Αριθμός 1508/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ηλιούπολης, που έχει έδρα την Ηλιούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρου του Μαρία Κατσικερού. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Η. Μ., το γένος Ν. Γ., 2) Α. Μ. του Η., κατοίκων ..., 3) Α. συζ. Γ. Α., το γένος Η. Μ., κατοίκου ..., και 4) Ο. Μ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κατσερέλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 3/1/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, 2) από 30/3/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, 3) από 26/5/2005 πρόσθετη παρέμβαση της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και 4) από 9/11/2005 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2612/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 4685/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/2/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του τελευταίου και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η άνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ. ΑΠ 15/2000). Η αοριστία δε του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να προταθούν. Κατ' ακολουθίαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, της αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που αναγράφεται στο αναιρετήριο), με τους οποίους προβάλλεται κατ' εκτίμηση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, επειδή α) δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου από τον απώτερο και άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Π. Μ. και Η. Μ., αντίστοιχα, πέραν από το ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτών "το καλλιεργούσε, το φύλαγε και συντηρούσε την επ' αυτού παλιά οικία, που αποτελούσε την κύρια κατοικία του, στην οποία εγκαταστάθηκε και η πρώτη αναιρεσίβλητη από το γάμο τους το 1946, και κατοικεί εκεί, όπου γεννήθηκαν οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων", και β) δεν περιλαμβάνονται δικαιώματα τυχόν δικαιοπαρόχων τους προ του 1915 και για μια τριακονταετία, είναι αόριστοι και απορριπτέοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι τα θεμελιούντα το λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα Δήμο ενώπιον του Εφετείου. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του α.ν 1539/1938, ορίζει ότι: "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι, μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι: "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται. απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό, ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του ίδιου νόμου) στις 30-7-1999 (ΦΕΚ Α' 154/1999), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα (άρθρα 24, 117 του Συντάγματος). Έτσι, από τις 30-7-1999 και εφεξής η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, απαιτείται όχι μόνο, όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως για παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 24 του ν. 1732/1938, με το να μη απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, λόγω μη τήρησης της άνω προδικασίας, αφού "οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο...και όφειλαν να εγείρουν την αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και όχι κατά του αναιρεσείοντος Δήμου". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, είναι δικονομικές και δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πέραν του ότι ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι με την ένδικη αγωγή ζητείται η αναγνώριση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου έναντι του αναιρεσείοντος Δήμου, που αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς τους, και όχι έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, για να στοιχειοθετηθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι "δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο, ότι η 4910/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-2-1974 έφεση των Α. Ν. κ.λ.π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, και η 23/1997 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 3-1-1997 ανακοπή των Α. Ν. κ.λ.π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του αναιρεσείοντος Δήμου αφορούν καθοιονδήποτε τρόπο την επίδικη εδαφική έκταση", παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, καθώς και της 2797/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι τα άνω έγγραφα δεν αφορούν την επίδικη εδαφική έκταση, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-2-2010 αίτηση του Δήμου Ηλιούπολης για αναίρεση της 4685/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