Αριθμός 1280/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 8069/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του και στους από 13 Φεβρουαρίου 2007, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 136/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 34 εδ. α' του Ν.3632/1928 "Περί Χρηματιστηρίων Αξιών", με φυλάκιση και με χρηματική ποινή (ή με μία από τις ποινές αυτές) τιμωρείται όποιος με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας εν γνώσει μεταχειρίζεται μέσα επιτήδεια προς παραπλάνηση του κοινού χάριν επηρεασμού των τιμών του χρηματιστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι συνιστά παράβαση η διενέργεια προς παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού προσυνεννοημένων συναλλαγών μεγάλης κλίμακας, με στόχο την ανατίμηση ή στήριξη της τιμής των μετοχών στο Χρηματιστήριο. Και τούτο, διότι αποτελεί προφανή απόπειρα στρέβλωσης της αγοράς και χειραγώγησης της τιμής της μετοχής, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η προσυνεννοημένη συναλλαγή είναι γνωστή στον πωλητή και στον αγοραστή, καθόσον αποτελεί στοιχείο εμπιστευτικής πληροφορίας, που δεν είναι γνωστή στο επενδυτικό κοινό. Η τεχνητή δε διόγκωση αποβλέπει κυρίως, μέσω της παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού σε αθέμιτη ωφέλεια, που μπορεί να είναι και η ρευστοποίηση αξιών του δράστη σε τιμές υψηλότερες από αυτές που θα είχαν διαμορφωθεί μέσω διαφανών διαδικασιών. Συγχρόνως δε, συνιστά διασπορά, μέσω των μεθοδευμένων συναλλαγών, ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών με παραπλάνηση του κοινού, ως προς το πραγματικό ύψος ζήτησης για τις αξίες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση της τιμής των αξιών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 30 παρ.1 του Ν.3340/2005, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνιτά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος: (α) διενενεργεί συναλλαγή χρησιμοποιώντας εν γνώσει του παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή απατηλά μέσα ή (β) διαδίδει εν γνώσει του για των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φήμες. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 Ν.3340/2005 "Απαγόρευση χειραγώγηση της αγοράς" παρ.1. Απαγορεύεται η χειραγώγηση της αγοράς, παρ.2. Ως "χειραγώγηση της αγοράς" νοούνται: (α) συναλλαγές η εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, με τις οποίες δίδονται ή είναι πιθανό ότι θα δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις για την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου ή με τις οποίες διαμορφώνεται, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν από κοινού, η τιμή ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων σε μη κανονικό ή τεχνητό επίπεδο, εκτός εάν το πρόσωπο που κατήρτισε τις συναλλαγές ή το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου καταρτίσθηκαν οι συναλλαγές ή το πρόσωπο που έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών αποδεικνύει ότι οι συναλλαγές αυτές καταρτίσθηκαν ή ότι έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια των συναλλαγών αυτών για θεμιτούς λόγους και ότι οι συναλλαγές ή εντολές είναι σύμφωνες με τις αποδεκτές πρακτικές της σχετικής αγοράς,.(β) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες συνδυάζονται με / ή συνιστούν παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή άλλο τέχνασμα. παρ.3 Συμπεριφορές που συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 2 αποτελούν ενδεικτικά οι εξής: (α) ... (β) η αγορά ή πώληση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της τιμής αυτής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ.2 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ακόμη από όσα σημειώνονται στις άνω εκθέσεις και στα αναγνωσθέντα έγγραφα της επιτροπής κεφαλαιαγοράς όπως η ..... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του άνω νπδδ ότι την 3/5/99 ο κατηγορούμενος πώλησε στον Ψ1 30000 μετοχές και στις 6/5/99 αγόρασε από αυτόν 40.000 μετοχές της εταιρείας ....... Στις 3/5/99 οι δύο εντολές τοποθετήθηκαν προσυνεδριακά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε η τιμή να ανοίξει στην ανώτατη επιτρεπόμενη με χρονική διαφορά 4 δευτερολέπτων ενώ στις 6-5-99 οι εντολές τοποθετήθηκαν επίσης προσυνεδριακά και κατά τέτοιο τρόπο ώστε η τιμή να ανοίξει στο LIMITUP δηλαδή ο Ψ1 έδωσε εντολή πώλησης στο LIMITUP και αμέσως μετά ο κατηγορούμενος έδωσε ανοιχτή εντολή αγοράς με αποτέλεσμα να ανοίξει η τιμή στο LIMITUP παρά το γεγονός ότι όλες οι άλλες εντολές είχαν τεθεί σε πιο χαμηλές τιμές. 'Εχει κριθεί με την άνω απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ότι οι συναλλαγές του κατηγορούμενου σε σχέση με τη μετοχή της ..... είχαν μεθοδευθεί για τον τεχνητό επηρεασμό της τιμής της μετοχής αυτής και είχαν αποτέλεσμα να διαδοθούν ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως προς την τιμή και την εμπορευσιμότητα τους που από τη φύση τους μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή ή τον όγκο των συναλλαγών στις μετοχές αυτές και επιβλήθηκε ως κύρωση στον κατηγορούμενο κατά το άρθρο 72 παρ.2 Ν.1969/1991 που αποσκοπεί στην διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και στην προστασία των επενδυτών πρόστιμο χρηματικό από 12.000.000 δραχμές. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου υπό τις άνω μεθοδεύσεις, όσον αφορά τις συναλλαγές που έγιναν κατ΄εντολή του μέσω χρηματιστηριακών εταιρειών επί της μετοχής της εταιρείας ....... εκδηλωνόταν με πρόθεση να αυξηθεί ο όγκος συναλλαγών και η τιμή της μετοχής της εταιρείας αυτής που ήταν αποτέλεσμα των πληροφοριών που διεσπείροντο στους ενδιαφερόμενους να επενδύσουν χρήματά των στο χρηματιστήριο σε μετοχές υπό διαπραγμάτευση σ'αυτό και εστηρίζοντο στην εκ μέρους του κατηγορουμένου επιλεγμένης σε ορισμένες ημέρες και σε κρίσιμες στιγμές κάθε συνεδρίασης του ΧΑΑ και πριν την έναρξη ορισμένων συνεδριάσεων εκδήλωση των προθέσεων του για μαζική αγορά μετοχών της άνω εταιρείας. Επιβεβαιώνονται τα παραπάνω και από όσα εκθέτει ο ..... ως ορκωτός λογιστής στην αναγνωσθείσα από ..... εμπιστευτική έκθεσή του από την 19η Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών όπου αναφέρονται οι μεγάλες ποσότητες μετοχών της εταιρείας ..... που αγόραζε ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη και κατά το πέρας των συνεδριάσεων εντός των ημερών που μνημονεύονται κατά τον Ιούνιο και τον Αύγουστο του έτους 1999 και στις 17-2-2000 και 24-3-2000 και τα ποσοστά αυξήσεως της τιμής της μετοχής σε σχέση με την τιμή στην οποία έκλεινε η μετοχή αυτής της εταιρείας κατά την προηγούμενη ημέρα συνεδριάσεως του ΧΑΑ. Η αναλυτική κίνηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν κατόπιν εντολών κατηγορουμένου με την χρήση των προαναφερθέντων κωδικών από 1-1-99 μέχρι και 31/3/2000 σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας ...... απεικονίζονται στην από 10-2-2001 επίσης αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου του ίδιου ως άνω πραγματογνώμονα ορκωτού λογιστή ....... και στους πίνακες που την συνόδευαν στην οποία επισημαίνεται και σε σχέση με τον κατηγορούμενο ως κύριο μέτοχο της ..... ότι ήταν σημαντικού ύψους οι αγορές και πωλήσεις μετοχών που έγιναν κατ΄εντολή του και ότι