Αριθμός 949/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. Τ. του Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, για αναίρεση της υπ'αριθ.5671/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 538/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο δέχθηκε τυπικώς την έφεση που άσκησε ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Κιλκίς κατά της 413/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα, αθώους δε τους συγκατηγορουμένους της Δ. Τ. και Μ. Τ. και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην έφεση αυτή, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως "γιατί δεν έγινε ορθή εκτίμηση από το παραπάνω δικαστήριο, των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, καθόσον από την ακροαματική διαδικασία και ιδίως τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα σε συνδυασμό και με την απολογία του 1ου κατηγορουμένου Δ. Τ., πού παραστάθηκε αυτοπροσώπως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι, λόγω του επαγγέλματος τους, να καταβάλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και έγιναν υπαίτιοι πρόκλησης σωματικής βλάβης σε άλλο άτομο παράλληλα δε, δεν εφάρμοσαν τη σχετική νομοθεσία για λήψη μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη κινδύνου ατυχήματος. Ειδικότερα, ο πρώτος και η δεύτερη των κατηγορουμένων, με την ιδιότητα, αντίστοιχα, του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, και της Αντιπροέδρου και της Διευθύνουσας Συμβούλου, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΑΕ-ΕΛΒΙΑΛ ΑΕ", η δε τρίτη των κατηγορουμένων, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " …", δεν φρόντισαν, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, για τη λήψη όλων των μέτρων ασφαλείας στο χώρο αποθήκης της ανωτέρω πρώτης εταιρίας, έτσι ώστε η πρόσβαση στη στέγη, που ήταν κατασκευασμένη από υλικά ανεπαρκούς αντοχής (πλεξιγκλάς, διαφώτιστα) να είναι εφοδιασμένη με ειδική εγκατάσταση και να υπάρχει εξοπλισμός προστασίας των εργαζομένων από τον κίνδυνο πτώσης, η δε τρίτη των κατηγορουμένων, υπάλληλος της εταιρίας της οποίας ήταν ο παθών Ι. Τ., στα πλαίσια των ευθυνών της για παροχή προσωπικού κατάλληλα εκπαιδευμένου και εφοδιασμένου με τον κατάλληλο εξοπλισμό στην πρώτη εταιρία, δυνάμει της από 19.11.2004 σύμβασης, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων προς τον Ι. Τ., με αποτέλεσμα όταν ο τελευταίος, ως υπάλληλος συνεργείου της δεύτερης των ανωτέρω εταιριών, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου-τεχνικού, μετέβη στο χώρο της αποθήκης της πρώτης των ανωτέρω εταιριών προς επιδιόρθωση της κάμερας παρακολούθησης πάνω από το χώρο αποθήκης, αφού ανέβηκε στην οροφή της αποθήκης, πάτησε σε διαφανή, μη ανθεκτική σε βάρος, διάταξη από πλεξι γκλας, χωρίς να υπάρχει ειδική εγκατάσταση ανάβασης και χωρίς να έχει ενημερωθεί σχετικώς για την επικινδυνότητα του χώρου (από τους δύο πρώτους των κατηγορουμένων) ούτε να του έχουν παρασχεθεί μέσα ατομικής προστασίας (από την τρίτη των κατηγορουμένων), και να τραυματιστεί βαρύτατα. Πιο συγκεκριμένα, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι στο εργοστάσιο "ΕΛΒΙΑΛ ΑΕ" στην επίδικη αποθήκη δεν υπήρχαν ασφαλείς εγκαταστάσεις ανάβασης, ούτε οριοθέτηση και επισήμανση επικίνδυνης ζώνης πέριξ του πλεξι γκλας, ενώ από την πλευρά της, η Β. Τ., δεν είχε ενημερώσει για τους κινδύνους τον εργαζόμενο της ούτε τον είχε εφοδιάσει και υποχρεώσει να εργάζεται με ατομικά μέσα προστασίας (κράνος, γάντια, αντιολισθητικά υποδήματα κλπ), σε επιφάνειες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, δεν ελήφθη κανένα μέτρο ασφαλείας, διότι δεν υπήρχε κίνδυνος και δεν θα μπορούσε να ληφθεί κανένα μέτρο. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι το υλικό κατασκευής, που ήταν μη ανθεκτικό (πλεξι γκλας) την προγραμματισμένη εργασία που θα πραγματοποιούνταν σε ύψος τεσσάρων περίπου μέτρων, υπήρχε κίνδυνος πτώσης, αλλά εν τούτοις κανένας από τους κατηγορουμένους δεν γνωστοποίησε στον παθόντα Ι. Τ. τους κινδύνους που ενυπήρχαν στην εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας. Συνεπώς προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία τόσο η αμέλεια των κατηγορουμένων όσο και το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν έλαβαν όλα τα απαιτούμενα από τη νομοθεσία μέτρα (όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 10 παραρτ. II παρ. 10.4.3, 12 ΠΔ 16/1996 και αριθμ. 7 παρ. 5, 16 ΠΔ 17/1996). Εξάλλου σύμφωνα με την από 17-4-2006 έκθεση αυτοψίας ρητά αναφέρεται ότι το ατύχημα πιθανόν να είχε αποφευχθεί αν ο παθών γνώριζε και λάμβανε σοβαρά υπόψη την περιορισμένη αντοχή των διαφώτιστων στοιχείων (πλεξι γκλας) και απέφευγε να πατήσει επ' αυτών. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα όχι ορθώς το δικαστήριο κατά την άποψη μου εκτίμησε τα προκύψαντα από την αποδεικτική ενώπιον του διαδικασία πραγματικά περιστατικά και θα έπρεπε στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από την έλλειψη προσοχής του ιδίου του παθόντος εργαζομένου, που αντικειμενικά έπρεπε να καταβάλει ως συνετός εργαζόμενος, να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση σε βάρος των κατηγορουμένων, κατά το μέτρο της αμέλειας με την οποία βαρύνονται για τη σωματική βλάβη καθώς και για τη μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία για όλες τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ" αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως τόσο ως προς την πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας όσο και ως προς τις παραβάσεις των π.δ/των 16 και 17/1996 και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Αντεισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα, ενώ άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, όπως αντιθέτως, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ..561/2011 απόφασή του και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν ερευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 28 Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε" του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής για την αναιρεσείουσα (και αθωωτικής για τους συγκατηγορουμένους της) κρίσης, δέχθηκε ότι, από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος και η δεύτερη των κατηγορουμένων, με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου, και της Αντιπροέδρου και της Διευθύνουσας Συμβούλου, ο καθένας αντίστοιχα, της εδρεύουσας στη ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΑΕ-ΕΛΒΙΑΛ Α.