Αριθμός 1214/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Δημήτρο Κόμη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Ε., ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσε προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (Ο.Τ.Ο.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο που ανακάλεσε την από 20/5/2013 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης-Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Καζάκο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των ως άνω προσθέτως παρεμβαινουσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2975/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5126/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/5/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης, ως προς τους 1ο, 2ο, 4ο και 5ο λόγους της και την απόρριψη ως προς τους λοιπούς. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προσθέτως παρεμβαινουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5126|2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθεί με τις παραδεκτά, κατ' άρθρ. 231 σε συνδυασμό με άρθρ.669 Κ.Πολ.Δικ. ασκηθείσες πρόσθετες υπέρ του αναιρεσείοντα παρεμβάσεις των α) Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ) και β) "Ενωτικού Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς", λόγω της μεταξύ τους συναφείας (άρθρο 31 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248|1955, ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, σύμφωνα με το νόμο, την ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας, ως αντάλλαγμα της εργασίας, που παρέχεται από τον τελευταίο. Μισθό, επίσης, αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή, που δίδεται σταθερά και μόνιμα ως νόμιμο αντάλλαγμα, για την παρεχόμενη από τον μισθωτό εργασία, σε χρήμα ή σε είδος, αποτιμώμενο σε χρήμα, εκτός εάν πρόκειται για οικειοθελή παροχή, ελευθέρως ανακλητή ή για παροχή, προς εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης, δηλαδή για παροχή, που συνδέεται αναγκαίως με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 4-8-1982 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Τραπεζών", που κυρώθηκε με το άρθρο 29, παρ. 2 του Ν. 1346|1983, "ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστών για την διεκπεραίωση των υποθέσεων των συλλόγων, λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Εξάλλου, κατά την από 30-7-1997 ΣΣΕ, που συνήφθη μεταξύ της ΟΤΟΕ και των Τραπεζών και κατατέθηκε νόμιμα και η οποία έχει "άμεση και αναγκαστική ισχύ", σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1876|1990, "οι τραπεζοϋπάλληλοι, που βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια, διατηρούν κατά την διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην τράπεζα, από την οποία αποσπώνται. Διατηρούν, επίσης, το σύνολο των αποδοχών τους (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις της διοίκησης) που λάμβαναν πριν από την συνδικαλιστική τους απόσπαση. Εξαιρούνται τα έξοδα περιποίησης πελατείας, ανεξάρτητα από την ονομασία, με την οποία δίδονται και οι παροχές που χορηγούνται σε ειδικές, κατά περίπτωση, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας ή εποπτείας, εκτός εάν αυτές χορηγούνται στους αποσπασμένου συνδικαλιστές από την οικεία τράπεζα". Επίσης, στην ίδια ΣΣΕ αναφέρεται ότι όσο διαρκεί η συνδικαλιστική απόσπαση, ο αποσπασμένος υπάλληλος, εφόσον έχει εκλεγεί δύο φορές, λαμβάνει επίδομα ευθύνης, όπως αυτό αναλυτικά ορίζεται, για κάθε βαθμό, από αυτή την ΣΣΕ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που καθιστά την απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναιρετέα, όταν ο δικαστής:α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα (για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις) και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, συνεπώς, είναι αναιρετέα, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Στις 5.08.1981 ο ενάγων συνήψε με την τραπεζική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης