άλλα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου, παρακινούσε το συγκεντρωμένο πλήθος, άνω των εξήντα ατόμων, να φωνάζει υβριστικά συνθήματα, να ανάψει καπνογόνα και να μην επιτρέψει σε κανένα να εισέλθει στο εργοστάσιο για να εργαστεί. Ότι τέσσερις από τους συγκεντρωμένους, που κατονομάζονται στη μήνυση, άναψαν καπνογόνα και φωτοβολίδες, φωνάζοντας υβριστικά συνθήματα, τους οποίους η ενάγουσα- εφεσίβλητη, από κοινού με άλλα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου, παρακίνησε να τα πετάξουν στην παρακείμενη δασική έκταση, όπως και έπραξαν. Ότι από την πράξη τους αυτή προκλήθηκε πυρκαγιά στη δασική έκταση, από την οποίαν κινδύνευσαν οι εργαζόμενοι, σταθμευμένα οχήματα, τα εργοστάσια, όπου υπάρχουν αναφλέξιμες ύλες και παρακείμενες κατοικίες. Επίσης, με τις από 7.7.2016 και 27.7.2016 εγκλήσεις της ισχυρίστηκε ότι οι εγκαλούμενοι μ' αυτές, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η ενάγουσα- εφεσίβλητη, δεν επέτρεψαν από 15 έως 30 Ιουνίου 2016 και από 26 έως 27 Ιουλίου 2016, αντίστοιχα, την είσοδο των εργαζομένων στα εργοστάσια, προπηλακίζοντας και απειλώντας αυτούς. Με βάση την από 30.6.2016 μήνυση της εναγόμενης- εκκαλούσας ασκήθηκε, με την από 3.3.2017 παραγγελία του Εισαγγελέως Καβάλας προς την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Καβάλας, σε βάρος ογδόντα εννέα (89) προσώπων, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας- εφεσίβλητης, ποινική δίωξη για τις πράξεις του εμπρησμού δασικής έκτασης κατά συναυτουργία και της παράνομης κατοχής και χρήσης φωτοβολίδων και συσκευής εκτόξευσης φωτοβολίδων κατά συναυτουργία. Η κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε περατώθηκε με την έκδοση τυπικών κλήσεων από την Ανακρίτρια, κατ' άρθρο 270 παρ. 1 ΚΠΔ. Η δικογραφία υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, κατ' άρθρο 308 Α ΚΠΔ, ο οποίος παρήγγειλε την εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, για το λόγο ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη. Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθ. 60/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας....... το Συμβούλιο αποφάνθηκε πως δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για τις παραπάνω πράξεις.......Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα- εφεσίβλητη, κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, δεν βρισκόταν στη συγκέντρωση των εργαζομένων στη δυτική πύλη του εργοστασίου, απ' όπου εκτοξεύθηκε η φωτοβολίδα, αλλά σε απόσταση 2- 3 χιλιομέτρων από αυτή και συγκεκριμένα κάτω από τη γέφυρα της Εγνατίας Οδού, σε απόσταση ενός (1), περίπου, χιλιομέτρου από την κεντρική είσοδο του εργοστασίου, που βρίσκεται βορειοανατολικά (βλ.....)....... Με βάση τα προαναφερόμενα, η εναγόμενη- εκκαλούσα υπέβαλε την έγκληση κατά της ενάγουσας- εφεσίβλητης προσχηματικά, εν γνώσει της αθωότητάς της, επικαλούμενη ψευδή πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα την εγκαλεί πως παρακινούσε τους συγκεντρωμένους έμπροσθεν της δυτικής πύλης του εργοστασίου να πετάξουν καπνογόνα και φωτοβολίδες προς το δάσος, παρότι η ίδια δεν βρισκόταν καν εκεί, σύμφωνα με την μαρτυρία όλων των προαναφερόμενων προσώπων, ενώ το περιεχόμενο της έγκλησής της δεν ενισχύεται από καμιά αξιόπιστη κατάθεση, αφού ούτε ο μάρτυράς της, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέτει τίποτε σχετικά, ούτε προσκομίζονται από αυτήν καταθέσεις άλλων προσώπων που να συνδέουν την ενάγουσα- εφεσίβλητη με αυτό το περιστατικό. Έτσι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας- εφεσίβλητης, που συναρτάται με την παραπάνω ψευδή έγκληση, δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της εναγόμενης- εκκαλούσας. Αντίθετα, η καταγγελία αυτή υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήριο, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, έγινε, δε, συνεπεία της συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας- εφεσίβλητης