Αριθμός 1093/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά) - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη, 2) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη και 3) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8059/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Μ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2012 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 20/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα δε η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Η δόλια παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τους τρεις πιο πάνω υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά, η παραδοχή δε των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί αντίφαση και ασάφεια γιατί η παραδοχή του ενός αναιρεί τον άλλο και καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το πώς συντελέστηκε η απάτη, εκτός αν στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων προσδιορίζει απλώς το δόλο του δράστη. Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή ψευδών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία αυτού ή τρίτου. Τέτοιο έγγραφο γνήσιο μεν, αλλά αναληθές στο περιεχόμενο του, είναι και η συναλλαγματική, η οποία στις συναλλαγές αποκαλείται συναλλαγματική ευκολίας ή κατά χάρη, καθώς και η εικονική συναλλαγματική δηλ. αυτή που εκδίδεται για χρέος που είναι ανύπαρκτο, προκειμένου να ζημιωθεί η περιουσία του αντιδίκου ή τρίτου. Επομένως στοιχειοθετείται απάτη, αν με βάση τέτοια συναλλαγματική ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής, αφού αυτή, κατά το άρθρ. 631 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί εκτελεστό τίτλο και επέρχεται στην περιουσία του αντιδίκου ή και τρίτου βλάβη ή και απειλή βλάβης, δηλαδή χειροτέρευση της περιουσιακής του καταστάσεως. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με τον ως άνω σκοπό ενήργησε και εκπλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος. Τετελεσμένη δε είναι η απάτη στο δικαστήριο, όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσκόμιση των ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του ή τρίτου. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση ,όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 8059/2012 απόφασης του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ενώπιον του, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: "Ο εγκαλών και ήδη πολιτικώς ενάγων διατηρούσε από το 1986 βιοτεχνία ειδών συσκευασίας, στην Αθήνα. Το έτος 2000 άνοιξε και κατάστημα λιανικής πώλησης ειδών συσκευασίας, επί της οδού ..., στη ..., προσλαμβάνοντας ως υπάλληλο από το 2001, τη δεύτερη κατηγορουμένη. Ακολούθως, το Σεπτέμβριο του 2002, λόγω του οτι σφραγίσθηκαν κάποιες επιταγές του και το όνομά του εμφανίσθηκε στα δυσμενή του "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", συνέστησε δύο αφανείς εταιρίες, τη μια αναφορικά με τη βιοτεχνία του και την άλλη με το κατάστημά του. Αναφορικά με τη βιοτεχνία, συνέστησε αφανή εταιρία με αφανή εταίρο την Ε. Δ.. Αναφορικά με το κατάστημα λιανικής πώλησης, συνέστησε τον Οκτώβριο 2002 με την δεύτερη κατηγορουμένη άτυπη αφανή εταιρία, στην οποία εμφανώς εταίρος ήταν η τελευταία, αφού κατέβαλε στον εγκαλούντα το ποσό των 29.347 ευρώ εκ των οποίων 14.673 ευρώ σε μετρητά τον Οκτώβριο του 2002 και το υπόλοιπο ποσό των 14.673 ευρώ σταδιακά σε δόσεις εντός 18 μηνών, με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη εκάστου κατά ποσοστό 50%. Η αφανής εταιρία, η οποία λειτουργούσε στο όνομα της δεύτερης