Ε", συμβλήθηκαν, δυνάμει της από 19-11-2004 σύμβασης μίσθωσης έργου, με την εκπροσωπούμενη από την τρίτη κατηγορουμένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, πού εδρεύει στο ... με την επωνυμία " …", και τον διακριτικό τίτλο "MEGA SPRINT GUARO", η οποία έχει ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εμπορία συστημάτων συναγερμού και την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, προκειμένου η τελευταία να αναλάβει την φύλαζη των εγκαταστάσεων, παντός είδους μηχανημάτων και μηχανολογικού εξοπλισμού, πρώτων υλών, προϊόντων, αυτοκινήτων και τροχοφόρων της εκπροσωπούμενης από τους 1ο και 2η των κατηγορουμένων εργοδότριας ως άνω εταιρίας, όπως ορίσθηκε στο άρθρο 2 της άνω συμβάσεως Με το αυτό ως άνω άρθρο συμφωνήθηκε επίσης ότι η ανάδοχος (εκπροσωπούμενη από την 3η κατηγορουμένη εταιρία) για να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς την εργοδότρια θα χρησιμοποιεί το απαραίτητο, κατάλληλο και εξειδικευμένο προσωπικό φύλαξης των προσώπων, των χώρων και των αγαθών, το οποίο και θα αμείβεται από αυτήν. Επίσης, στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι "η ανάδοχος είναι η αποκλειστική και μόνη εργοδότρια του προσωπικού που αυτή χρησιμοποιεί για την εκτέλεση του έργου και η μόνη που ευθύνεται έναντι αυτού και δεν δημιουργείται καμία άμεση ή έμμεση διαρκής ή πρόσκαιρη σχέση της εργοδότριας ΕΛΒΙΑΛ με το προσωπικό της αναδόχου". Περαιτέρω, με το άρθρο 3 της αυτής ως άνω συμβάσεως ορίσθηκε ότι το προσωπικό που θα χρησιμοποιεί η ανάδοχος θα έχει την κατάλληλη εκπαίδευση και τον αναγκαίο εξοπλισμό (στοιχ δ) ενώ με το άρθρο 5 συμφωνήθηκε ότι η ανάδοχος "αναλαμβάνει να εκτελέσει το ανατιθέμενο σ' αυτήν, με την παρούσα, έργο φύλαξης του εργοστασίου κλπ, με δική της αποκλειστικά ευθύνη. Κάθε ατύχημα ή σωματική βλάβη που θα συμβεί στην ίδια την ανάδοχο, κατά την εκτέλεση του παραπάνω έργου, στο προσωπικό που αυτή θα απασχολήσει ή και στα μηχανήματα αυτής θα βαρύνει αυτήν και μόνο την ανάδοχο". Στις αρχές Μαρτίου 2006 εμφανίσθηκε βλάβη σε κάμερα παρακολούθησης, που ήταν τοποθετημένη πάνω από τον χώρο της αποθήκης του εργοστασίου της πρώτης εταιρίας, για τον λόγο αυτό η εκπροσωπούμενη από την 3η κατηγορουμένη εταιρία, απέστειλε μεσημβρινές ώρες της 10ης-3-2006 συνεργείο, αποτελούμενο από τους υπαλλήλους της - ηλεκτρολόγους Σ. Λ., Γ. Σ. και Ι. Τ. (παθόντα), για την επισκευή της εν λόγω βλάβης. Συγκεκριμένα, η κάμερα πού επρόκειτο να επισκευασθεί, ήταν τοποθετημένη στην στέγη της αποθήκης και πρώτος ανέβηκε στην οροφή αυτής, που βρίσκεται σε ύψος 7 περίπου μέτρων από το έδαφος για να διαπιστώσει τα ακριβή αίτια της βλάβης, ο Γ.Σ., ως εμπειρότερος, προκειμένου μαζί με τους υπόλοιπους να ανεβάσουν στη συνέχεια και τον απαραίτητο εξοπλισμό από το αυτοκίνητο της εταιρίας. Μετά όμως από αυτόν στην οροφή ανέβηκε και ο παθών, προφανώς για να τον βοηθήσει, ενώ ο Σ. Λ. παρέμεινε στο έδαφος. Μόλις όμως ο παθών ανέβηκε στην οροφή, πού ήταν κατασκευασμένη από σταθερές μεταλλικές διατάξεις, με ενδιάμεσα πλέξι-γκλάς (διαφώτιστα), που εκ κατασκευής του κτιρίου είχαν τοποθετηθεί για να φωτίζεται και με φυσικό φωτισμό ο εσωτερικός χώρος της αποθήκης, τα οποία όμως δεν είναι ανθεκτικά, πάτησε εκτός από τις σταθερές μεταλλικές διατάξεις και σε μία διαφανή διάταξη από πλέξι-γκλάς, με αποτέλεσμα αυτή να υποχωρήσει και ο παθών να πέσει από ύψος τουλάχιστον τριών μέτρων στο δάπεδο της αποθήκης και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα στο τοίχωμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου και κάταγμα στον βραχίονα του δεξιού του χεριού, συνεπεία των οποίων και νοσηλεύθηκε μέχρι 29-3-2006 στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Υπαίτια της προκληθείσης κατά τα ανωτέρω σωματικής