Αριθμός 317/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Y. A. R. του M., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7995/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1341/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ιδίου κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι η ελλιπής αιτιολογία της με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνου της ασκήσεως αυτής καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται δικαιολογητικό, της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του, λόγω ανωτέρας βίας. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ιδίου ως άνω κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που έχει παραγγείλει την επίδοση του προοριζόμενου προς τούτο εγγράφου, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη εισαγγελική αρχή ή σε αστυνομική αρχή. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 2 του άρθρου 154 ΚΠοινΔ η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157, 159 και 165 ΚΠοινΔ μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 156 ιδίου κώδικα. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει, σε έναν από τους γονείς του ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως τον τρίτο βαθμό. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως αυτή γίνεται προς το δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο Δήμαρχος για το σκοπό αυτό ή προς τον Πρόεδρο ή το γραμματέα της Κοινότητας ή προς τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως οι οποίοι αναλαμβάνουν να φροντίσουν για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που τους επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλουν βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας, διαμονής ή επαγγελματικής εγκαταστάσεως θεωρείται ο αναγραφόμενος στη μήνυση ή στην έγκληση. Έτσι αν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως σε κατηγορούμενο που σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ.1 εδαφ.α' ΚΠοινΔ δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή του Εισαγγελέα ή του Πταισματοδίκη ή του Ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση τη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί, γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου στη δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό διεύθυνση εφ' όσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή, εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από τη δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή χωρίς να δηλώσει αρμοδίως αυτή τη μεταβολή, η επίδοση αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει ακόμη και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής κατά το άρθρο 155 παρ.2 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 7995/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της η υπ' αριθμό εκθέσεως 2821 από 14-6-2011 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 32824/23.4.2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε ερήμην σε συνολική ποινή ένδεκα (11) μηνών για τις πράξεις της χρήσεως πλαστού εγγράφου, της παραποιήσεως και χρήσεως αλλοτρίου σήματος της πωλήσεως προϊόντων με παραποιημένα σήματα και του αθεμίτου ανταγωνισμού. Από την ως άνω έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο στα πλαίσια της ερεύνης του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ως εκκαλών αυτός δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ζήτησε την παραδοχή της εφέσεως του και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως με την εξής δήλωση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του ως προς το ότι έπρεπε να κριθεί η έφεση παραδεκτή "ότι ασκεί αυτήν εμπροθέσμως, διότι ο εντολέας του καταδικάσθηκε ερήμην, έλαβε δε γνώση για πρώτη φορά της εκκαλουμένης όλως τυχαίως κατά την επίσκεψή του στο Α.Τ. Ομόνοιας την 5.6.2011 και μετά τη διαπίστωση της εκκρεμότητας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο εντολέας του κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα και οδηγήθηκε την επομένη 6.6.2011 στον αρμόδιο Εισαγγελέα για την εκτέλεση των ποινών του Πρωτοδικείου Αθηνών όπου και αφέθηκε ελεύθερος αφού κατέβαλε την μετατραπείσα σε χρηματική ως άνω ποινή φυλακίσεως από 2964,11 ευρώ και περαιτέρω ότι όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως που περιέχονται στη δικογραφία η επίδοση στον εκκαλούντα της κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον του δικάσαντος πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έλαβε χώρα την 15.3.2002 ως αγνώστου διαμονής αλλά κατά τον ανωτέρω χρόνο ο εκκαλών είχε γνωστή διαμονή στο ... επί της οδού ... αριθμ.12, η οποία ήταν γνωστή στις αρχές και στην οποία του γίνονταν όλες οι νόμιμες επιδόσεις όπως αυτό προκύπτει από την 335535 κάρτα παραμονής του εκκαλούντος προς αποδεικτικώς προσαγόμενη και η οποία είχε εκδοθεί την 1.6.2001 με χρόνο προγενέστερο της ανωτέρω επιδόσεως και αναγράφει την πραγματική κατοικία του επί της οδού ... 