Αριθμός 688/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. A..E..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά εκείνου ο οποίος ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 124/2006), ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (Ολ ΑΠ 11/1992, ΑΠ 666/2016, ΑΠ 807/2015). Για να απευθυνθεί η αίτηση κατά του αντιδίκου αυτού, πρέπει ο τελευταίος να είναι ικανός να είναι διάδικος, δηλαδή να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αν πρόκειται δε για αντίδικο νομικό πρόσωπο, η ικανότητα αυτού να είναι διάδικος παύει αφότου τούτο κατά νόμο έπαυσε να υπάρχει. Έτσι, αν ο αντίδικος αποβιώσει ή προκειμένου για αντίδικο νομικό πρόσωπο, αν αυτό έπαυσε να υπάρχει, αυτή (αναίρεση) πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του αποβιώσαντος ή των οιονεί καθολικών διαδόχων του καταργηθέντος νομικού προσώπου (ΑΠ 759/2022, ΑΠ 506/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1369/2019). Τούτο, όμως, ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση του νομικού προσώπου, ο διάδικος είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της παύσης του αντιδίκου του νομικού προσώπου, ώστε να διαπιστώσει το διάδοχό του και να απευθύνει κατ' αυτού την αναίρεση (πρβλ.ΑΠ 433/2017, ΑΠ 433/2005, ΑΠ 1755/2002). Εάν δεν γνωρίζει την παύση του, η αναίρεση που απευθύνεται κατ' αυτού δεν είναι άκυρη και η συζήτηση χωρεί νομίμως με το διάδοχο νομικό πρόσωπο, το οποίο εμφανίζεται στη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του καταργηθέντος και προβάλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (πρβλ.ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 883/2012). 2.Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ`αρθμ.122/17.5.2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχθηκε την έφεση της Τράπεζας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε." και αφού εξαφάνισε την υπ` αριθμ. 255/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακολούθως απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (17.5.2019) και πριν την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως (1.4.2021), έλαβε χώρα διάσπαση της εκκαλούσας Τράπεζας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε.", κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του ν.2515/1997 και των άρθρων 57 παρ.3 και 59-74 του ν.4601/11.6.2019, η εν λόγω δε διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 20.3.2020 με την καταχώρηση στο Γ.Ε.ΜΗ των στοιχείων που απαιτεί ο νόμος και, συνεπώς, έκτοτε έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο υποκείμενο σε δικαιώματα και υποχρεώσεις. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ, και όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έπρεπε να απευθυνθεί κατά της ως άνω τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " Τ. E. Α. Ε.", που παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως καθολική διάδοχος της αρχικής διαδίκου-εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", νομιμοποιούμενη παθητικά στην παρούσα αναιρετική δίκη, και όχι κατά της τελευταίας - αρχικής διαδίκου, που είχε ήδη πάψει να υφίσταται, κατά τη κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, γεγονός, όμως, το οποίο δεν γνώριζε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ούτε η παριστάμενη καθολική διάδοχος της αναιρεσίβλητης ισχυρίζεται το αντίθετο. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη στρεφόμενη κατά της αρχικής διαδίκου τραπεζικής εταιρείας και, ως εκ τούτου, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). 3. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 παράγραφοι 1 και 3 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974),όπως ίσχυε πριν το Ν.4978/2022, "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ. 1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α)...Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαντήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως... (παρ. 3 εδ.α). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α Κ.Ε.Δ.Ε., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 ν. 3842/2010 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υπό παρ.2 άρθρου τρίτου Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85/07.04.2014, "Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Στο άρθρο 30Β του ΚΕΔΕ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν. 4170/2013 ορίζεται ότι:" Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου όσο και της δήλωσης του άρθρου 32 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση της δήλωσης του άρθρου 32 θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.3979/2011 είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους. Η διέλευση των δεδομένων δια των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση γνωστοποίησης ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6,11 και 5 του ν.2472/1997, ως εκάστοτε ισχύουν όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν". Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ανωτέρω, κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της γνωστοποίησης τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων και υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησης τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και οι προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου 2. Τα κατασχεθέντα ποσά αποδίδονται είτε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα Ελλάδος είτε στη υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της προηγούμενης παραγράφου.... 4. Η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τίθεται σε πλήρη λειτουργία εξήντα ημέρες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καθίσταται υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, οι οποίοι μπορούν να εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 30Α του ν.δ. 356/1974 μόνο στις περιπτώσεις που για λόγους ανωτέρας βίας αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παραγράφου 1 του παρόντος". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ. α ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου. Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες. Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άνω άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, εκδόθηκε η ΠΟΛ με αριθμό 1257/2013 στην οποία, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 2. Περιγραφή της διαδικασίας γνωστοποίησης. 1. Η διαδικασία αφορά στην ολοκληρωμένη υλοποίηση των διατάξεων των άρθρων 30 Α και 30 Β του ΚΕΔΕ ήτοι στην κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης των τελευταίων με ηλεκτρονικά μέσα καθώς και στην απόδοση από μέρους τους των τυχόν κατασχεθέντων ποσών. 2. Η αρμόδια κατά τα ανωτέρω υπηρεσία φορολογικής διοίκησης και μέσω του κόμβου Υ.Ο. αποστέλλει κατασχετήριο αίτημα ηλεκτρονικά μέσω μηνυμάτων (το περιεχόμενο των οποίων ορίζεται στο άρθρο 3) προς τον κόμβο Π.Ι, ο οποίος το παραλαμβάνει και το προωθεί αυτόματα και χωρίς καμία επεξεργασία προς το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται. 3.... 4....", "Άρθρο 3. Περιεχόμενο ηλεκτρονικά κοινοποιούμενου κατασχετηρίου. 1. Το ηλεκτρονικό κατασχετήριο αποτελείται από το εξωτερικό και εσωτερικό μήνυμα: Α) το εξωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο από τον κόμβο Υ.Ο. και τον κόμβο Π.Ι. και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία... Β) το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο αποκλειστικά από το πιστωτικό ίδρυμα και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: i τα μοναδικά στοιχεία ειδικού πρωτοκόλλου κόμβου Υ.Ο. (αριθμός και ημερομηνία), ii. τη χρονοσήμανση του κόμβου Υ.Ο., iii. Τον μοναδικό 3ψήφιο κωδικό αριθμό πιστωτικού ιδρύματος Κ.Α.Π.Ι. (από τον πίνακα τιμών ... που μοναδικά σχετίζεται με το υπόχρεο πρόσωπο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση , iv. Τα στοιχεία πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ. (αριθμός και ημερομηνία), ν. Τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός), vi. Τον ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο, vii. Ειδικότερα στοιχεία του ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο (ενδεικτικά αναφέρονται επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, επωνυμία), viii. Συνολικό ποσό κατασχετηρίου, Ταυτότητα οφειλής κατασχετηρίου, ix. Ταυτότητα Οφειλής Κατασχετηρίου (ΤΟΚ) που συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα χρεών του κατασχετηρίου. Το παραπάνω εσωτερικό ηλεκτρικό μήνυμα υπογράφεται ψηφιακά με προηγμένη ψηφιακή υπογραφή κατά την έννοια της παραγράφου 1 και 3 του Ν.3979/2011 (ΦΕΚ Α 138) από τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας, χρονοσημαίνεται με έμπιστη χρονοσήμανση από Εθνικό Πάροχο Χρονοσήμανσης και κρυπτογραφείται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείο με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ. 1 ΚΕΔΕ και άρθρο 1 αριθ.4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία του κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ.1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 139/2018, ΑΠ 1941/2017). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, τη σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 256/2011). Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 825/2018). Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχεθέντος (985 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σωρεύσεως, στο αυτό δικόγραφο της ανακοπής, της περί αποζημιώσεως, ως άνω εκ του άρθρου 985 παρ.3 αγωγής (986 εδ.