Αριθμός 657/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Ε., συζ. Γ. Ζ., κατοίκου Σαλαμίνας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαϊλάζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 10-2-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1766/2014 μη οριστική και 4978/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 440/44/28-5-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 206/1-4-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), η οποία, δικάζοντας επί της από 20-2-2018 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της 4978/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την από 25-11-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχτηκε αυτή εν μέρει. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 270/2018). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικά. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 972/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 και 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα (παρ. 1). Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4). Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα. β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό. γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα. (παρ. 5)". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ΚΟΚ, αποτελούν οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε εκείνον που έρχεται από δεξιά (ΑΠ 871/2013, ΑΠ 184/2009). Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις: α) όσων κινούνται σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας και β) τα σιδηροδρομικά και τροχιοδρομικά οχήματα που έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) όσων εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) όσων εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών τους κινούμενους οδηγούς. Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία σε ισόπεδο κόμβο μία οδός τέμνει καθέτως άλλη σε σχήμα "Τ", ήτοι καταλήγει σ' αυτή χωρίς να συνεχίζεται, καθόσον ούτε ρητά στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογίαν μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση, είναι δε διαφορετικό το γεγονός ότι ο κινούμενος στην τέμνουσα οδό οδηγός, είναι υποχρεωμένος, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 19 παρ.1, 2 και 3 και 21 παρ.1 και 2 του ΚΟΚ να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, να την μειώνει πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατεύθυνσης για να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά κατά περίπτωση. Κατά συνέπεια, επί ισόπεδου κόμβου σε σχήμα "Τ", η προτεραιότητα ανήκει στον κινούμενο επί της τέμνουσας οδού, έναντι των εξ αριστερών του κινουμένων έστω και σε κύρια οδό οχημάτων (ΑΠ 871/2013, ΑΠ 184/2009, ΑΠ 635/2007, ΑΠ 630/2007). Κατά την διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιό της μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή όσον και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 του ΚΠολΔ. Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος με την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλώς με τις προτάσεις του (ΑΠ 758/1018, ΑΠ 1756/1917, ΑΠ 747/2017, ΑΠ 73/2015). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, ενώ η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης εκτός των ορίων της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1756/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 και κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθορίζοντας το σχετικό ποσοστό σε 50%, αν και η ένσταση αυτή είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο αναιρεσίβλητος δεν την επανέφερε στο Εφετείο με αντίστοιχο λόγο έφεσης, με περαιτέρω συνέπεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να προβεί σε μείωση όλων των επιδικασθέντων σ' αυτή κονδυλίων αποζημίωσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά ποσοστό 50% και να συνεκτιμήσει το ίδιο ποσοστό κατά τον καθορισμό της χρηματικής της ικανοποίησης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, με την από 25-11-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά του Π. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και του αναιρεσιβλήτου, ζήτησε αποζημίωση, πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του τραυματισμού της στο περιγραφόμενο σ' αυτή τροχαίο ατύχημα κατά τη σύγκρουση της ΚΡΜ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που η ίδια οδηγούσε, με το ανασφάλιστο ΥΝΚ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου. Το αναιρεσίβλητο, ως υπόχρεο προς αποζημίωση για το προαναφερθέν ανασφάλιστο όχημα, με δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα 1766/2014 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-3-2014 και τις προτάσεις του της δίκης εκείνης, πρότεινε τις ενστάσεις α) συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 95%, συνιστάμενης στην οδήγηση της μοτοσικλέτας της χωρίς σύνεση και προσοχή και με αυξημένη για οδικό κόμβο ταχύτητα (λόγω και της απειρίας της περί την οδήγηση, γιατί δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια οδήγησης) και στην παραβίαση της εκ δεξιών προτεραιότητας του ΥΝΚ... ΙΧΕ ανασφάλιστου αυτοκινήτου και β) συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσείουσας στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού της στο κεφάλι, κατά ποσοστό 80%, λόγω