12. Συνεπώς ο εκκαλών ήταν γνωστής διαμονής αλλά ουδέποτε έλαβε γνώση της κλήσης στο ακροατήριο και της επιδόσεως της αποφάσεως και η έφεση του πρέπει να κριθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Προβάλλει δηλαδή ο ήδη αναιρεσείων στην έφεσή του ότι την ασκεί εμπροθέσμως διότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής και δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της ερήμην του καταδικαστικής αποφάσεως παρά μόνο εκ των υστέρων από άλλη αναφερόμενη αιτία και όχι λόγους ανωτέρας βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως στους οποίους δεν εμπίπτει ο παραπάνω ισχυρισμός του. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη της εφέσεως αυτής ως εκπρόθεσμης μετά την αναφορά νομικών σκέψεων για όσα ορίζονται στα άρθρα 473 παρ.1 εδαφ. α' και β' και 476 παρ.1 εδαφ. α και β του ΚΠοινΔ και της σκέψεως ότι η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως αναστέλλεται σε περίπτωση που συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας αυτής, ο οποίος συνέχισε να υπάρχει μέχρι την ημέρα ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και ότι ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο που δεν μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να ανατραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ένεκα του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο, όπως προβεί ο ίδιος ή δι' άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη γι' αυτόν ενέργεια, καθώς και η μη γνώση από τον κατηγορούμενο του περιεχομένου της επιδόσεως και εξ αιτίας αυτού μη γνώσης του της εκδόσεως αυτής όπως και της σκέψεως ότι σε περίπτωση που η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει το λόγο της ανώτερης βίας που υπήρχε κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και ο οποίος συνέχισε να υπάρχει μέχρι την ημέρα ασκήσεως αυτής, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν καθώς και από αυτά που κατέθεσε ο εκκαλών αποδείχθηκαν τα εξής: Η κρινόμενη έφεση κατά της 39824/23.4.2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε εκπρόθεσμα δεδομένου ότι η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επιδόθηκε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις 10.10.2003 όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης ερήμην αποφάσεως του Δ. Μ. Αρχιφύλακα του Α.Τ. Ομόνοιας στον κατηγορούμενο, το οποίο βρίσκεται στη δικογραφία και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 14.6.2011, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοσή της. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας η οποία δικαιολογεί το εκπρόθεσμο αυτής, συνιστάμενος στο ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος ουσιαστικά. Ειδικότερα σύμφωνα με την από 29.12.1998 έκθεση εξετάσεως του κατηγορουμένου κατά την προανάκριση ο ίδιος δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... αρ.4 στο ... εκεί όπου αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος αφενός για την κλήτευσή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις κλήσεις, από 12.10.2001 κλήση της δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικών Αθηνών ... και από 15.3.2002 κλήση της ίδιας Επιμελήτριας και αφ' ετέρου για την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως σύμφωνα με το από 10.10.2003 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... . Πλην όμως δεν ανεβρεθεί γιατί μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση και η επίδοση έγινε ως αγνώστου διαμονής. Εξ άλλου ως τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου θεωρείται εκείνος που είχε δηλώσει κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας αυτός που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στη προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει από τη δικογραφία αλλά ούτε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δήλωσε στην Εισαγγελία τη διεύθυνση ... στην οποία ισχυρίζεται ότι βρίσκεται η εμπορική του κατοικία. Επομένως κατά τα προλεγόμενα δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε περίπτωση ανώτερης βίας η οποία δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της εφέσεως, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αυτοτελών ισχυρισμών του ...". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφαση του δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη ως απαραδέκτου λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της ερήμην του εκδοθείσης πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως. Ειδικότερα από το ληφθέν υπόψη από το δικάσαν Εφετείο από 10.10.2003 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ. του Α.