ως μέλους της διοίκησης του σωματείου εργαζομένων της επιχείρησης και της άρνησης αυτής να αποδεχθεί τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Ακόμη, έγινε με το σκοπό να αποφύγει την εκπλήρωση της νόμιμης υποχρέωσής της για την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, ο οποίος σκοπός αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη. Συνεπώς, η ενάγουσα- εφεσίβλητη δεν προέβη σε ενέργειες που εκφεύγουν της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, με αποτέλεσμα τη διατάραξη της εργασιακής ειρήνης και της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγόμενη- εκκαλούσα. Επομένως, η επίκληση από την ενάγουσα - εφεσίβλητη της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, λόγω της συνδικαλιστικής της ιδιότητας και μη τήρησης, εκ μέρους της εργοδότριας εναγόμενης- εκκαλούσας, της διαδικασίας, που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 15 ν. 1264/1982, δεν είναι καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στην αρχή της καλής πίστης και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού τους δικαιώματος. Συνεπώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την προταθείσα από την εναγόμενη- εκκαλούσα σχετική ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε το νόμο και ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της πρωτοδίκως προταθείσας ένστασής της πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Για τους ίδιους λόγους πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίον η εκκαλούσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτόδικο δικαστήριο, για το λόγο ότι με την εκκαλούμενη απόφαση αυτού έκρινε πως η απόλυση της ενάγουσας- εφεσίβλητης δεν πραγματοποιήθηκε λόγω των ποινικών αδικημάτων, στα οποία αυτή είχε υποπέσει, αλλά λόγω της επιδίωξης της εργοδότριας εναγόμενης να προβεί σε μαζικές απολύσεις εργαζομένων χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει και ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίον η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της προταθείσας από αυτήν πρωτοδίκως ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας ως προς την διεκδίκηση μισθών υπερημερίας, επικαλούμενη πως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τελευταίας έγινε λόγω της διάπραξης των ανωτέρω ποινικών αδικημάτων και της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της, με την οποία διατάρασσε την εργασιακή και κοινωνική ειρήνη μεταξύ των εργαζομένων. Και τούτο διότι δεν αποδείχτηκε πως η ενάγουσα- εφεσίβλητη διέπραξε τα ποινικά αδικήματα, για τα οποία υποβλήθηκε η από 30.6.2016 έγκληση της εκκαλούσας και για το λόγο αυτό το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καβάλας με το υπ' αριθ. 60/2018 βούλευμα αυτού αποφάνθηκε πως δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος της για τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες υποβλήθηκε η έγκληση και της ασκήθηκε ποινική δίωξη. Αντίθετα, αποδείχτηκε πως η εναγόμενη- εκκαλούσα, εν γνώσει των νομίμων εκπροσώπων της, κατεμήνυσε ψευδώς την ενάγουσα- εφεσίβλητη, ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της χωρίς την υποχρέωση καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Επίσης, η ενάγουσα- εφεσίβλητη δεν προέβη σε ενέργειες που διατάραξαν την εργασιακή ειρήνη, ούτε συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντισυμβατικό και παράνομο, αντίθετα ανέπτυξε νόμιμη συνδικαλιστική δράση προς υποστήριξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγόμενης- εκκαλούσας........". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 110/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποίαν είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς το σκέλος της που αφορούσε την ακυρότητα της από 1.8.