κατηγορουμένης, αρχικά μεν είχε έδρα επί της οδού ... αρ.31-33, όπου όπως προαναφέρθηκε ο εγκαλών διατηρούσε προηγουμένως κατάστημα, στη συνέχεια δε, από τον Απρίλιο του 2004 και έκτοτε, επί της οδού ... αρ.76, στη ..., με αντικείμενο εργασιών την πώληση ειδών συσκευασίας δώρων. Από της εγκαταστάσεως στο νέο κατάστημα, η επιχείρηση άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα λόγο έλλειψης ρευστότητας και των οικονομικών ανοιγμάτων που δημιουργήθηκαν στην αγορά, κυρίως από επιταγές, που κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των ως άνω δύο συνεταίρων είχε εκδώσει ο εγκαλών στο όνομα της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία του είχε χορηγήσει το σχετικό δικαίωμα έκδοσης επιταγών στο όνομά της ως εμφανής εταίρος, για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεων της εταιρίας. Ειδικότερα ο εγκαλών και η δεύτερη κατηγορουμένη συμφώνησαν, επειδή ο εγκαλών ήταν πιο έμπειρος στις συναλλαγές από αυτήν και του είχε εμπιστοσύνη, και η δεύτερη κατηγορουμένη του έδωσε εντολή να εκδίδει και να υπογράφει για λογαριασμό της, επιταγές στο όνομά της και με τη σφραγίδα της, μόνο στη θέση του εκδότη, από μπλόκ επιταγών λογαριασμών που αυτή τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και μόνο για τις υποχρεώσεις της αφανούς εταιρίας και όχι για υποχρεώσεις ατομικές του ή έναντι τρίτων. Ακολούθως, η δεύτερη κατηγορουμένη θεωρώντας οτι ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων εξέδωσε έναν αριθμό επιταγών στο όνομά της, για την κάλυψη ατομικών υποχρεώσεών του, οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν με την ως άνω αφανή εταιρία και οτι συνεπώς είχε πλαστογραφήσει τις εν λόγω επιταγές από κοινού με κάποιον Ε. Τ., πάγιο συνεργάτη του, υπέβαλε σε βάρος τους, τις από 2 και 28-3-2005 μηνύσεις της και ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακό όφελος δια βλάβης τρίτου κατ' επάγγελμα και συνήθεια, από την οποία το επιδικασθέν όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Με το υπ' αρ.1361/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο εγκαλών απαλλάχθηκε από κάθε κατηγορία για το ως άνω αδίκημα. Στη συνέχεια, περί τα τέλη του έτους 2004 και με τις σχέσεις τους να βρίσκονται σε ρήξη και συνεχώς εντεινόμενο το πρόβλημα της ρευστότητας στην εν λόγω επιχείρηση για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεών της, οι δύο ως άνω συνέταιροι συμφώνησαν να πωλήσουν την επιχείρηση μαζί με τα εμπορεύματα και τα κινητά πράγματα του καταστήματος και να ράβει ο καθένας το ήμισυ από το τίμημα της πώλησης. Λόγω όμως του ότι η δεύτερη κατηγορουμένη έβλεπε να εκδίδονται επιταγές στο όνομά της, από τον εγκαλούντα, τις οποίες θεωρούσε πλαστές, πριν την υποβολή των ως άνω μηνύσεων, και λόγω της σφραγίσεως των επιταγών αυτών, άρπαξε τις κλειδαριές του καταστήματος, αποκλείοντας έτσι την είσοδο του εγκαλούντος σ' αυτό. Προσέτι, την 16-2-2005, θέλοντας να αποστερηθεί οποιουδήποτε περιουσιακού της στοιχείου, με το υπ' αρ. .../2005 συμβόλαιο του Συμ/φου Πειραιά, Γεωργίου Παπαθανασίου πούλησε ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, στη ..., εισπράττοντας κατά το ως άνω συμβόλαιο και την αντικειμενική αξία του, το ποσό των 43.068,19 ευρώ ενώ στην πραγματικότητα εισέπραξε το ποσό των 70.000 ευρώ όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο ο μάρτυρας υπεράσπισης της δεύτερης κατηγορουμένης-πατέρας της-Π. Μ.. Περαιτέρω, η δεύτερη κατηγορουμένη κατήρτισε με τον πρώτο κατηγορούμενο, Κ. Γ., γνωστό του πατέρα της, δύο (2) εικονικές συναλλαγματικές ποσού 3.000 (τριών χιλιάδων) ευρώ η κάθε μία, με ημερομηνία έκδοσης 26-10-2004 και ημερομηνία λήξης 10-12-2004, με εκδότη των εν λόγω συν/κών τον πρώτο κατηγορούμενο και αποδέκτρια την ίδια. Ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος, με τις συνεχείς προτροπές και παραινέσεις της δεύτερης κατηγορουμένης και του τέταρτου κατηγορουμένου-συζύγου της, γνωρίζοντας ότι ουδεμία πραγματική απαίτηση διατηρούσε κατά της δεύτερης κατηγορουμένης, την 10-2-2005 κατέθεσε αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας για έκδοση Διαταγής Πληρωμής και πέτυχε, με βάση τις ανωτέρω εικονικές συν/κές, την έκδοση της υπ' αρ. 124/16-2-2005 Διαταγής Πληρωμής σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης. Στη συνέχεια με την υπ' αρ. 469/4-3-2005 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Νικολάου ..., κατάσχεσε αναγκαστικά τα κινητά πράγματα της επιχείρησης του εγκαλούντος και της δεύτερης κατηγορουμένης και ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 25-6-2005, με τιμή πρώτης προσφοράς 4.963 ευρώ (1/2 της εκτιμήσεώς των). Μετά την πραγματοποίηση του ως άνω πλειστηριασμού, τα κατασχεθέντα κινητά κατακυρώθηκαν στην Π. συζ. Α. Τ. (αρχικά τρίτη κατηγορουμένη). Η τελευταία ήδη πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, την 28-5-2005, είχε προβεί στην μίσθωση του καταστήματος και την 8-6-2005 προέβη σε δήλωση έναρξης εργασιών (βλ. από 28-5-05 μισθωτήριο και από 8-6-05 βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Δ.Ο.Υ. Ν.Ιωνίας). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης, ο τέταρτος κατηγορούμενος-σύζυγος της δεύτερης κατηγορουμένης, κάλυπτε με επιταγές εκδόσεώς του τις οφειλές της προς τους προμηθευτές της επιχείρησης (βλ. σχ.α) υπ' αρ. 35Ε/12-1-07 απόδειξη είσπραξης της εταιρίας Χ. Β και Σία ΕΠΕ ποσού 3.000 ευρώ με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας εκδόσεως του τέταρτου κατηγορουμένου με αρ. ... και β)υπ' αρ.1365/4-4-2007 απόδειξη είσπραξης της ίδιας ως άνω εταιρίας, ποσού 6.000 ευρώ με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, έκδοσης του τέταρτου κατηγορουμένου, με αρ. ...). Ενώ σήμερα η επιχείρηση φέρεται ότι την λειτουργεί ο τέταρτος κατηγορούμενος, οι δε λογαριασμοί ΟΤΕ και ΔΕΗ εξακολουθούν να εκδίδονται στο όνομα της δεύτερης κατηγορουμένης με την οποία φέρεται ότι είναι σε διάσταση ως σύζυγοι, και στον τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ εξακολουθεί να υπάρχει το όνομά της (δεύτερης κατηγορουμένης), δίπλα στη διεύθυνση της ένδικης επιχείρησης και στο τηλέφωνό της. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η δεύτερη κατηγορουμένη και ο τέταρτος κατηγορούμενος, προκειμένου να εκδιώξουν από την επιχείρηση τον εγκαλούντα-αφανή εταίρο και να διασώσουν αφενός την επιχείρηση και την κινητή της περιουσία από τρίτους δανειστές, στους οποίους είχαν δημιουργηθεί οφειλές στο όνομά της δεύτερης κατηγορουμένης αφετέρου την ακίνητη περιουσία της τελευταίας από τους εν λόγω δανειστές, κατόπιν συμφωνίας με τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο έπεισαν με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και προκειμένου να αποκομίσουν όλοι τους παράνομο περιουσιακό όφελος, δημιούργησαν μια εικονική οφειλή της δεύτερης κατηγορουμένης πρός τον πρώτο, με αντικειμενικό σκοπό να εκδοθεί Διαταγή πληρωμής και να κατασχεθούν τα κινητά πράγματα της επιχείρησης. Ο πρώτος κατηγορούμενος δέχθηκε να προχωρήσει στην έκδοση των εικονικών ως άνω συν/κών και την με βάση αυτές έκδοση Διαταγής Πληρωμής και ακολούθως στην αναγκαστική κατάσχεση και διενέργεια πλειστηριασμού, αφού πείστηκε από τις συνεχείς σχετικές προτροπές και παραινέσεις του γνωστού σ' αυτόν από παλιά πατέρα της δεύτερης κατηγορουμένης και αφού ενισχύθηκε στην απόφασή του αυτή με τις υποσχέσεις που έλαβε από την τρίτη αρχικά κατηγορουμένη (Κ.