διενεργούσε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του εν όλω ή εν μέρει κατά το πέρας των συνεδριάσεων του χρηματιστηρίου και είχαν δυνατότητα και επέδρασαν αυτές οι πράξεις στη διαμόρφωση της τιμής της συγκεκριμένης εταιρείας. Οι πιο πάνω μεθοδεύσεις του κατηγορουμένου με την αγορά κατά τον τρόπο αυτόν μεγάλου αριθμού μετόχων κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της εταιρείας ...... έγιναν για να διαδοθούν στους επενδυτές που επιθυμούσαν να αυξήσουν το εισόδημα τους με αγορά τίτλων με μεγάλη απόδοση, πληροφορίες που δεν ήταν εναρμονισμένες με την πραγματική αξία της μετοχής και την δυνατότητα να είναι αντικείμενο χρηματιστηριακών συναλλαγών ότι η μετοχή της εταιρείας ..... ήταν ελκυστική και με προοπτική αποκομιδής κερδών για όσους ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν τέτοιες μετοχές και ενώ προκαλούσαν έντονο ενδιαφέρον λόγω της ανοδικής πορείας της τιμής της μετοχής της άνω εταιρείας είτε είχαν ως αποτέλεσμα αντιστροφή της πτωτικής πορείας της τιμής της μετοχής της άνω εταιρείας όπως κατά τις συνεδριάσεις του ΧΑΑ την 13-4-1999 την 6-5-1999, την 7/5/1999, την 20/5/1999 την 21/5/1999 την 2/6/1999 την 3/6/1999 και την 4/6/1999 παραπλανούσαν τους επενδυτές να εκδηλώσουν αυτοί αγοραστικό ενδιαφέρον για την απόκτηση μετόχων της εταιρείας ..... Εκμεταλλεύθηκε ο κατηγορούμενος το ενδιαφέρον του επενδυτικού κοινού που προκάλεσε με τις άνω ενέργειές του να αγοράσουν μετοχές της εταιρείας .... όσο φρόντιζε αυτός να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα η τιμή κτήσεως της μετοχής αυτής μέσω του ΧΑΑ και διευκολύνθηκε να πωλήσει με κέρδος στους ενδιαφερόμενους επενδυτές τις μετοχές της εταιρείας .... σε υψηλές τιμές και να αποκομίσει όφελος ο ίδιος που ανερχόταν σε 6.076.158.530 δραχμές ενώ το όφελος που αποκόμισε η υπό τον έλεγχο του και εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία .... από την επικερδή πώληση μετοχών της εταιρείας .... μετά την τεχνητή πρόκληση κατά τ'ανωτέρω της αύξησης της αξίας της ήταν 2640.692.240 δραχμές και το όφελος της έτερης ελεγχόμενης από αυτόν παράκτιας εταιρείας ..... από παρόμοιες πωλήσεις μετοχών της άνω ανώνυμης τεχνικής εταιρείας ήταν 8.395.980.600 δραχμές. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από όσα ανέφερε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ως μάρτυρας ..... που είχε ορισθεί κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης ως πραγματογνώμονας και έκανε λόγο για το ότι υπάρχει επηρεασμός των επενδυτών που δίνουν εντολές για συναλλαγές στο όνομά των και για λογαριασμό τους σε μετοχές η τιμή των οποίων είναι διαπραγματεύσιμη στο Χ.Α.Α. από τις τιμές μετοχών που διαμορφώνονται από πράξεις που γίνονται στο τέλος των συναλλαγών κάθε ημέρας λειτουργίας του χρηματιστηρίου και ότι τα μεγέθη της τεχνικής εταιρείας ...... και τα οικονομικά δεδομένα και η πορεία εργασιών αυτής της εταιρείας δεν ήταν σε τέτοια εξέλιξη ώστε να δικαιολογείται η θεαματική αύξηση της τιμής της μετοχής της εταιρείας αυτής στο χρηματιστήριο που επιτεύχθηκε από τις προαναφερθείσες μεθοδεύσεις του κατηγορουμένου προκειμένου να οφεληθεί αυτός από την εν συνεχεία πώλησή των μετοχών της τιμής της μετοχής της εταιρείας ...... Οι εντολές που δόθηκαν κατά αυτήν την μεθόδευση από τον κατηγορούμενο για αγορά μετοχών της άνω εταιρείας διήρκεσαν ορισμένες ημέρες εντός του διαστήματος από τα μέσα Μαρτίου 1999 μέχρι 26/8/1999 και επαναλήφθηκαν στις 17/2/2000 και στις 24/3/2000. Με τις εντολές αγορών που έδινε ο κατηγορούμενος και την αγορά μετοχών στο πέρας των συνεδριάσεων και τις εντολές που έδινε προσυνεδριακά για αγορά μεγάλου