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 14 και 15 του Ν. 1264/1982 και απορρίφθηκε η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, που είχε νομότυπα αυτή (εναγόμενη) προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με την εν λόγω κρίση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της εναγόμενης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για απόληψη μισθών υπερημερίας, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 1264/1982, ως προστατευόμενου συνδικαλιστικού στελέχους και δη μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου (ταμία) του πρωτοβαθμίου επιχειρησιακού επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "...", με την επίκληση ότι η συμπεριφορά της εξήλθε από τα όρια της συνδικαλιστικής δράσης, φτάνοντας στο σημείο της διάπραξης ποινικών αδικημάτων σε βάρος της εργοδότριάς της- εναγόμενης με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της ένδικης σχέσης εργασίας στο μέλλον. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ως προς τις αποδιδόμενες με την από 30.6.2016 μήνυση της εναγόμενης εις βάρος της ενάγουσας πράξεις, τελεσθείσες κατά τις απεργιακές κινητοποιήσεις της 27ης Ιουνίου του έτους 2016 των εργαζομένων της εναγόμενης, και δη ότι η ενάγουσα με άλλα μέλη του Δ.Σ. του ως άνω Σωματείου, παρακινούσε το συγκεντρωμένο πλήθος, άνω των εξήντα ατόμων, που βρίσκονταν έξωθεν των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της (εναγόμενης), να φωνάζει υβριστικά συνθήματα, να ανάψει καπνογόνα και να μην επιτρέψει σε κανένα να εισέλθει στο εργοστάσιο να εργαστεί και ότι τέσσερις από τους συγκεντρωμένους, που κατονομάζονται στη μήνυση, άναψαν καπνογόνα και φωτοβολίδες, φωνάζοντας υβριστικά συνθήματα, τους οποίους η ενάγουσα, από κοινού με άλλα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου, παρακίνησε να πετάξουν στην παρακείμενη δασική έκταση, όπως και έπραξαν και ότι από την πράξη τους αυτή προκλήθηκε πυρκαγιά στην εν λόγω δασική έκταση, από την οποίαν κινδύνευσαν οι εργαζόμενοι, σταθμευμένα οχήματα, τα εργοστάσια, όπου υπήρχαν αναφλέξιμες ύλες και παρακείμενες κατοικίες, το Δικαστήριο δέχτηκε αφενός ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη οικονομική δυσπραγία και εμφάνιση ζημιών στον ισολογισμό της προέβη σε σειρά μέτρων (δανεισμό εργασίας των εργαζομένων της, μείωση αποδοχών, πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, πρόταση για σύναψη νέων συμβάσεων εργασίας, θέση των εργαζομένων της σε διαθεσιμότητα κλπ) για να αντιμετωπίσει τα ως άνω προβλήματά της και αφ' ετέρου ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά στον παρακείμενο των εγκαταστάσεων της εναγόμενης χώρο, δεν βρισκόταν στη συγκέντρωση που πραγματοποιούσε το ως άνω Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνικών Βιομηχανίας Λιπασμάτων ... Καβάλας στη δυτική πύλη του εργοστασίου, απ' όπου εκτοξεύθηκε η φωτοβολίδα, αλλά σε απόσταση 2- 3 χιλιομέτρων από αυτή και συγκεκριμένα κάτω από γέφυρα της Εγνατίας Οδού, σε απόσταση ενός (1), περίπου, χιλιομέτρου από την κεντρική είσοδο του εργοστασίου, που βρίσκεται βορειοανατολικά, με αποτέλεσμα η ως άνω μήνυση να υποβλήθηκε από την εναγόμενη προσχηματικά, εν γνώσει της αθωότητας της ενάγουσας, επικαλούμενη ψευδή πραγματικά περιστατικά και συνεπώς η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, που συναρτάται με την παραπάνω ψευδή μήνυση, δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της εναγόμενης, αλλά αντίθετα αυτή έγινε συνεπεία της συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας, ως μέλους της διοίκησης του προαναφερόμενου σωματείου και της άρνησης αυτής να αποδεχθεί τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Όμως στην εν λόγω απόφαση : α) δεν διευκρινίζεται εάν πράγματι υπήρχε οικονομική δυσπραγία και εμφάνιση ζημιών στον ισολογισμό της εναγόμενης, αν τα ληφθέντα ως άνω μέτρα ήταν νόμιμα, αποτελούσαν δικαιολογημένες, αναγκαίες ή μη επιλογές της εναγόμενης, απέβλεπαν ή μη στην αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων της και την βελτίωση της