βλάβης, είναι η 3η κατηγορουμένη, υπάλληλος της εταιρίας της οποίας ήταν ο παθών, οποία υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της, ενώ γνώριζε ότι η στέγη του εργοστασίου της πρώτης εταιρίας, απείχε 7 περίπου μέτρα από το έδαφος και 3 τουλάχιστον μέτρα από το δάπεδο της αποθήκης και ήταν κατασκευασμένη από μεταλλικές λαμαρίνες, στηριγμένες σε δοκούς, περιλάμβανε δε αυτή και ένα διάζωμα πλάτους 1 περίπου μέτρου, που είχε κατασκευασθεί από διαφώτιστο υλικό (πλεξί γκλάς) αντί από μεταλλική λαμαρίνα, για το φυσικό φωτισμό εσωτερικά της αποθήκης, δηλαδή από υλικό κατασκευής ανεπαρκούς αντοχής υπό την έννοια ότι αν πατούσε κάποιος πάνω στο διάζωμα, να είναι βέβαιη η θραύση και η υποχώρηση του παρέλειψε στο πλαίσιο των ευθυνών της, για παροχή, στην εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΑΕ -ΕΛΒΙΑΛ Α. Ε", δυνάμει της από 19.11.2004 σύμβασης, προσωπικού κατάλληλα εκπαιδευμένου και εφοδιασμένου με τον κατάλληλο εξοπλισμό, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης καθώς και τη δημιουργία της απαραίτητης οργάνωσης και την παροχή των αναγκαίων μέσων προς τον Ι. Τ., με αποτέλεσμα όταν ο τελευταίος, ως υπάλληλος του συνεργείου της με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου-τεχνικού, μετέβη στην οροφή της αποθήκης της εταιρίας ΕΛΒΙΑΛ προς επιδιόρθωση της κάμερας παρακολούθησης που ήταν τοποθετημένη πάνω από το χώρο της αποθήκης, αφού ανέβηκε στην οροφή της αποθήκης, πάτησε σε διαφανή, μη ανθεκτική σε βάρος, διάταξη από πλεξι γκλας, χωρίς να υπάρχει ειδική εγκατάσταση ανάβασης και χωρίς να του έχουν παρασχεθεί μέσα ατομικής προστασίας από την τρίτη των κατηγορουμένων (δέστρες, κράνος, κατάλληλα υποδήματα). Ειδικότερα δεν φρόντισε ώστε κατά την διάρκεια των εργασιών να καλυφθεί το διαφώτιστο διάζωμα με προστατευτική διάταξη που θα μπορούσε να γίνει με δάπεδο εργασίας, εδραζόμενο στα μεταλλικά τμήματα της οροφής της αποθήκης είτε να γίνει η επισκευή της κάμερας με τη χρήση αυτοκινούμενης πλατφόρμας εργασίας, καλαθοφόρου, στην οποία πατώντας ο εργαζόμενος θα εκτελούσε με ασφάλεια τις εργασίες στο συγκεκριμένο σημείο της στέγης, που αποτελούνταν από υλικά ανεπαρκούς αντοχής. Ο ισχυρισμός ότι λόγω της μορφής της στέγης δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλαθοφόρο όχημα δεν είναι βάσιμος, αφού καλαθοφόρο όχημα δεν υπάρχει μόνο με άκαμπτο βραχίονα, που όντως θα ήταν δύσκολη αν όχι αδύνατη η χρήση του αλλά και με αρθρωτό βραχίονα, που επιτρέπει τη χρήση του σε κάθε περίπτωση. Επί πλέον η 3η κατηγορουμένη, ως εργοδότρια, δεν ενημέρωσε τους υπαλλήλους της μεταξύ των οποίων και τον ανωτέρω παθόντα για το είδος της στέγης όπου επρόκειτο να γίνει η επισκευή και το επικίνδυνο του υλικού κατασκευής αυτής και επέτρεψε σ' αυτούς να ανέβουν στη στέγη, για την εκτέλεση της ως άνω εργασίας χωρίς να φέρουν ζώνη πρόσδεσης και κράνος που πιθανώς θα μείωναν τις συνέπειες της πτώσης. Ο ισχυρισμός της ότι παγίως χορηγούσε σε όλους τους εργαζομένους και κατά συνέπεια και στον ανωτέρω παθόντα τα ατομικά αυτά μέτρα προστασίας, δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη, εφόσον δεν μερίμνησε για τον έλεγχο της χρήσης τους από τους εργαζομένους κατά την εργασία. Τέλος, επέτρεψε την άνοδο στον άνω εργαζόμενο χωρίς να τον ενημερώσει ότι το διαφώτιστο υλικό του διαζώματος της στέγης δεν ήταν ανθεκτικό, ώστε να μην πατήσει πάνω του και χωρίς να τον έχει ενημερώσει, εκπαιδεύσει, καταρτίσει σχετικώς και χωρίς να έχει λάβει τα προαναφερθέντα αναγκαία μέτρα ατομικής προστασίας, τον κατάλληλο εξοπλισμό και την απαιτούμενη από τη φύση της εργασίας οργάνωση προς προστασία της ασφάλειας και της υγείας του. Αποτέλεσμα όλων αυτών των παραλείψεων ήταν υπό το βάρος του να υποχωρήσει η διάταξη αυτή και ο παθών να υποστεί τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ακολούθως ένοχη την αναιρεσείουσα αφ' ενός μεν της παράβασης του άρθρου 16 του π.