ΑΕ" σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (δηλαδή με συμφωνημένη χρονική διάρκεια έως τη συνταξιοδότησή του). Με τη με αριθμό πρωτ. Κ2-16.6.2000 εγκριτική απόφαση της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 5009/26.6.2000 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), η προαναφερθείσα Τράπεζα συγχωνεύθηκε με απορρόφηση στην εναγομένη "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ". Μετά τη συγχώνευση αυτή, η εναγομένη, ως διάδοχος εργοδότρια, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 2 του τότε ισχύοντος π.δ. 572/1988 (αλλά και του ομοίου περιεχομένου άρθρου 4 του π.δ. 178/2002, με το οποίο καταργήθηκε το π.δ. 572/1988), υποκαταστάθηκε σε όλα τα εργασιακά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας Τράπεζας, που απορρέουν και από την από 5.8.1981 ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης ΑΕ, όπως και αυτή του ενάγοντος, ρυθμίζονται και από τις κανονιστικές ρυθμίσεις του "Οργανισμού Τραπέζης Μακεδονίας- Θράκης", ο οποίος έχει θεσπισθεί με την προσκομιζόμενη από 18.5.1982 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε) και έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 344/4.6.1982, τεύχος Β). Στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του Οργανισμού τούτου ορίζονται κατά λέξη τα εξής: "3. Α. Η βαθμολογική διαβάθμιση το προσωπικού δε βρίσκεται σε συνάρτηση με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και δε συνεπάγεται την απονομή του αντίστοιχου τίτλου ή την ανάθεση αντίστοιχων καθηκόντων. Η προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό και η λήψη των αντίστοιχων αποδοχών δεν δημιουργούν για την Τράπεζα υποχρέωση να αναθέσει σ' αυτόν ανάλογα καθήκοντα. Β. Η τοποθέτηση του προσωπικού και η ανάθεση υπηρεσιακών καθηκόντων σε κάθε υπάλληλο γίνονται με κριτήριο τις ανάγκες της Τράπεζας και τα υπηρεσιακά προσόντα του υπαλλήλου, χωρίς πάντως να διασαλεύεται η ιεραρχία στην μονάδα όπου αυτός ασκεί τα καθήκοντά του". Ο ενάγων, που ανήκει στο λογιστικό κλάδο, μετά από διαδοχικές βαθμολογικές διαβαθμίσεις, στις 23.1.1996 κατείχε το βαθμό του Λογιστή. Ως υπάλληλος αρχικά της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης και στη συνέχεια της Τράπεζας Πειραιώς, ανέπτυξε ενεργή συνδικαλιστική δράση και από το 1987 μέχρι τώρα εκλέγεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρησιακής συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης" και ήδη "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς", έχει δε εκλεγεί και στο Γ.Σ. της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.). Με τη με αριθμό πρωτ. Εγκριτ. Σημ. 122/22.2.96 απόφαση της Διοίκησης της τότε Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, μετά από υπόδειξη του Συλλόγου του και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 20 της από 4.8.1982 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των τραπεζοϋπαλλήλων, που κυρώθηκε με το ν. 1346/83 και με το ν. 1483/84 (άρθρο 25 παρ. 3) επεκτάθηκε η ισχύς της στο προσωπικό όλων των Τραπεζών, από τις 23.1.1996 αυτός απαλλάχθηκε από την υπηρεσία του στην εργοδότρια Τράπεζα και αποσπάσθηκε, με απόφαση της τελευταίας, στην υπηρεσία του Σωματείου αυτού, για τη διεκπεραίωση υποθέσεών του και για την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Η απαλλαγή- απόσπαση του ενάγοντος ισχύει μέχρι και τώρα. Μετά την απαλλαγή του από την εργασία του αρχικά στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης και αργότερα στην εναγομένη Τράπεζα και κατ' εφαρμογή της ακροτελευταίας διάταξης του άρθρου 20 της προαναφερθείσας Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία ορίζει πως "ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία", ο ενάγων εξελίχθηκε ομαλά στη βαθμολογική ιεραρχία, λαμβάνοντας διαδοχικά το βαθμό του λογιστή Α (με valeur 01.01.1995), του υποτμηματάρχη (με valeur 01.01.1998), του τμηματάρχη Β (με valeur 01.01.2000), του τμηματάρχη Α (με valeur 