Τ. Ομόνοιας ... που επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και με βάση το οποίο αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έγινε η επίδοση τότε στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της εν λόγω καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών διαπιστώνεται ότι ως αγνώστου διαμονής με επίδοση στον Δήμο Αθηναίων και στον ορισμένο από το δήμαρχο υπάλληλο του Δήμου αυτού έγινε η επίδοση αυτής της ερήμην αποφάσεως χωρίς να γίνει επίδοση της αποφάσεως στην κατοικία του καταδικασθέντος κατηγορουμένου στην οδό ... αριθμ.4 στο ..., που ήταν κατά τις παραδοχές του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ως Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της και η οποία προέκυπτε από την κατά την σύνταξή της από 29.12.1998 έκθεση εξετάσεως (απολογίας) του αναιρεσείοντος ως κατηγορουμένου ενώπιον αστυνομικού του Α.Τ. Ομόνοιας ως προανακριτικού υπαλλήλου κατά την διαταχθείσα από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να διενεργηθεί προανάκριση. Επίσης στο ίδιο ως άνω αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... αναφέρεται ότι, πριν μεταβεί και παραδώσει την 39824/2002 ερήμην καταδικαστική απόφαση μετά των πρακτικών του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τον κατηγορούμενο στον ορισμένο από το Δήμαρχο Αθηναίων υπάλληλο Μ. Ν., που βεβαίωσε αυθημερόν (10.10.2003) ότι προέβη στην τοιχοκόλληση της, "πήγε ο ως άνω αστυνομικός στην οδό αγνώστου διαμονής (....) τελευταία γνωστή κατοικία όπου κατοικούσε ο κατηγορούμενος Y. A. R." για να επιδώσει την απόφαση αυτή με την οποία καταδικάστηκε στις αναφερόμενες ποινές και έξοδα και δεν βρήκε τον πιο πάνω καταδικασθέντα που είναι απών από τον τόπο της ως άνω κατοικίας του και ήδη αγνώστου διαμονής και από την έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή η αλλού πρόσωπο σχετικό από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠοινΔ για να επιδώσει την απόφαση αυτή. Με το να γίνει όμως η επίδοση στον αναιρεσείοντα της πρωτοδίκου ερήμην του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως όχι στη δηλωθείσα κατά την απολογία του στην προανάκριση πιο πάνω διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... αριθμ.4 στο ..., όπως ορίζει το άρθρο 155 παρ.2 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 273 ιδίου κώδικα αφού δεν δήλωσε στη συνέχεια αλλαγή διευθύνσεως κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του τελευταίου αυτού άρθρου, αλλά κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο πιο πάνω αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... από το οποίο δεν προκύπτει τήρηση ούτε όσων προβλέπονται από το άρθρο 156 ΚΠοινΔ για την επίδοση της στον παραλήπτη της ως άνω αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, έπεται ότι δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έλαβε γνώση της ανωτέρω ερήμην του καταδικαστικής αποφάσεως ο κατηγορούμενος από 10/10/2003 και δεν άρχισε από τότε η προθεσμία για την άσκηση εκ μέρους του κατ' αυτής που να είχε εκπνεύσει μέχρι την 14/6/2011 οπότε ασκήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου η απορριφθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση έφεση του. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση που απορρίπτει έφεση κατ' ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την επίδοση της τελευταίας ως αγνώστου διαμονής, ενόψει του ισχυρισμού που διαλαμβανόταν στην έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων ότι ως γνωστής διαμονής δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Κατόπιν αυτών και παρελκούσης της ερεύνης του ετέρου λόγου πρέπει κατά παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.2-1 Π.Κ., 28 παρ.1 εδαφ.α'και δ' Ν. 2239/1994 και 14 ν. 146/1914 οι πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν την 24.9.1998 από τον καταδικασθέντα πρωτοδίκως ως άνω αναιρεσείοντα. Στην περίπτωση της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που απέρριψε το ένδικο μέσο ως εκπροθέσμως ασκηθέν ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του εκπροθέσμου ή μη της εφέσεως και δεν υπεισέρχεται στην ορθότητα της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συνεπώς σε αυτήν την περίπτωση που δικαστήριο της ουσίας είχε απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη από τον πιο πάνω λόγο ο Άρειος Πάγος, που αναιρεί λόγω του διαπιστούμενου σφάλματος την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την κρίση του περί του εκπροθέσμου, δεν παύει οριστικά τη δίωξη λόγω παραγραφής αλλά μετά την αναίρεση παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (ΑΠ Ολ. 3/1996), το οποίο ερευνά πρώτα το παραδεκτό της εφέσεως και μετά ταύτα αν την κρίνει παραδεκτή και η πράξη έχει παραγραφεί, παύει αυτό την ποινική δίωξη. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο εκδώσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστήριο το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ.519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 7995/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