Αριθμός 1533/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Ζ. του Γ., 2) Α. Κ. του Π., 3) Έ. Μ. του Γ. και 4) Σ. Μ. του Α., κατοίκων……, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ………", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ………. και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευτυχίας-Νικολέτας Κατσούλη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2083/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 85/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2021 αίτησή τους και τους από 6-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3443/477/19.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 85/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την από 4.3.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1466/5.3.2014) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ………." και, αφού απέρριψε αυτή κατ' ουσία ως προς την εφεσίβλητη - πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" (Ε.Ε.Τ.Α.Α.ΑΕ), δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους - ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 2083/27.12.2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 5.5.2010 και με αριθμ. κατάθ. 113898/3477/18.6.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων και μετά από εξαφάνιση αυτής (αποφάσεως) απέρριψε την ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Επίσης, παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ισχύει από 1.1.2022 ( Ν.4842/2021και Ν.4912/2022), ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 8.12.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στις 9.12.2022, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ……/9.12.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ..., δηλαδή τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (10.1.2023 ). Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 750/2020, 121/2019, 71/2019). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 19.7.2004, και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με τα άρθρα 5 και 6 του εν λόγω π.δ/τος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, όπως προαναφέρθηκε, από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10.7.2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11, που είναι συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 διά της προσθήκης παραγράφων 7 και 8 στο άρθρο 103, να εργάζονται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, δεδομένης της καθυστέρησης προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν, ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία. Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ. 1). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004 (παρ. 2). Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4). Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α). Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης ... (παρ. 5)". Και ναι μεν το άρθρο 1 παρ. 1 - 5 ν. 3320/2005 αναφέρεται στο προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, που συνδεόταν με τους φορείς αυτούς με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση και συνιστούσαν στην ουσία συμβάσεις αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 π.δ. 164/2004, και καθορίζει τις συνέπειες της διαπίστωσης αυτής της τελευταίας σχέσης, ωστόσο, οι διατάξεις αυτές πρέπει να τύχουν ανάλογης εφαρμογής και στο προσωπικό που απασχολήθηκε με ανάλογες σχέσεις σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η ύπαρξη σύμβασης αορίστου χρόνου αναγνωρίστηκε είτε με δικαστική απόφαση είτε με την προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο διοικητική διαδικασία. Πράγματι, εφόσον με την παρ. 1 του άρθρου 8Α π.δ. 81/2003, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, ορίσθηκε ότι και στους φορείς που ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. 164/2004, ο αυτός δικαιολογητικός λόγος συντρέχει για αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 - 5 ν. 3320/2005 σε όσους απασχολήθηκαν με ανάλογες σχέσεις στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενόψει του ότι ο ν. 3320/2005, και ειδικότερα το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκουν και οι Ο.Τ.Α., με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής τους, είτε σε συνιστώμενες κατά τους ορισμούς της παρ. 2 του ως άνω άρθρου οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ ρητά προβλέπεται ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Από τις αυτές διατάξεις, και ειδικότερα αυτές του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' και β' του ν. 3320/2005, "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ", προκύπτει περαιτέρω ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής. Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου. Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας κλπ) που δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχολήσεώς τους με σύμβαση μισθώσεως έργου. Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχολήσεώς τους αυτής ως συμβάσεως μισθώσεως έργου. Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων, αλλά θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της ως άνω Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών (Ολ. ΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022). Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που δεν διαφοροποιείται με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014, (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 2362/1995) και που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31.12.2006, Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου, γεννήσεως των ενδίκων αξιώσεων), ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο και, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) αυτού, "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια. Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (βλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της, παρομοίου περιεχομένου, διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εξ άλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των, κάθε είδους, απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων. Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017) η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, ΑΠ 1241/2018) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες ή οι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών, υπέρ των ΟΤΑ, επιβαρύνσεων (βλ. ΟλΑΠ 38/2005). Ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται αντίστοιχα με τα άρθρα 2 § 1 και 25 § 1 αυτού, β) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 § 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 1169/2022, 106/2020, 796/2018, 1408/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του νόμου 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται: "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών και β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας, για την πληρωμή της απαιτήσεως, αρχής. Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως..." (ΑΠ 879/2017, ΑΠ 332/2015). Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή, κατά περιεχόμενο και αίτημα, απαίτησης (ΑΠ 187/2009), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή. Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από της επομένης της συμπληρώσεως εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Συγκεκριμένα, για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ. να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1169/2022, 1241/2018, 796/2018, 1643/2017, 879/2017). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη, ακόμη και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016). Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης, η επίδοση αυτής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται και αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Ο ενάγων, δικαιούχος της απαίτησης μπορεί προς απόκρουση της ένστασης του εναγομένου περί παραγραφής, να προβάλει την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1581/2017). Από την επισκόπηση της αγωγής, της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 5.5.2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι δυνάμει συμβάσεων διάρκειας 24μηνών, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και του Δήμου……, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου και ειδικότερα στη φύλαξη σχολικών κτηρίων, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι με την πιο πάνω ιδιότητά τους απασχολήθηκαν μέχρι την ………. και ότι οι εναγόμενοι, παρότι οι συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεις μαθητείας, δεν κατέβαλαν σ' αυτούς τις αποδοχές για παράνομες υπερωρίες, αποδοχές για εργασία Κυριακών και αργιών, νυχτερινή εργασία, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου και επίδομα Πάσχα κατά τα έτη 2001 έως 2006. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά σύμφωνα με τις συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις που ίσχυαν για τον κλάδο τους (ΠΟΕ/ΟΤΑ) και με τους όρους των εθνικών γενικών ΣΣΕ που ίσχυαν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2083/27.12.2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη εταιρεία ως παθητικά ανομιμοποίητη και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία ως προς το δεύτερο εναγόμενο Δήμο ……... Μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους του τελευταίου, απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσία ως προς την εφεσίβλητη πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" (Ε.Ε.Τ.Α.Α.ΑΕ), έγινε δεκτή κατ' ουσία ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους - ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, και μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής ληφθείσης αυτεπαγγέλτως υπόψη που πρόβαλλε αυτός (Δήμος ……….) και την απόρριψη ως αβάσιμης της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που πρόβαλλαν οι ενάγοντες με το δικόγραφο της αγωγής τους. Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς τη σχέση που συνέδεε τους εφεσιβλήτους - ενάγοντες (αναιρεσείοντες) με το εκκαλούν - δεύτερο εναγόμενο αναιρεσίβλητο) και ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής ή μη των αξιώσεων των εναγόντων και της διακοπής αυτής επί λέξει τα εξής: "..Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες λαμβανομένης υπόψη της φύσεως αυτής (σχέσεως εργασίας) και του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η "απόκτηση εμπειρίας" εκ μέρους των εναγόντων (πενταετία και πλέον), ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας. Η σχέση όμως αυτή είναι άκυρη διότι ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένων στις θέσεις, στις οποίες απασχόλησε ακύρως τους εφεσίβλητους - ενάγοντες. Ως εκ τούτου αυτοί, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν ακύρως στον εκκαλούντα - δεύτερο εναγόμενο, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου από τις αιτούμενες αξιώσεις, μόνο τις αποδοχές για δώρα Πάσχα, για νυκτερινή εργασία κατά τις καθημερινές ημέρες, τις προσαυξήσεις 75% και 25% αντίστοιχα για απασχόληση κατά την Κυριακή, τις αργίες και τη νύκτα και την προσαύξηση λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας, διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας... Ότι οι αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσειόντων που αφορούν το επίδομα εορτής Πάσχα του έτους 2006 έπρεπε να έχουν ασκηθεί μέχρι τις 31.12.2008, ενώ η από 5.5.10 και με αριθ. κατ. 113898/3477/18.6.2010 κρινόμενη αγωγή με την οποία αυτές ζητούνται, επιδόθηκε στον εφεσίβλητο - δεύτερο εναγόμενο στις 23.6.2010, ήτοι ασκήθηκε σε διάστημα μείζον της διετίας. Οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ισχυρίσθηκαν καθ' υποφορά με την αγωγή τους ότι τόσο με την από ……..αίτηση διαμαρτυρίας τους προς τον εκκαλούντα - δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 4.4.2006, όσο και με την από 26.10.2007 και αριθμ. κατ. 2928/21.12.2007 αγωγή τους κατά του ιδίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 28.12.2007, διέκοψαν την παραγραφή. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, αφού με τις ως άνω εξώδικη και διαδικαστική πράξεις δεν αιτήθηκαν και την καταβολή του ως άνω επιδόματος εορτής του Πάσχα 2006, αλλά την καταβολή μόνο αξιώσεων του χρονικού διαστήματος 2001 έως 2005. Συγκεκριμένα με την ως άνω αίτηση διαμαρτυρίας τους είχαν ζητήσει από τον εκκαλούντα - δεύτερο εναγόμενο την καταβολή των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2001 έως και 2005, του επιδόματος αδείας του ιδίου χρονικού διαστήματος, της αμοιβής τους για νυκτερινή εργασία και απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες (αναφέροντας κατά λέξη: "για την εργασία μας αυτή έπρεπε να λαμβάνουμε επιπλέον την αμοιβή/προσαύξηση που ορίζει ο νόμος για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες και για την εργασία κατά τις νυκτερινές ώρες για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 και το τρέχον έτος 2005"), των λοιπών επιδομάτων (οικογενειακό) του ιδίου χρονικού διαστήματος. Με την από 26.10.2007 και αριθμ. κατ. 2928/21.12.2007 δε αγωγή τους κατά του ιδίου εκκαλούντος - δευτέρου εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αυτοί ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης για μη ληφθείσα άδεια, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας των ετών 2001 έως και 2005. Ομοίως για τον ίδιο λόγο έχουν υποπέσει στην ίδια ως άνω παραγραφή και οι υπόλοιπες αξιώσεις των εφεσιβλήτων - εναγόντων όλων ετών. Συγκεκριμένα οι αξιώσεις τους των ετών 2001, 2002 και 2003 έχουν υποπέσει σε παραγραφή λόγω παρέλευσης διετίας από της γενέσεώς τους, αρχής γενομένης από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν (έπρεπε να είχαν ζητηθεί ως τις 31.12.2003, 31.12.2004 και 31.12.2005 αντίστοιχα). Για τις αξιώσεις όμως για την καταβολή των αμοιβών για νυκτερινή εργασία τις καθημερινές, τις Κυριακές και αργίες και για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες των ετών 2004, 2005 και 2006 εχώρησε διακοπή της παραγραφής στις 4.4.2006 με την ως άνω από …….αίτηση διαμαρτυρίας τους προς τον εκκαλούντα - δεύτερο εναγόμενο, αυτές έπρεπε να είχαν ζητηθεί, δεχόμενοι την άποψη ότι η προθεσμία αρχίζει στο τέλος του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δυνατή η επιδίωξη της, ως τις 31.12.2008, και, δεχόμενοι την άποψη ότι η προθεσμία αρχίζει εκ νέου από το διακοπτικό γεγονός, ως τις 5.4.2008. Επειδή δε δεν έλαβε χώρα νέα διακοπή της παραγραφής δια της από 26.10.2007 και αριθμ. καταθ. 2928/21.12.2007 αγωγής τους κατά του ιδίου εκκαλούντος - δευτέρου εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού ως εκτέθηκε αυτή δεν αφορούσε τις ως άνω αξιώσεις τους, και η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο στις 23.6.2010, ήτοι διάστημα μείζον της διετίας, έχουν υποπέσει και αυτές στην ως άνω παραγραφή. Σημειώνεται ότι, η παραγραφή των αξιώσεων κατά του εκκαλούντος - δεύτερου εναγομένου Δήμου λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο, και δεν απαιτείται ειδικός λόγος έφεσης, που δεν υφίσταται εν προκειμένω, παρά το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει τη σχετική ένσταση του εκκαλούντος - δευτέρου εναγομένου. Τούτο δε, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως δια του λόγου της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και, εξ αυτού αυτεπάγγελτη έρευνα της ως άνω παραγραφής των αξιώσεων των εφεσιβλήτων - εναγόντων (....). Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ρητώς απέρριψε τη σχετική ένσταση του εκκαλούντος - εναγομένου, που είχε υποβάλλει, και που επανεξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την παραγραφή". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και μετά από εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ' ουσία λόγω παραγραφής. Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείοντες για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου μόνο τις αποδοχές για δώρα Πάσχα, νυχτερινή εργασία κατά τις καθημερινές, τις προσαυξήσεις 75% και 25% αντίστοιχα για απασχόληση κατά την Κυριακή, τις αργίες και τη νύκτα και την προσαύξηση λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας και όχι τις αποδοχές της αντίστοιχης οργανικής θέσης σχολικού φύλακα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' και β' του ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα και τους ΟΤΑ", με την οποία ορίζεται ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους, αφού ο πριν χρόνος ήτοι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες μόνον συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας κλπ). Ούτω το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και κατά συνέπεια, ο σχετικός τέταρτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι επιβάλλεται ίση μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολήθηκαν με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 94 Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", περί παραγραφής που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, και δεν παραβίασε κατ' αποτέλεσμα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε τα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, αλλά ούτε και τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος. Πλην όμως, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με τη διετή παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων για τα έτη 2001 έως 2006 κρίνεται εσφαλμένο, διότι γίνεται δεκτό με εφαρμογή του μη εφαρμοστέου εν προκειμένω ΝΔ 496/1974. Ωστόσο, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επομένως, ο ελεγχόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι ο ως άνω νόμος 2362/1997 καθώς και το ΝΔ 496/1974 αντίκεινται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις αναιρεσειόντων που αφορούν τα έτη 2001, 2002 και 2003 έχουν παραγραφεί, αφού αυτές έπρεπε να έχουν ασκηθεί μέχρι το τέλος των ετών 31.12.2003, 31.12.2004 και 31.12.2005, οπότε, αντίστοιχα, συμπληρώθηκε διετία από τη γέννηση των εν λόγω αξιώσεων, χωρίς μέχρι τους ως άνω χρόνους παραγραφής να υπάρξει διακοπή αυτής, αφού η από …….αίτηση διαμαρτυρίας των αναιρεσειόντων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο στις 4.4.2006 και η από 26.10.2007 αγωγή στις 28.12.2007, η δε ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο την 23.6.2010. Εξ άλλου, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις των ετών 2004, 2005 και 2006 η διετής παραγραφή αυτών διακόπηκε, κατ' αρχάς, στις 4.4.2006, οπότε επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο η από ………αίτηση διαμαρτυρίας, επανεκκίνησε δε ο χρόνος παραγραφής από 5.10.2006, ήτοι μετά την παρέλευση εξαμήνου από την υποβολή της ως άνω διαμαρτυρίας και τη μη απάντησης του Δήμου σε αυτή, ληγούσης έτσι της νέας διετίας στις 5.10.2008, για να διακοπεί και πάλι η νέα διετής παραγραφή, όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες, με την άσκηση της από 26.10.2007 αγωγής τους απευθυνομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο την 28.12.2007 και αφορούσε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου τις ίδιες αξιώσεις, με συνέπεια να αρχίσει νέα διετής παραγραφή, η οποία όμως συμπληρώθηκε στις 29.12.2009, αφού η υπό κρίση με ημερομηνία 5.5.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων επιδόθηκε μεταγενέστερα, ήτοι στις 23.6.2010. Κατά συνέπεια, οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 Ν.2362/1995. Το Εφετείο, όπως αναφέρθηκε, έκρινε ότι και οι ως άνω αξιώσεις των αναιρεσειόντων για τα έτη 2004, 2005 και 2006 είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, δεχόμενο ότι συμπληρώθηκε και η νέα διετής παραγραφή, που άρχισε μετά την επελθούσα διακοπή αυτής με την επίδοση στις 4.4.2006 της από ……..αίτησης διαμαρτυρίας τους στις 31.12.2008, άλλως στις 5.4.2008, χωρίς να μεσολαβήσει νέα διακοπή με την από 26.10.2007 και αριθμ. καταθ. 2928/21.12.2007 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επειδή αυτή δεν αφορούσε τις ως άνω αξιώσεις τους. Η τελευταία αυτή κρίση του Εφετείου ότι δεν έλαβε χώρα νέα διακοπή με την άσκηση της προρρηθείσας αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, είναι εσφαλμένη, καθ' όσον από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων προκύπτει ότι η εν λόγω αγωγή αφορούσε τις αυτές αξιώσεις, πλην όμως είναι άνευ νομίμου επιρροής, αφού οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν υποπέσει στη ως άνω διετή παραγραφή και μετά τη νέα διακοπή με την αγωγή, την απευθυνόμενη στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, και έτσι ουδόλως επηρεάζεται το διατακτικό της αποφάσεως. Εν τέλει από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το Εφετείο σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία. Επομένως, εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία ορθά, κατ' αποτέλεσμα, δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως και πρόσθετος λόγος με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ότι δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς της (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής πρέπει κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθούν. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, ο οποίος παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), περιορισμένη κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", σε συνδυασμό με το άρθρο 285 ν. 3852/2010, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.4.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 6.12.2022 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 85/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, τα οποία καθορίζει στο ποσόν των εννιακοσίων (900) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