αριθμού μετοχών της ...... στην ανώτατη τιμή όπως κατά την 10/3/99, την 15/3/99, την 16/3/99, την 17/3/99, την 29/3/99 την 6/5/99, την 7/5/99 και την 11/5/99 κατά τις όποιες ημερομηνίες αγόρασε 35.150 μετοχές, 120.000 μετοχές, 75.000 μετοχές, 30.000 μετοχές, 25.000 μετοχές, 25.000 μετοχές, 25.000 μετοχές και 20.000 μετοχές αντίστοιχα επιτύγχανε και διαμόρφωνε την τιμή έναρξης διαπραγμάτευσης της μετοχής της εταιρείας ....... στα ανώτατα επίπεδα. Η κατά τον τρόπο αυτόν που είχε επιλέξει ο κατηγορούμενος και αγόραζε μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας δεν ήταν αντιπροσωπευτική της πραγματικής αξίας της μετοχής και υπήρχε τεχνητή διαμόρφωση της τιμής της με απόκλιση τόσο από το γενικό δείκτη τιμών μετοχών όσο και από τον δείκτη τιμών των κατασκευαστικών εταιρειών στις οποίες ανήκε η εταιρεία ....... Η διακύμανση της τιμής της άνω μετοχής ήταν από 2.612 δραχμές την 15/3/1999 και έφθασε στις 13.176 δρχ. τον Αύγουστο του έτους 1999. Ο κατηγορούμενος ήταν μεγαλομέτοχος της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ........ Εταιρεία, υπό την ιδιότητά του αυτή και ακόμη ως εκπρόσωπος δύο OFF SHORE εταιριών ήτοι της ..... και ..... τις οποίες έλεγχε ο ίδιος απολύτως και τις χρηματοδοτούσε όσον αφορά τις συναλλαγές των προέβη μέσω των χρηματιστηριακών εταιρειών στις οποίες έδινε τις σχετικές εντολές όπως η χρηματιστηριακή εταιρεία MIDLAND ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ ΑΧΕ σε αγορές μεγάλου αριθμού μετοχών της εταιρείας ..... χρησιμοποιώντας τον δικό του κωδικό ..... και τους κωδικούς στο χρηματιστήριο των άνω OFF SHORE εταιρειών .... και ..... κατά τρόπο τέτοιο ώστε να επηρεάζει τεχνικά την τιμή της μετοχής αυτής της εταιρείας ("......").Ο κατηγορούμενος έδινε τις εντολές αγοράς των μετοχών κατά τα τελευταία λεπτά πριν από το κλείσιμο των συνεδριάσεων είτε χωρίς προσδιορισμό τιμής είτε στην ανωτάτη επιτρεπόμενη τιμή κτήσεως των μετοχών. Το κλείσιμο των συνεδριάσεων με ανεκτέλεστες εντολές αγοράς σε ικανό όγκο που ανακοινωνόταν μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών δημιουργούσε στους ενδιαφερομένους να αγοράσουν μετοχές μέσω Χ.Α.Α. την εντύπωση ανόδου της τιμής της μετοχής της συγκεκριμένης εταιρείας και επικέντρωνε το αγοραστικό κοινό στην προσπάθεια να αποκτήσουν τέτοιες μετοχές. Ο κατηγορούμενος ενεργούσε κατά τον άνω τρόπο γνωρίζοντας ότι οι τελευταίες συναλλαγές που γίνονταν σε κάθε συνεδρίαση του ΧΑΑ ήταν αυτές που διαμόρφωναν την τιμή κλεισίματος της μετοχής και επιτύγχανε να δημιουργηθεί σε όσους ήθελαν να επενδύσουν οικονομίες των σε μετοχές τέτοιες την πεπλανημένη εντύπωση ανόδου κατά σημαντικό ποσοστό. Δεν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου ότι η συμπεριφορά του εμπίπτει και διέπεται από το άρθρο 30 παρ.1 του ν.3340/2005 κατά το οποίο όποιος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσω προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή άλλος περιουσιακό όφελος διενεργεί συναλλαγές χρησιμοποιώντας εν γνώσει του παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή απατηλά μέσα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν κατά τα όσα περαιτέρω στο άρθρο 7 παρ.3 του ίδιου νόμου αναφέρονται η αγορά ή πώληση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της τιμής αυτής. Δεν απαιτείτο για την δίωξη της άνω επίμεμπτης και αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου κατά το χρονικό διάστημα τελέσεως η διαπίστωση παραπλάνησης συγκεκριμένων αγοραστών και εκ μέρους των επενδυτών πραγματοποίηση ορισμένων αγορών και πωλήσεων μετοχών με βάση την τιμή που επηρεάσθηκε από τις πράξεις ή παραλείψεις του