Τ.) ότι και η ίδια θα συνέβαλε στην επιτυχή εξέλιξη του κατά του ανωτέρω τρόπο σκηνοθετημένου πλειστηριασμού και την απόκτηση των κατασχεθέντων από αυτόν κινητών, καταβάλλοντας το πλειστηρίασμα και υπερθεματίζοντας για την απόκτησή τους, κατά τις νόμιμες διαδικασίες. Η δεύτερη κατηγορουμένη όλως αορίστως και αναπόδεικτα ισχυρίζεται ότι προς κάλυψη εξόδων της για ορμονοθεραπεία για τη διενέργεια εξωσωματικής γονιμοποίησης, τα οποία χρειάστηκε να δαπανήσει και δεν διέθετε, δανείστηκε το ποσό των 6.000 € από τον πρώτο κατηγορούμενο και για το οποίο εκδόθηκαν οι δύο συν/κές, ποσού 3.000 ευρώ η κάθε μία. Από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε όμως ότι η δεύτερη κατηγορουμένη από το έτος 1996 ήδη είχε αποκτήσει παιδί και ως εκ τούτου δεν υπήρχε έλλειψη τεκνογονίας από τους δύο συζύγους και συνακόλουθα η ανάγκη διενέργειας της δαπανηρής μεθόδου της εξωσωματικής. Στην πράξη, η δεύτερη εναγόμενη συνέχισε και μετά την φαινομενική απόκτησή της από την αρχικά τρίτη κατηγορούμενη, η οποία ήταν ήδη σε ηλικία συνταξιοδότησης, η δε κόρη της, η οποία διατηρούσε αρχικά απέναντι από το επίδικο κατάστημα, κατάστημα με ομοιειδές αντικείμενο, ανέφερε την πρόσληψή της από την Τράπεζα, όπως και έγινε αρχές του 2007. Η μίσθωση του επίδικου ακινήτου από την τρίτη κατηγορουμένη προφανώς απέβλεπε στην χονδρική πώληση εμπορευμάτων ομοειδών με αυτά του εγκαλούντος και της δεύτερης κατηγορουμένης και όχι η λιανική πώληση αυτών, ώστε ως εκ της χονδρικής πώλησης να μην είναι συμφέρουσα η μίσθωση ενός καταστήματος πολυτελείας, προορισμένου κατά τους κανόνες της αγοράς για λιανικό εμπόριο, στο κέντρο της αγοράς, με υψηλό μίσθωμα. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει βάσιμος λόγος για την εκμετάλλευση από την αρχικά τρίτη κατηγορούμενη του επίδικου καταστήματος. Από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις του πρώτου, της δεύτερης και του τέταρτου (ήδη τρίτου) των κατηγορουμένων, ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων ζημιώθηκε και αποβλήθηκε από την επιχείρηση, με υπεξαίρεση του μεριδίου του σ' αυτήν αλλά και των κερδών που αντιστοιχούν σ' αυτό, ενώ καθίσταται πλέον αδύνατον για την βιοτεχνία του να εισπράξει τις απαιτήσεις που διατηρεί κατά της δεύτερης κατηγορουμένης από την χονδρική πώληση προς αυτήν. Συνολικά ο εγκαλών αφανής εταίρος ζημιώθηκε κατά το αντίστοιχο ποσό των 3.000 ευρώ (50% των 6.000 ευρώ) και δεν δύναται πλέον να ικανοποιήσει άλλες αξιώσεις του κατά τα προαναφερόμενα, ανερχόμενες στο ποσό των 28.000 ευρώ (αξιώσεις από οφειλές Τ. και Χ. = 56.000 ευρώ : 2 = 28.000 ευρώ". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους του ότι: Α) Ο πρώτος από αυτούς Κ. Γ., στην ..., στις 10-2-2005, με σκοπό να αποκομίσει αυτός και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο παρέστησε ψευδώς στον Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, ότι οι από 10-12-2004 συναλλαγματικές ποσού 3000 Ευρώ εκάστη, κάλυπταν δήθεν απαίτηση του κατά της β' κατηγορουμένης Μ. Μ., ενώ αυτές ήταν εικονικές διότι δεν υπήρχε συναλλαγή μεταξύ τους με αποτέλεσμα να πεισθεί ο ανωτέρω Ειρηνοδίκης να εκδώσει την με αρ. 124 /2005 διαταγή πληρωμής με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος αυτός, η Μ. Μ., η Π. συζ. Α. Τ. και ο Δ. Δ., καθ' όσον δυνάμει απογράφου αυτής (διαταγής πληρωμής) εκπλειστηριάσθηκαν στις 15-6-2005 τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν στο κατάστημα της δεύτερης κατηγορουμένης, που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ... 