01.01.2003) και του συμπράττοντος υποδιευθυντή (με valeur 01.01.2006), από δε την 01.01.2009 του χορηγείται μισθολογική αντιστοιχία του βαθμού του υποδιευθυντή. Από την 13.12.1994 μέχρι και το χρόνο της απαλλαγής (δηλαδή την 23.1.1996) είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση Προσωπικού του Κεντρικού Καταστήματος της Τράπεζας Μακεδονίας -Θράκης, στη Θεσσαλονίκη και του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα του προϊσταμένου Υπηρεσίας Διεύθυνσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η απορροφηθείσα Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης, με τη με αριθμό 1/293/19.1 1.1991 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου και τη με αριθμό 131/19.12.1991 ομοίου περιεχομένου εγκύκλιο της Διοικήσεώς της, που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως αποφάσισε την καθιέρωση επιδόματος "εξόδων περιποίησης πελατείας" και στους προϊσταμένους υπηρεσιών της Τράπεζας και την αναπροσαρμογή του "επιδόματος εξόδων περιποίησης πελατείας", που μέχρι τότε χορηγούσε στα ανώτατα στελέχη της. Με τις ανωτέρω πράξεις ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "η καταβολή των ποσών αυτών θα γίνεται με την υποβολή των σχετικών αποδείξεων που θα καλύπτουν έξοδα περιποίησης πελατείας, έξοδα κίνησης και ενοικίου, τα οποία πραγματοποιούν τα στελέχη των καταστημάτων" και διευκρινίσθηκε ότι "τα νέα επιδόματα που καθορίζονται, ισχύουν για τη θέση ευθύνης που κατέχουν τα στελέχη των μονάδων διοίκησης και, προκειμένου για τα καταστήματα, ανάλογα με την κατηγορία αυτών και δεν ακολουθούν αυτά σε τυχόν μετακίνησή τους σε άλλη θέση διοίκησης και αντιστρόφως, οπότε θα καταβάλλεται το επίδομα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετούνται". Στη συνέχεια ακολούθησαν οι με αριθμούς 179/29.7.1994 και 251/28.1.1998 εγκύκλιοι της Διοίκησης της εναγομένης, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε κλιμακωτά ανά θέση ευθύνης το επίδομα εξόδων περιποίησης πελατείας. Και με τις δύο αυτές εγκυκλίους η Τράπεζα Πειραιώς χορηγεί το εν λόγω επίδομα στις ακόλουθες θέσεις ευθύνης: "Διευθυντής Διεύθυνσης, Υποδιευθυντής Διεύθυνσης, Προϊστάμενος Τομέα Διεύθυνσης, Προϊστάμενος Υπηρεσίας Διεύθυνσης, Διευθυντής Περιφερειακής Διεύθυνσης, Πρ/νος Τομέα Περιφερ. Διεύθυνσης, Πρ/νος Υπηρεσίας Περιφ. Διεύθυνσης, Διευθυντής Περιφερειακής Υποδ/νσης και Επιθεωρητές Α". Παράλληλα, επιφυλάσσει ρητά σε αυτήν το δικαίωμα ανάκλησης του εν λόγω επιδόματος, διευκρινίζοντας ότι " το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στα στελέχη για τη θέση ευθύνης που κατέχουν και μόνο για όσο χρονικό διάστημα ασκούν τα αντίστοιχα καθήκοντα. Κατά συνέπεια, διακόπτεται η καταβολή του σε περίπτωση μετακίνησης στελεχών σε άλλη θέση, οπότε και θα καταβάλλεται το προβλεπόμενο για τη νέα θέση". Το επίδομα "εξόδων περιποίησης πελατείας" κατά το χρόνο της απόσπασης του ενάγοντος (δηλαδή στις 23.1.1996) είχε διαμορφωθεί στο μηνιαίο ποσόν των 20.000 δραχμών για τον προϊστάμενο Γραφείου Διεύθυνσης, δηλαδή για τη θέση ευθύνης που κατείχε. Και μετά την απαλλαγή του ενάγοντος από την τραπεζική του εργασία, η αρχική του εργοδότρια εξακολούθησε να του καταβάλει οικειοθελώς, αλλά σταθερά και μόνιμα, το συγκεκριμένο επίδομα, το οποίο από 1.11.1997 αναπροσάρμοσε στο ποσόν των 23.000 δραχμών μηνιαίως. Έτσι, η χρηματική αυτή παροχή αποτέλεσε τμήμα των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του. Μέχρι τον Ιανουάριο τού 1999 η Τράπεζα Μακεδονίας- Θράκης κατέβαλλε τα "έξοδα περιποίησης πελατείας" εκτός μισθοδοσίας και χωρίς να εντάσσονται στην έννοια των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων της. Όμως, από 1.2.1999, για λόγους κυρίως φορολογικούς, τα μετονόμασε σε "διορθωτικό επίδομα" και τα "ενσωμάτωσε" στο μισθό, αναπροσαρμοσμένα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην επηρεάζουν αρνητικά το καθαρό πληρωτέο του κάθε υπαλλήλου (σύμφωνα και με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 