δράστη. Υπάγονταν όσα αποδείχθηκε ότι έπραξε ο κατηγορούμενος στο πραγματικό του από το άρθρο 34 εδάφ. α' ν.3632/1928 προβλεπόμενο και τιμωρούμενο αδίκημα κατά το οποίο αρκεί η δυνατότητα παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού. Γίνεται δεκτό ότι για την στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 34 εδάφ. α' ν. 3632/1928 παράβασης ήτοι της διενέργειας προς παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού προσυνεννοημένων συναλλαγών μεγάλης κλίμακος με στόχο την ανατίμηση ή στήριξη της τιμής των μετοχών στο χρηματιστήριο δεν έχει σημασία αν η προσυνεννοημένη συναλλαγή είναι γνωστή στον πωλητή και στον αγοραστή. Η τεχνητή δε διόγκωση αποβλέπει σε αθέμιτη ωφέλεια που μπορεί να είναι και η ρευστοποίηση αξιών του δράστη σε τιμές υψηλότερες από αυτές που θα είχαν διαμορφωθεί μέσω διαφανών διαδικασιών (ΑΠ 1245/2005 ΠοινΔικ.2005, 1397). Εξ άλλου το αδίκημα του άρθρου 30 παρ.1 του ν.3340/2005 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και είναι πλέον δυσμενές από άποψη κυρώσεων σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 34 εδ.α' του ν.3632/1928 που προβλέπει σε βάρος του δράστη ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή. Δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο που έχει τελέσει πράξεις όπως αυτές που αποδεικνύεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος που προβλέπονταν και τιμωρούνταν κατά τον χρόνο τέλεσης των από το άρθρο 34 του ν.3632/1928 η ρύθμιση από το άρθρο 30 παρ.1 ν.3340/2005 ως μεταγενέστερου νόμου από το ότι το αδίκημα που προβλέπεται από την τελευταία αυτή διάταξη καταστρώνεται ως συγκεκριμένης διακινδύνευσης και απαιτεί όχι μόνον αγορά ή πώληση μετοχών κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς αλλά και πέραν της παραπλάνησης των επενδυτών και συγκεκριμένες αγοραπωλησίες που να έγιναν από ενδιαφερόμενους με βάση την διαμόρφωση της τιμής της μετοχής από πράξεις του δράστη διότι η εφαρμογή της κάθε ποινικής διατάξεως ουσιαστικού περιεχομένου μεταγενέστερου νόμου δεν γίνεται αποσπασματικώς για να κριθεί αν είναι επιεικέστερος αλλά προεχόντως με βάση τις κυρώσεις που προβλέπονται και με τις οποίες επιβαρύνεται ο κατηγορούμενος. Δεν απαιτείτο για να ασκηθεί δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την παράβαση του άρθρου 34 εδάφ. α' ν.3632/1928 η εκ μέρους της επιτροπής κεφαλαιαγοράς υποβολή κατ΄άρθρο 76 παρ.9 ν.1969/1991 εγκλήσεως αφού το αδίκημα που τέλεσε ο κατηγορούμενος δεν ήταν η από το άρθρο 72 παρ.1 ν.1969/91 διασπορά ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών δυνάμενων να επηρεάσουν την τιμή κινητών αξιών εισηγμένων στο ΧΑΑ αλλά η μεταχείριση επιτηδείων μέσων και εξακολούθηση προς παραπλάνηση του κοινού χάριν επηρεασμού των τιμών του χρηματιστηρίου. Σκόπιμα ο κατηγορούμενος επέλεγε να προβαίνει σε αγορές μετοχών της εταιρείας ...... κατά το πέρας των συνδριάσεων αναμένοντας να οφεληθεί από την άνοδο της τιμής της μετοχής και δεν αποτελούσε η μεθόδευση αυτή επιτρεπόμενη στήριξη της τιμής της μετοχής ούτε επιτρεπτό μέσο για ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην μετοχή αφού απέβλεπε στο να δοθεί παραπλανητική εικόνα στην αγορά σχετικά με την τιμή της μετοχής της ...... και να κινείται σε επίπεδο υψηλότερο των φυσιολογικών ορίων και σ'αυτό οδηγεί και η επιλογή του κατηγορουμένου να γίνει στις 3/5/99 και στις 6/5/99 η άνω αντίστροφη συναλλαγή με τον Ψ1 . Πρέπει ν'απορριφθούν κατόπιν αυτών ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί που υποβλήθηκαν από τους δικηγόρους που εκπροσώπησαν τον κατηγορούμενο. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 του ΠΚ και 34 εδ. α' του Ν.3632/1928, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου ώστε να στερήσει την απόφαση νομίμου βάσεως. Ειδικότερα οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, για ευθεία άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 30 παρ.1 α', 7 παρ.3 (β), 32 του Ν.3340/2005 και 2 ΠΚ, για το λόγο ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί από το δικαστήριο της ουσίας η νεότερη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 (α) Ν.3340/2005 σε συνδ. προς το άρθρο 7 παρ.3β', η οποία είναι επιεικέστερη σε σύγκριση με την προϊσχύσασα του άρθρου 34 εδ. α' Ν.3632/1928 και υπ'αριθμ. 2 ΠΚ είναι εφαρμοστέα, διότι η περιγραφόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συμπεριφορά του δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατ΄άρθρο 30 παρ.1 α' αδικήματος που απαιτεί πρόκληση διττού αποτελέσματος και δη παραπλάνηση επενδυτών και ενέργεια ιδίων (αγοραπωλησίες) επί τη βάσει της τιμής της χειραγώγησης πράγμα που ελλείπει εν προκειμένω και ως εκ τούτου δεν είναι πλέον αξιόποινη η συμπεριφορά που περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και άρα έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Και τούτο διότι το αδίκημα του άρθρου 30 του Ν.3340/2005, το τελευταίο κατ΄άρθρο 32 του ιδίου νόμου αντικατέστησε το άρθρο 34 εδ. α΄Ν.3632/1928, διαμορφώνεται ως έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, αλλά και διότι το έγκλημα του άρθρου 7 παρ.2, πραγματοποιείται από το δράστη με χειραγώγηση (και μόνο διά μέσου συναλλαγών ή εντολών για διενέργεια συναλλαγών, ως ειδικότερα αναφέρεται στο προπαρατιθέμενο τούτο άρθρο και όχι από τυχόν ενέργειες ή μη τρίτων (αγοραπωλησίες) που δεν προβλέπονται σ'αυτό, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου 7 περιέχει ενδεικτικές συμπεριφορές που συνιστούν επίσης χειραγώγηση της αγοράς ως αποτέλεσμα των πράξεων του δράστη που διέπραξε το εν λόγω έγκλημα και ουδόλως μεταβάλλει την από την παρ.2 περ.(α), (β) περιγραφόμενη υπόσταση του εγκλήματος της χειραγώγησης της αγοράς. Εφόσον συνεπώς δεν ισχύουν τ'ανωτέρω υποστηριζόμενα, ως επιεικέστερου του νεώτερου νόμου, που καθιστά την κρινόμενη πράξη in concreto ανέγκλητη και ο ίδιος νόμος (3340/2005) είναι δυσμενέστερος, ως προς την προβλεπόμενη ποινή (φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους) ορθά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι εφαρμοστέος ήταν ο νόμος (άρθρ. 34 εδ.α') που ίσχυε κατά την τέλεση του εγκλήματος. Επομένως τ'αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως παντός ετέρου ορθά δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι "δεν απαιτείτο για να ασκηθεί δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την παράβαση του άρθρου 34 εδ.α' του Ν.3632/1928, η εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υποβολή εγκλήσεως κατ΄άρθρ. 76 παρ.9 Ν.1969/1991, διότι το αδίκημα που τέλεσε ο κατηγορούμενος δεν ήταν η από το άρθρο 72 παρ.1 Ν.1969/1991 διασπορά ψευδών ή ανακριβών πληροφοριών, δυναμένων να επηρεάσουν την τιμή και την αξία εισηγμένων μετοχών στο ΧΑΑ, αλλά η μεταχείριση επιτηδείων μέσων προς παραπλάνηση του κοινού χάριν επηρεασμού των τιμών του χρηματιστηρίου". Δηλαδή δέχεται το Εφετείο ότι τα πραγματικά περιστατικά του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων, υπαγόταν εις τη διάταξη του άρθρου 34 εδ.