δ/τος 16/1997 και αφ' ετέρου της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του παθόντος Ι. Τ., συνιστάμενης στο ότι: "Στις 10-3-2006 και περί ώρα 13.15...από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις, μπορούσε και ήταν υποχρεωμένη λόγω του επαγγέλματος της να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της και έγινε υπαίτια πρόκλησης σωματικής βλάβης σε άλλο άτομο. Ειδικότερα, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " …", υπάλληλος της οποίας ήταν ο παθών, στο πλαίσιο των ευθυνών της, για παροχή προσωπικού, κατάλληλα εκπαιδευμένου και εφοδιασμένου με τον κατάλληλο εξοπλισμό στην εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΑΕ- ΕΛΒΙΑΛ ΑΕ", δυνάμει της από 19.11.2004 σύμβασης, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και τη δημιουργία της απαραίτητης οργάνωσης και την παροχή των αναγκαίων μέσων προς τον Ι. Τ., με αποτέλεσμα όταν ο τελευταίος, ως υπάλληλος συνεργείου της, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου-τεχνικού, μετέβη στο χώρο της αποθήκης της δεύτερης των ανωτέρω εταιριών προς επιδιόρθωση της κάμερας παρακολούθησης πάνω από το χώρο αποθήκης, αφού ανέβηκε στην οροφή της αποθήκης, πάτησε σε διαφανή, μη ανθεκτική σε βάρος, διάταξη από πλεξι γκλας, χωρίς να υπάρχει ειδική εγκατάσταση ανάβασης και χωρίς να του έχουν παρασχεθεί μέσα ατομικής προστασίας (από την τρίτη των κατηγορουμένων). Αποτέλεσμα όλων αυτών των παραλείψεων ήταν από το βάρος να υποχωρήσει η διάταξη αυτή, ο παθών να πέσει στο δάπεδο της αποθήκης, να τραυματιστεί και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα στο τοίχωμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου και κάταγμα στο βραχίονα του δεξιού χεριού". Με αυτά όμως που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση συνεπεία ασάφειας ως προς το είδος της αμέλειας, ως υποκειμενικού στοιχείου της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και συγχρόνως παραβίασε το από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας για έγκαιρη και λεπτομερή πληροφόρηση αναφορικά με τη φύση της εναντίον της κατηγορίας για το ίδιο ως άνω πλημμέλημα. Ειδικότερα, α)ενώ στο διατακτικό δέχεται ότι η αναιρεσείουσα, από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις, μπορούσε και ήταν υποχρεωμένη λόγω του επαγγέλματος της να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της και έγινε υπαίτια πρόκλησης σωματικής βλάβης σε άλλο άτομο και ειδικότερα δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων με τη δημιουργία της απαραίτητης οργάνωσης και την παροχή των αναγκαίων μέσων ατομικής προστασίας προς τον παθόντα Ι. Τ., δέχεται δηλαδή περιστατικά που προσιδιάζουν στην άνευ συνειδήσεως αμέλεια, στο αιτιολογικό της αποφάσεως δέχεται επίσης ότι αυτή "...ενώ γνώριζε ότι η στέγη του εργοστασίου της εταιρείας ΕΛΒΙΑΛ Α.