27.1.1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης). Το επίδομα αυτό, το οποίο από 1.2.1999 ανήλθε σε 101,25 ευρώ για τη θέση ευθύνης που κατείχε ο ενάγων μέχρι την κατά τα άνω απόσπασή του, η εναγομένη Τράπεζα, ως διάδοχος εργοδότρια, συνέχισε να του καταβάλλει, χωρίς να το αναπροσαρμόζει ανάλογα με τη βαθμολογική και την αντίστοιχη μισθολογική εξέλιξη, που ο τελευταίος είχε μετά την 1.1.2000 και μέχρι τώρα. Η ενέργειά της αυτή είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του έχοντος κανονιστική ισχύ "Οργανισμού της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης", που προαναφέρθηκαν, καθόσον η βαθμολογική και μισθολογική προαγωγή του ενάγοντα στον ανώτερο βαθμό δεν του παρέχει το δικαίωμα να αξιώσει και αντίστοιχη θέση ευθύνης, δεδομένου ότι δεν δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση στην εναγομένη Τράπεζα να αναθέσει σε κάθε προαχθέντα υπάλληλο της καθήκοντα ανάλογα με τη βαθμολογική προαγωγή του. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις του Οργανισμού της, η εναγομένη διατήρησε για τον εαυτό της την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή της, με βάση τα κρινόμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, άρα και να τοποθετεί κατ' επιλογή τους προαγόμενους βαθμολογικά υπαλλήλους της σε αντίστοιχη θέση ευθύνης, το δικαίωμά της δε αυτό είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349 και "τα έξοδα περιποίησης πελατείας" δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές κατά τους όρους των άρθρων 648, 351 ΑΚ, 7 του ν. 21 12/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, οι οποίες αναλυτικά προεκτέθηκαν. Εξάλλου, κατά τους όρους της με αριθ. 1/293/19.1 1.1991 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και των με αριθμούς 131/19.12.1991, 179/29.7.1994 και 251/28.1.1998 εγκυκλίων της Διοικήσεώς της, που ήδη αναφέρθηκαν, 649 και 653 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, όπως οι διατάξεις αυτές αναλυτικά εκτίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Αντιθέτως, αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή της Τράπεζας Πειραιώς, συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων των υπαλλήλων της σε συγκεκριμένες θέσεις ευθύνης, που σκοπό έχει ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος να αντιμετωπίζει με αυτή (την οικειοθελή παροχή) τις δαπάνες φιλοξενίας και περιποίησης των πελατών της Τράπεζας Πειραιώς και τα έξοδα κίνησής του. Επομένως, αφού ο ενάγων, μετά την απαλλαγή του από την υπηρεσία της εργοδότριας Τράπεζας και την απόσπασή του στο συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζομένων της, από το έτος 2000 και εφεξής δεν τοποθετήθηκε, αλλά ούτε ήταν βέβαιο ότι θα ετοποθετείτο, σε αντίστοιχη με τη βαθμολογική του εξέλιξη θέση ευθύνης στη Διοίκηση της εναγομένης, δηλαδή δεν άσκησε πραγματικά τέτοια καθήκοντα, δεν δικαιούται να εισπράξει την αξιούμενη με την αγωγή διαφορά μεταξύ των εξόδων περιποίησης πελατείας (ή διορθωτικού επιδόματος), τα οποία θα εισέπραττε, εάν καταλάμβανε θέση ευθύνης αντίστοιχη με τη βαθμολογική του εξέλιξη και εκείνων, τα οποία εισπράττει με βάση τα καθήκοντα που ασκούσε πριν από την απόσπασή του. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, που προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι στις 30.7.1997 υπογράφηκε, μεταξύ αφενός των Τραπεζών (αφού την εν λόγω σ.σ.ε υπέγραψαν Τράπεζες, που κάλυπταν περισσότερο από το 70% των εργαζομένων στον κλάδο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 1876/1990, μεταξύ των οποίων η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ΑΕ, αλλά και η εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ) και αφετέρου της ΟΤΟΕ, συλλογική σύμβαση εργασίας, με θέμα "συνδικαλιστικές ρυθμίσεις". Στο κεφάλαιο Α της εν λόγω σ.σ.