α' Ν.3632/1928 και όχι εις αυτά του άρθρου 72 παρ.1 Ν.1969/1991 ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Τούτο δέχεται σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρέει από όλο το περιεχόμενο του σκεπτικού της ότι δηλαδή ο αναιρεσείων "είχε μεθοδεύσει" το τεχνητό επηρεασμό της τιμής των μετοχών, ή "μεταχειρίσθηκε επιτήδεια μέσα" αναλυτικά μάλιστα αναφέρονται οι τρόποι των ενεργειών του κατά τα προαναφερόμενα που αποτελούν και την υπόσταση του εγκλήματος που κρίνεται, οι αναφορές δε ενίοτε στο σκεπτικό της, όπως διαδοθούν "ανακριβείς, ή παραπλανητικές πληροφορίες ή πληροφορίες που διασπείρονται" είναι αναφορές ως προς το ενδεχόμενο αποτέλεσμα των εν λόγω μεθοδεύσεων και όχι σ'αυτή καθ΄εαυτή την συμπεριφορά του αναιρεσείοντα και ουδόλως αποτελούν αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες και ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε και Η δεύτερος και τελευταίος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω μη ακροάσεως του Εισαγγελέως σε σχέση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του, περί εφαρμογής ως επιεικέστερου του Ν.3340/2005, περί ορθού χαρακτηρισμού της πράξεώς του ως εμπίπτουσας στη διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 Ν.1961/1991 και κηρύξεως της εις βάρος του ποινικής δίωξης ως απαράδεκτης, περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων και περί νομικής πλάνης του, πρώτος των προσθέτων λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Εξ άλλου, επαρκώς αιτιολογεί το δικαστήριο την απόρριψη του από το άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ, από τον κατηγορούμενο προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί νομικής συγγνωστής πλάνης, αφού εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, έστω και αν πεπλανημένως πίστευε ο κατηγορούμενος ότι εδικαιούτο να προβεί στην ανωτέρω πράξη του, ότι δεν ενεργούσε συγγνωστής, καθόσον μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, δηλαδή την πλάνη του, αν κατέβαλε την επιμέλεια, που όφειλε από τις περιστάσεις, μπορούσε δε ο ίδιος να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον δέχθηκε ότι "σκόπιμα ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβαίνει σε αγορές μετοχών της εταιρίας ".....", κατά το πέρας των συνεδριάσεων... και δεν αποτελούσε η μεθοδευμένη αυτή, επιτρεπόμενη στήριξη της μετοχής ούτε επιτρεπτό μέσο", αλλά αιτιολογείται και από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τις οποίες προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου ως προς τα συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 34 περ. (α) Ν.3632/1928 περιστατικά, μολονότι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει αφού ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του κατηγορουμένου δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσης, αφού δεν προσδιορίζονται σ'αυτόν ειδικές συνθήκες, συναφείς με την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, τη γνώση και την ικανότητά του, ώστε με τη στάθμιση και αυτών να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση ότι, παρά την καταβολή της επιβαλλόμενης επιμέλειας δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο των ως άνω αξιοποίνων πράξεων του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία ή σιωπηρή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, με την πλήρως αιτιολογημένη παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν.3340/2005, δεν υπήρχε ανάγκη να διαλάβει ειδικότερη περαιτέρω αιτιολογία το Εφετείο σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα των πράξεων κατ΄άρθρο 7 παρ.2 (α) Ν.3340/2005. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ τρίτος και τελευταίος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση και τους επ'αυτής από 13 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθ. 8069/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