Ε, απείχε 7περίπου μέτρα από το έδαφος και 3 τουλάχιστον μέτρα από το δάπεδο της αποθήκης και ήταν κατασκευασμένη από μεταλλικές λαμαρίνες, στηριγμένες σε δοκούς, περιελάμβανε δε αυτή και ένα διάζωμα πλάτους 1 περίπου μέτρου που είχε κατασκευασθεί από διαφώτιστο υλικό (πλεξι γκλας) αντί για μεταλλική λαμαρίνα για το φυσικό φωτισμό της αποθήκης, δηλαδή από υλικό κατασκευής ανεπαρκούς αντοχής υπό την έννοια ότι αν πατούσε κάποιος πάνω στο διάζωμα, να είναι βέβαιη η θραύση και η υποχώρηση του, παρέλειψε στο πλαίσιο των ευθυνών της ....να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας των εργαζομένων...", περιστατικά που συνηγορούν αντιθέτως υπέρ της συνειδητής αμέλειας σχετικά με την γνώση εκ μέρους της αναιρεσείουσας της επικινδυνότητας της στέγης, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια ως προς το είδος της αμέλειας, ως υποκειμενικού στοιχείου της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία κηρύχθηκε αυτή ένοχη, β) περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές, αποδόθηκαν στην αναιρεσείουσα, συμπεριφορές αμελούς συμπεριφοράς, οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο κλητήριο θέσπισμα, είχαν αποδοθεί στους αρχικά συγκατηγορουμένους της Δ. Τ. και Μ. Τ., νομίμους εκπροσώπους της εταιρείας ΕΛΒΙΑΛ Α.Ε, οι οποίοι και αθωώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις κατηγορίες που τους αποδόθηκαν. Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης, η αμέλεια της αναιρεσείουσας συνίστατο, πλην άλλων, και στην παράλειψη χρήσης "ειδικής εγκατάστασης ανάβασης" και στην παράλειψη ενημέρωσης του παθόντα "για το είδος της στέγης όπου επρόκειτο να γίνει η επισκευή και το επικίνδυνο του υλικού κατασκευής αυτής", συμπεριφορές που είχαν αποδοθεί με το κλητήριο θέσπισμα στους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους της. Έτσι όμως παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, το προβλεπόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. β της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία στην γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που φέρεται να έχει διαπράξει και που συγκροτούν την πραγματική βάση της κατηγορίας) και να διαθέτει το χρόνο και τις ανάγκες ευκολίας για την προετοιμασία της υπεράσπισης του, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα οικεία μέρη του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. A και κατ'εκτίμηση Ε και 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ. Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη της με την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα ως προς την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και κατά την όμοια περί καθορισμού συνολικής ποινής παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής ήτοι εκείνων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το περί ενοχής της αναιρεσείουσας για τη σωματική βλάβη από αμέλεια κεφάλαιό της, ενώ εκείνοι που αφορούν την καταδίκη της για παράβαση του π.δ/τος 16/1996 είναι απαράδεκτοι, ενόψει της αρχειοθετήσεως της υποθέσεως κατά τούτο (βλ.αρθρ.2 του ν.4012/2012) και εντεύθεν ελλείψεως ενώμου συμφέροντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5671/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της α)περί ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και β)περί καθορισμού επιβληθείσης σ'αυτήν συνολικής ποινής φυλάκισης. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νεα κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