ε ορίζονται, ότι "Οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια -απόσπαση, (δηλαδή απαλλάσσονται από την εργασία τους στην Τράπεζα για συνδικαλιστικούς λόγους), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή με τη συγκατάθεση των οικείων τραπεζών και είναι μέλη στα Διοικητικά Συμβούλια πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργάνων, διατηρούν κατά τη διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην Τράπεζα, από την οποία αποσπώνται. Οι τραπεζοϋπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές ελάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται τα έξοδα περιποίησης πελατείας ανεξάρτητα από την ονομασία με την οποία δίδονται και οι παροχές που χορηγούνται σε ειδικές, κατά περίπτωση, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας ή εποπτείας (π.χ. Dealing room κλπ), εκτός εάν αυτές χορηγούνται στους αποσπασμένους συνδικαλιστές από την οικεία Τράπεζα". Επίσης, στο κεφάλαιο Γ παρ. 1 της ίδιας σ.σ.ε, ορίζεται, ότι "Όσο διαρκεί η συνδικαλιστική απόσπαση, στα όργανα που προβλέπονται στο κεφάλαιο Α της παρούσας, ο αποσπασμένος τραπεζοϋπάλληλος, εφόσον εκλεγεί δύο (2) φορές και αμέσως μετά τη δεύτερη εκλογή του, λαμβάνει το παρακάτω Γ-2 επίδομα ευθύνης, που είναι ίσο με το εκάστοτε καταβαλλόμενο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επίδομα ευθύνης, σύμφωνα με τον κατεχόμενο από αυτόν βαθμό ή τους αντίστοιχα προβλεπόμενους από τους οργανισμούς ή παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης), που κανονισμούς των λοιπών Τραπεζών. Στις Τράπεζες που δεν έχουν οργανισμό ή κανονισμό θα λαμβάνεται κατ' αντιστοιχία υπόψη αυτός της ΕΤΕ". Στην παράγραφο 2 του Γ κεφαλαίου προσδιορίζεται κλιμακωτά το επίδομα ευθύνης ανά βαθμό και στην παράγραφο 3 του αυτού κεφαλαίου ορίζεται, ότι "Το επίδομα αυτό αποτελεί τμήμα των τακτικών αποδοχών και παύει με τη λήξη της συνδικαλιστικής απόσπασης, συμψηφίζεται δε με οποιοδήποτε επίδομα ευθύνης λαμβάνει ο αποσπασμένος τραπεζοϋπάλληλος". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων της από 30.7.1997 σ.σ.ε. προκύπτει ότι, αν και τα συμβαλλόμενα μέρη καθόρισαν λεπτομερώς τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής του "επιδόματος ευθύνης", το οποίο περιέλαβαν στις τακτικές αποδοχές του απαλλαγέντος από την τραπεζική υπηρεσία και αποσπασθέντος συνδικαλιστή, ρητά εξαίρεσαν από τις τακτικές αποδοχές του το επίδομα, που αφορά στα έξοδα περιποίησης πελατείας (ανεξάρτητα από την ονομασία, με την οποία δίδονται οι παροχές που χορηγούνται σε ειδικές, κατά περίπτωση εξειδικευμένες θέσεις εργασίας ή εποπτείας). Επομένως, η συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση εργασίας δεν έχει κανονιστικές διατάξεις σχετικά με τα έξοδα περιποίησης πελατείας, αλλά επιτρέπει τον καθορισμό του χρηματικού τους ύψους από την οικεία Τράπεζα, που οικειοθελώς τα χορηγεί στους αποσπασμένους υπαλλήλους της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται να λαμβάνει τις "αξιούμενες με την αγωγή διαφορές μεταξύ των εξόδων περιποίησης, που αντιστοιχούν στη βαθμολογική εξέλιξη που είχε από το έτος 2000 και εφεξής και των εξόδων περιποίησης, που λαμβάνει, με βάση τον βαθμό που κατείχε πριν από την απόσπασή του στο συνδικαλιστικό σωματείο", με συνέπεια να κάνει δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) και να απορρίψει την ένδικη αγωγή. Όμως το εφετείο, με τις παραδοχές αυτές και με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ., του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας καθώς και τις διατάξεις του Οργανισμού της αρχικής εργοδότιδας του αναιρεσείοντος Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη, καθόσον, από τη σαφή διατύπωση αυτών, σε συνδυασμό με τον σκοπό, για τον οποίο ορίσθηκε ότι οι δηλ. αποσπασμένοι σε συνδικαλιστική οργάνωση υπάλληλοί της λαμβάνουν όλες τις αποδοχές, τις οποίες θα ελάμβαναν, αν δεν ήταν αποσπασμένοι και αυτό, για να υπάρχει κίνητρο, ώστε, αφενός μεν να μετέχουν ενεργώς στη συνδικαλιστική τους οργάνωση και αφετέρου να επιτελούν τα καθήκοντά τους και την αποστολή τους, που είναι η προάσπιση και προώθηση των εργασιακών θεμάτων των εργαζομένων, απερίσπαστοι, προκύπτει ότι