78 στο οποίο ήταν αφανής εταίρος κατά 50ο/ο ο εγκαλών Θ. Μ. υπέρ της Π. Τ., η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε την επιχείρηση στον τέταρτο, σύζυγο της δεύτερης κατηγορουμένης (αρχικής ιδιοκτήτριας) με αποτέλεσμα ο αφανής εταίρος να ζημιωθεί κατά το αντίστοιχο ποσό ήτοι 3000 Ευρώ (50ο/ο των 6000 Ε), και να μη δύναται πλέον να ικανοποιήσει άλλες αξιώσεις του ανερχόμενες στο ποσό των 28.413,16 Ε. Β) στην Αθήνα το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 10-2-2005 οι Μ. Μ. και ο Δ. Δ. από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να τελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε και ειδικότερα με προτροπές και παραινέσεις έπεισαν τον α! κατηγορούμενο να παραστήσει όσα στο υπό στοιχείο Α! του παρόντος , αναφέρονται εν γνώσει τους ότι αυτά είναι ψευδή και με αυτά να τελέσει την ανωτέρω (υπό στοιχ. Α') απάτη ενώπιον του δικαστηρίου. Στη συνέχεια επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός(1) έτους εις έκαστο, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ', 14, 26 παρ. 1 α', 27, 45, 46 παρ. 1 α' και 386 παρ. 1α' ΠΚ., τις οποίες ούτε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε η απόφαση του να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του, α)τον τρόπο με τον οποίο συντελέσθηκε εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αυτουργού της αξιοποίνου πράξεως της απάτης επί δικαστηρίω, η παραπλάνηση του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας με την κατάθεση σ' αυτόν ως εντεταλμένου Δικαστή για έκδοση διαταγής πληρωμής, την 10-2-2005, αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής, προσκομίζοντας εν γνώσει του εικονικά στοιχεία, ήτοι δύο εικονικές συναλλαγματικές εκδόσεως 26-4-2004 και λήξεως 10-12-2004, ποσού 3.000 Ε. κάθε μία, με εκδότη τον ίδιο και αποδέκτρια την δεύτερη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Μ. Μ., ενώ γνώριζε ότι δεν υφίστατο χρέος της Μ. Μ. προς αυτόν και πέτυχε με την δόλια αυτή παραπλάνηση του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας την έκδοση της υπ' αρ. 124/16-2-2005 διαταγής πληρωμής που αποτελεί τίτλο εκτελεστό. β) τον σκοπό για τον οποίο προέβη στην δόλια αυτή παραπλάνηση του ανωτέρω δικαστή, που ήταν να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό-όφελος στον εαυτό του, στην Μ. Μ., την Π. Τ. και τον σύζυγο της Μ. τρίτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Δ. Δ., μέσω του πλειστηριασμού με εκτελεστό τίτλο την ως άνω διαταγή πληρωμής των κινητών πραγμάτων του καταστήματος, της δεύτερης αναιρεσείουσας Μ. Μ., το οποίο κατάστημα εν τοις πράγμασι λειτουργούσε με την μορφή της αφανούς εταιρείας μεταξύ της ανωτέρω αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης (εμφανούς εταίρου) και του εγκαλούντος Θ. Μ. (αφανούς εταίρου) με συμμετοχή στα κέρδη και της ζημίες κατά ποσοστό 50ο /ο έκαστος, γεγονός το οποίο και πέτυχαν διότι κατά τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό του εμπορεύματος του καταστήματος, (στην ουσία της αφανούς εταιρείας), υπερθεμάτισε η Π. Τ. και κατακυρώθηκε σ' αυτήν το εμπόρευμα έναντι της τιμής της πρώτης προσφοράς 4963 Ε. γ)την βλάβη της ξένης περιουσίας, ήτοι της περιουσίας του εγκαλούντος, κατά το ποσό των 3000 Ε. (6.000:2), η οποία τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την παραπλανητική ενέργεια του πρώτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου. δ)διαλαμβάνεται ο δόλος του φυσικού αυτουργού της πράξεως αλλά και των ηθικών αυτουργών αυτής με τις παραδοχές ότι ο πρώτος γνώριζε την ανυπαρξία του χρέους μεταξύ αυτού και της δεύτερης αναιρεσείουσας και ήθελε με την ψευδή αυτή παράσταση, ότι δηλαδή οι συναλλαγματικές που προσκόμισε για έκδοση διαταγής πληρωμής στον Ειρηνοδίκη Καλλιθέας να προσπορίσει ως προαναφέρθηκε παράνομο περιουσιακό όφελος στον εαυτό του, καθώς και στην περιουσία των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και της Π. Τ. ,κατά το ποσό των 6000 Ε. με ζημία του εγκαλούντος, αφανούς εταίρου κατά το ήμισυ του ανωτέρω ποσού, ε) την ηθελημένη πρόκληση των ηθικών αυτουργών της πράξεως κατόπιν συναπόφασης τους, για τη διάπραξη από τον αυτουργό αυτής της αντικειμενικής υποστάσεως της ,με γνώση και θέληση του αξιοποίνου χαρακτήρα της πράξεως και τα μέσα με τα οποία από κοινού έπεισαν τον φυσικό αυτουργό στην τέλεση της, ήτοι προτροπές και παραινέσεις. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπλανητικής ενέργειας του πρώτου -αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και της ζημίας του εγκαλούντος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται προφορική συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, με την ιδιότητα της εμφανούς εταίρου και του εγκαλούντος με την ιδιότητα του αφανούς εταίρου, ότι τα κέρδη από τη λειτουργία της αφανούς εταιρείας θα ανήκουν κατά ποσοστό 507ο εις έκαστο όπως και οι ζημίες θα τους βαρύνουν κατά το ίδιο ποσοστό, γεγονός που γνώριζε και ο φυσικός αυτουργός. Άρα η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με την δόλια παραπλανητική ενέργεια του τελευταίου, στον Ειρηνοδίκη Καλλιθέας (παραπλανηθέντα), είχε άμεση συνέπεια στην εταιρική περιουσία, η οποία ανήκε κατά ποσοστό 507ο στον εγκαλούντα διότι μέσω της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου επήλθε βλάβη αυτής. Μεταξύ δε της πράξεως αυτής -τετελεσμένης απάτης επί δικαστηρίω -και της περιουσιακής βλάβης του εγκαλούντος δεν μεσολάβησε άλλη αυτόνομη πράξη άλλου προσώπου ώστε να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ζημίας του εγκαλούντος από άμεση σε έμμεση, ως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι ,διότι η αναγκαστική κατάσχεση των κινητών πραγμάτων της αφανούς εταιρείας που ακολούθησε και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός τους, ήταν οι απαιτούμενες από το νόμο πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η ζημία που επήλθε στον εγκαλούντα, από τις αξιόποινες πράξεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων ανέρχεται, ως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 3000 Ε., ήτοι το ήμισυ του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Η παραδοχή δε του δικαστηρίου της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι, ο εγκαλών δε δύναται να ικανοποιήσει άλλες αξιώσεις του που ανέρχονται στο ποσό των 28.000 Ε., αναφέρεται σε περιουσιακή βλάβη αυτού, που δεν τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι και απλώς διηγηματικά εκτέθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά στον καθένα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Απορρίπτει την υπ' αρ. 298/10-12-2012 αίτηση των α) Κ. Γ. του Ι., β) 1 και γ) Δ. Δ. του Ν. κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 8059/10-10-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Αυγούστου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