οικονομικής της καταστάσεως, καθότι οι αντιδράσεις της ενάγουσας εξ αιτίας των οποίων, κατά τις παραδοχές της, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της αφορούσαν την λήψη των ως άνω μέτρων και β) δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά εξηγούντα ικανοποιητικώς την παραδοχή ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε συνεπεία της συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας ως μέλους της διοίκησης του σωματείου εργαζομένων της επιχείρησης και της άρνησής της να αποδεχθεί τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Περαιτέρω, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μήνυση της εναγόμενης κατά της ενάγουσας για διάπραξη απ' αυτήν των πιο πάνω ποινικών αδικημάτων ήταν προσχηματική εν γνώσει της αθωότητάς της, δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτή ήταν προσχηματική, υποβληθείσα εν γνώσει του αβασίμου και ειδικότερα αν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης είχαν εδραία πεποίθηση περί του βασίμου των καταγγελλομένων ή αμφέβαλλαν σχετικώς ή γνώριζαν το αβάσιμο της υποβληθείσας μηνύσεως. Δεν είναι δε αρκετή η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το αριθ. 60/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της ενάγουσας για τις πράξεις του εμπρησμού δασικής έκτασης κατά συναυτουργία και χρήσης φωτοβολίδων και συσκευής εκτόξευσης φωτοβολίδων κατά συναυτουργία. Και τούτο διότι η εν λόγω παραδοχή αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα της σε βάρος της ενάγουσας μήνυσης της εναγόμενης και όχι στο αν ήταν προσχηματική η σε βάρος της υποβολή της από την τελευταία. Η απλή συμπερασματική παραδοχή ότι προσχηματικά ασκήθηκε εξ αιτίας της μη παραπομπής της ενάγουσας στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων με το προαναφερόμενο βούλευμα δεν αρκεί προκειμένου να κριθεί αν η εναγόμενη γνώριζε ή μη την αναλήθεια των καταγγελλομένων με την μήνυσή της, καθότι δεν θεμελιώνεται αυτή (αναλήθεια) σε πραγματικά περιστατικά. Ωσαύτως, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την ως άνω μήνυση αποδιδόταν στην ενάγουσα και άλλες, πλην των προαναφερόμενων, αξιόποινες πράξεις (διέγερση σε διάπραξη εγκλημάτων, βιαιοπραγίες κλπ) δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αν η ενάγουσα προέβη ή μη στη διάπραξη αυτών, καθότι δεν αποτελεί έκνομη ενέργεια μόνο ο εμπρησμός της δασικής έκτασης και η ρίψη φωτοβολίδων και καπνογόνων, αλλά και οι λοιπές ως άνω αξιόποινες πράξεις, που αναφέρονται ότι έλαβαν χώρα πέριξ των εγκαταστάσεων της εναγόμενης και αποσκοπούσαν στον αποκλεισμό των πυλών του εργοστασίου της. Περαιτέρω δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο η ενάγουσα στις 27.6.2016, πρώτη ημέρα των απεργιακών κινητοποιήσεων και περί ώρα 09.30 π.μ., βρισκόταν στην γέφυρα κάτω από την Εγνατία Οδό, αν από το σημείο αυτό η προσέγγιση προς τις εισόδους των εγκαταστάσεων της εναγόμενης είναι προσιτή και εύκολη και ειδικότερα αν η ως άνω γέφυρα αποτελεί σημείο προσέγγισης προς την κεντρική είσοδο του εργοστασίου, ποια η συμμετοχή της γενικότερα στα διαδραματισθέντα επεισόδια κατά την διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων σε όλους τους χώρους πέριξ των εγκαταστάσεων της εναγόμενης και τέλος αν τυχόν ενέργειές της εξέφυγαν των ορίων της νόμιμης συνδικαλιστικής δραστηριότητας, διατάραξαν την εργασιακή ειρήνη και έθεσαν σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο με αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Γι` αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί, δεκτού καθισταμένου του δεύτερου λόγου της αίτησης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης, παρεκλούσης μετά ταύτα της έρευνας του πρώτου λόγου της αίτησης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου, που κρίθηκε βάσιμος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 206/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