β) (ΑΠ 1386/2019). Ειδικότερα, η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν λόγω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, ειδικά, η κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και η δήλωση (κατά το άρθρο 32) αυτών πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω ανταλλαγής κρυπτογραφημένων και ψηφιακά υπογεγραμμένων μηνυμάτων, κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 Α και 30 Β του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), και όχι με τη συνήθη, μη ηλεκτρονική, έντυπη διαδικασία. Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν πρόκειται για σύνταξη ενός ξεχωριστού ηλεκτρονικού κατασχετηρίου, αλλά, απλώς, προβλέπεται ιδιαίτερος, ηλεκτρονικός, τρόπος κοινοποίησης του νομίμως συνταχθέντος κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, πρέπει να περιέχει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ΚΕΔΕ στοιχεία. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, ο τρόπος αυτός κοινοποίησης του κατασχετηρίου συμφωνήθηκε από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτά εκπροσωπήθηκαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Επομένως, δεν κοινοποιείται στο πιστωτικό ίδρυμα το πλήρες περιεχόμενο του έντυπου κατασχετηρίου, αλλά γνωστοποιούνται σ' αυτό μόνο τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4-12-2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, περιλαμβάνονται δε μεταξύ αυτών τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός) καθώς και το συνολικό ποσό του κατασχετηρίου. Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, η λειτουργία της οποίας καθιδρύει σχέση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων, ενώ η εκτέλεση αυτής γίνεται, κατά κανόνα, με πολυάριθμες τμηματικές καταβολές και αναλήψεις, κατά τη βούληση του καταθέτη, που μπορούν να λάβουν χώρα ακόμη και την ίδια μέρα. Ενόψει όλων αυτών, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον το κατασχετήριο αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση, η δε ηλεκτρονική κοινοποίηση αυτού περιλαμβάνει όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί, κατά τα ανωτέρω, ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης, η αντίστοιχη δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη Δημοσίου (ΑΠ 1027/2020). 4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Για την ικανοποίηση απαίτησής του ύψους 427.641 ευρώ έναντι του οφειλέτη του Κ. Β. του Γ., ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 20744/2833/10-06-2014 κατασχετηρίου, που κοινοποιήθηκε ηλεκτρονικά στις 19-06-2014 στην καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη), επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της τελευταίας ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στον ανωτέρω οφειλέτη του Δημοσίου (αναιρεσείοντος) και μέχρι του ανωτέρω ποσού, καλώντας την ταυτόχρονα να καταθέσει το κατασχεθέν ποσό. Την 01-07-2014 η καθ'ης η ανακοπή υπέβαλε ηλεκτρονικά την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ 281265/01-07-2014 δήλωση, σύμφωνα με την οποία στο όνομα του καθ' ου η κατάσχεση οφειλέτη, τηρούνταν δύο (2) κοινοί λογαριασμοί ταμιευτηρίου, εκ των οποίων κατά το χρόνο επίδοση του κατασχετηρίου α) ο πρώτος είχε υπόλοιπο 220,22 ευρώ, εκ των οποίων δεσμεύθηκε το αναλογούν στον δικαιούχο του λογαριασμού ποσό των 30,04 ευρώ, το οποίο θα αποδοθεί στο ελληνικό δημόσιο και β) ο δεύτερος λογαριασμός είχε υπόλοιπο 6.954,12 ευρώ, το οποίο παρέμεινε δεσμευμένο καθώς έχει ήδη επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση από το Ι.Κ.Α. Κω μέχρι του ποσού των 145.393,28 ευρώ. Στην ίδια δήλωση, επισυνάφθηκαν παραστατικά κίνησης του παραπάνω λογαριασμού για χρονικό διάστημα πέντε (5) ημερών πριν την επίδοση του κατασχετηρίου και μίας (1) ημέρας μετά από αυτήν. Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής, το ανακόπτον ισχυρίστηκε ότι η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά και σε μελλοντικές απαιτήσεις του παραπάνω οφειλέτη του έναντι της τράπεζας, επομένως η τελευταία έπρεπε να διαλάβει στην ως άνω δήλωση και τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει τυχόν οφειλή της προς τον Κ. Β. που θα προκύψει στο μέλλον με βάση την μεταξύ τους σχέση, ήτοι αυτή της τήρησης των ως άνω λογαριασμών. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, έπρεπε να υπάρχει σαφής αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και των μελλοντικών απαιτήσεων, κάτι που δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, το μεν συνημμένο στην ανακοπή έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στο οποίο περιλαμβάνεται η ανωτέρω αναφορά, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στην καθ'ης η ανακοπή, ούτε άλλωστε το ανακόπτον προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης. Άλλωστε, το ανακόπτον εκθέτει στο δικόγραφο της ανακοπής ότι το κατασχετήριο επιδόθηκε ηλεκτρονικά, χωρίς όμως να προκύπτει ότι το παραπάνω αναφερόμενο κατασχετήριο έγγραφο είναι αυτό που επιδόθηκε ηλεκτρονικά. Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την καθ' ης η ανακοπή έγγραφο, προκύπτει ότι στο επιδοθέν στην ίδια με αριθμό 281265 ηλεκτρονικό κατασχετήριο, δεν υπάρχει καμία σαφής αναφορά περί κατασχέσως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τον τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό, καθώς πέραν από τα προσδιοριστικά στοιχεία του κατασχετηρίου (αριθμοί πρωτοκόλλου, Δ.Ο.Υ., Α.Φ.Μ., Κωδικός Πιστωτικού Ιδρύματος, ημερομηνίες καταχώρησης και λήξης 8ημέρου, προσωπικά στοιχεία οφειλέτη, ταυτότητα οφειλής και ποσό κατασχετηρίου), δεν γίνεται καμία μνεία για κατάσχεση των μελλοντικών απαιτήσεων του δικαιούχου του λογαριασμού, έναντι της καθ 'ης η ανακοπή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί, όπως και η κρινόμενη ανακοπή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί την ανακοπή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα αιτήματα που αναφέρονται σε αυτή, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 5.Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανακοπή, δεχόμενο ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον δεν είχε προβεί σε κατάσχεση και μελλοντικών απαιτήσεων, καθόσον τούτο δεν προέκυπτε από τα στοιχεία του επίδικου κατασχετηρίου, τα οποία αποτέλεσαν περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επίδοσης αυτού στην αναιρεσίβλητη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30,30 Α, 30 Β και 32 του ΚΕΔΕ, καθώς και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 2 (παρ. 1,2) και 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013, καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος με ηλεκτρονική κοινοποίηση του κατασχετηρίου, η σχετική δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη Δημοσίου και, συνεπώς, η επιβληθείσα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τη ΔΟΥ Ρόδου ένδικη αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού, που αυτή όφειλε στον οφειλέτη του Δημοσίου Κ. Β., μέχρι του ποσού 427.641 ευρώ, καταλάμβανε και τις μελλοντικές απαιτήσεις αυτού κατά της αναιρεσίβλητης. Και τούτο, διότι με την ηλεκτρονική επίδοση του κατασχετηρίου γνωστοποιούνται στα πιστωτικά ιδρύματα μόνο τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, στις ειδικές δε διατάξεις του ανωτέρω άρθρου δεν κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί κωδικός για την κατάσχεση ειδικά μελλοντικών απαιτήσεων, μεταξύ των υποχρεωτικών στοιχείων, που ορίστηκαν από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και τα εγκατεστημένα στη Χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30Β ΚΕΔΕ, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 τούτου, από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση, και, ως εκ τούτου, εφόσον τα έντυπα-έγγραφα των κατασχετηρίων του Δημοσίου έχουν ενιαία μορφή και περιλαμβάνουν πάγια τη φράση ότι "Κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας όσα οφείλετε ή μέλλει να οφείλετε" (κατά τα λοιπά συμπληρώνονται συνήθως χειρόγραφα), κάθε κατάσχεση του Δημοσίου εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος έχει ως αντικείμενο τόσο τις ενεστώσες κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τις μέλλουσες απαιτήσεις. Επομένως, στην επίδικη περίπτωση, η δήλωση της τράπεζας ως τρίτης, έπρεπε να διαλαμβάνει ρητή δέσμευση αυτής, ότι εάν στο μέλλον υπάρξει έναντι αυτής απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση από τους προαναφερθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς, αυτή θα δεσμεύεται μέχρι συμπληρώσεως του ποσού της κατασχέσεως. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της ίδιας αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ. 20, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι στην επίδικη περίπτωση, δεν συντρέχει κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό 20744/2833/10.6.2014 επιδίκου κατασχετηρίου, καθώς και του τρίτου και τελευταίου λόγου αυτής, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την προσκομισθείσα με επίκληση υπ'αριθμ.281265/2/01-07-2014 ηλεκτρονικά υποβληθείσα δήλωση της Τράπεζας. 6.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ, Ολ. ΑΠ 18/1993). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ. 122/2019 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. - Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. -Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