οι υπάλληλοι αυτοί, δικαιούνται να λαμβάνουν το ως άνω επίδομα, ανάλογα με την βαθμολογική τους εξέλιξη και όπως θα το ελάμβαναν, αν δε ήταν αποσπασμένοι στη συνδικαλιστική τους οργάνωση. Σε διαφορετική περίπτωση, θα υπήρχε απροθυμία των εργαζομένων, για ενεργή συνδικαλιστική ανάμειξη, εφόσον έτσι οι αποδοχές τους θα ήταν μειωμένες. Εξάλλου, όπως αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ελάμβανε το επίδομα "εξόδων περιποίησης πελατείας", το οποίο αργότερα μετονομάσθηκε σε "διορθωτικό επίδομα" και ενσωματώθηκε στον μισθό των υπαλλήλων, τόσο κατά τον χρόνο, που έγινε η συγχώνευση τη αρχικής εργοδότιδάς του με την αναιρεσίβλητη, όσο και μεταγενέστερα, με μόνη τη διαφορά, ότι η αναιρεσίβλητη δεν το αναπροσάρμοζε, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν δεδομένο ότι θα κατείχε τις αντίστοιχες θέσεις ευθύνης. Όμως, με το ίδιο σκεπτικό, θα μπορούσε να παύσει να του χορηγεί και το ποσό, που του χορηγούσε, για την ανωτέρω αιτία, ήτοι ως διορθωτικό επίδομα, καθώς και το επίδομα ευθύνης. Συνεπώς, εφόσον εξακολουθούσε να του καταβάλλει το επίδομα αυτό, έπρεπε να το αναπροσαρμόζει, σύμφωνα με τη βαθμολογική εξέλιξη του αναιρεσείοντος και τις θέσεις, που, κατά τεκμήριο και σύμφωνα με τον βαθμό που έφερε, θα κατείχε. Δεν ισχυρίζεται, εξάλλου, η αναιρεσίβλητη, ότι ο αναιρεσείων, αν δεν είχε αποσπασθεί, κατά τα ανωτέρω και σύμφωνα με τη βαθμολογική εξέλιξη, που, κατά τα άνω, είχε, δε θα υπηρετούσε σε θέσεις ευθύνης, που να δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος αυτού. Τα υποστηριζόμενα, εξάλλου, ότι από το γεγονός ότι η ως άνω ΣΣΕ του έτους 1997, προβλέπει λεπτομερώς τα σχετικά με την καταβολή στους αποσπασμένους συνδικαλιστές του επιδόματος ευθύνη, πράγμα, που δεν συμβαίνει με επίδικο επίδομα, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται του επιδόματος αυτού, δεν κρίνονται βάσιμα. Αντίθετα, η χορήγηση του επιδόματος αυτού (ευθύνης), ενισχύει την υπέρ του αναιρεσείοντος άποψη, εφόσον και το επίδομα αυτό συνάπτεται με "θέση ευθύνης", που, φυσικά, δεν κατέχουν, εξ αντικειμένου, οι αποσπασμένοι συνδικαλιστές. Επομένως, το εφετείο, με το να δεχθεί τα αντίθετα και να απορρίψει την ένδικη αγωγή, έσφαλε, παραβιάζοντας τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις του νόμου. Πέρα από αυτά, περιέχει και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη εξακολουθούσε, ως διάδοχος εργοδότρια, να χορηγεί το επίδικο επίδομα στον αναιρεσείοντα, που αυτός ελάμβανε, δέχεται, στη συνέχεια, ότι δεν δικαιούται αυτός των αναπροσαρμογών, σύμφωνα με τη βαθμολογική του εξέλιξη, ενώ, σύμφωνα με την από 30-9-1997 ΣΣΕ, προϋπόθεση της συνέχισης καταβολής του επιδόματος αυτού και μετά την απόσπαση του υπαλλήλου, είναι να το ελάμβανε αυτός και πριν την απόσπασή του. Και, βεβαίως, δε μπορεί να νοηθεί εξακολούθηση καταβολής του επιδόματος, χωρίς αυτό να είναι πλήρες, ήτοι να ανταποκρίνεται στο βαθμό και την αντίστοιχη θέση ευθύνης, που, σε διαφορετική περίπτωση, θα κατείχε ο υπάλληλος. Επομένως, οι 1ος,2ος, 4ος και 5ος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως βάσιμοι κατ' ουσίαν. Μετά από αυτά και εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση καθώς και οι επ' αυτής υπέρ του αναιρεσείοντος πρόσθετες παρεμβάσεις, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε και το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων, κατά το διατακτικό (άρθρα 176, 182, 183, 189 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την ένδικη αίτηση, με τις υπέρ αυτής πρόσθετες, κατά το σκεπτικό, παρεμβάσεις. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5126|2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στης δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος και των υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαινόντων, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για τον αναιρεσείοντα και εξ οκτακοσίων (800) ευρώ, για κάθε παρεμβαίνοντα.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