της παράλειψής της να φέρει προστατευτικό κράνος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 1766/2014 μη οριστική απόφασή του (αφού συνεκδίκασε την παραπάνω (κυρία) αγωγή με παρεμπίπτουσα αγωγή του δεύτερου εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) κατά του πρώτου εναγομένου, (που δεν ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη), διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη και με την 4978/2017 οριστική του απόφαση, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου, περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον οδηγό του ΥΝΚ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ... και αφού δέχτηκε εν μέρει την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσείουσας, το οποίο καθόρισε σε ποσοστό 3%, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας για τις ως άνω αιτίες τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά. Κατά της τελευταίας απόφασης το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 20-2-2018 έφεση, διατυπώνοντας παράπονα, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της ένστασής του, περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση ένδικου του ατυχήματος, όπως αυτό προκύπτει από την εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του πρώτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο επικαλείται σφάλμα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με το να μην δεχθεί υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, λόγω της έλλειψης σύνεσης και προσοχής αυτής, συνεπεία και της απορρέουσας από την έλλειψη άδειας οδήγησης απειρία της, την είσοδό της στον κόμβο με αυξημένη ταχύτητα και την παραβίαση της προτεραιότητας του εκ δεξιών αυτής κινούμενου ΥΝΚ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας επανήλθε ενώπιόν του με λόγο έφεσης και αφού την ερεύνησε κατ' ουσίαν, τη δέχτηκε εν μέρει, καθορίζοντας ανελέγκτως το αντίστοιχο ποσοστό σε 50%. Στη συνέχεια, αφού έκρινε περαιτέρω ότι η αναιρεσείουσα συντέλεσε στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού της στο κεφάλι κατά ποσοστό 20%, γιατί δεν έφερε προστατευτικό κράνος, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και διακρατώντας και ερευνώντας εκ νέου την ένδικη αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει, μειώνοντας τα ποσά της αποζημίωσης που επιδικάστηκαν στην αναιρεσείουσα κατά το ως άνω ποσοστό της συνυπαιτιότητάς της (50%), το οποίο συνεκτίμησε και για τον καθορισμό του ύψους των εύλογων χρηματικών παροχών εκ των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσίβλητος, ως εκκαλών, επανέφερε παραδεκτά ενώπιόν του, τη νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως και απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένστασή του, περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και κατόπιν έρευνας και ουσιαστικής παραδοχής της, αφού καθόρισε το ποσοστό της σε 50%, να προβεί σε ανάλογη μείωση όλων των κονδυλίων της αποζημίωσης που έγιναν πρωτοδίκως δεκτά, έστω και αν ορισμένα εξ αυτών δεν προσβλήθηκαν ειδικά ως προς το ύψος τους με την έφεση του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι με το λόγο έφεσης για αναγνώριση συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας θεωρείται ότι περιλαμβάνεται αναγκαίως και αίτημα για ανάλογη μείωση όλων των κονδυλίων-πληττόμενων και μη, και να συνεκτιμήσει το ίδιο ποσοστό στον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας λόγω αναπηρίας και της χρηματικής της ικανοποίησης, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Δεν αρκεί για το ορισμένο του προαναφερόμενου λόγου η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 255/2020). Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να υπολογίσει την αποζημίωση της αναιρεσείουσας για καταστροφή των ενδυμάτων της κατά το ένδικο ατύχημα, συνυπολόγισε και το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος αυτής επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, παραβιάζοντας έτσι ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 300 και 914 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό, υπό τις οποίες συντελέστηκε η φερόμενη παραβίαση αλλά αναφέρεται η κρίση του Δικαστηρίου συμπερασματικά και γίνεται παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση (στη σελ. 26 αυτής). Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1976/2017, ΑΠ 462/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η εν λόγω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναίρεσης, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 43/1990) και περαιτέρω, να παρατίθεται όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017). Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δραστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 826/2021, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 49/2014). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, όπως εκτιμάται, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί συνυπαιτιότητας αυτής στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, επικαλούμενη ειδικότερα τα εξής: "...όπως ανέφερα και στις προτάσεις που κατέθεσα στο Εφετείο αλλά και αυτεπάγγελτα έπρεπε το Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση εκ του άρθρου 300 ΑΚ ως αόριστη, επειδή: α) Δεν εξηγείται και δεν περιγράφεται ποιες ενέργειες και παραλείψεις μου ήταν παράνομες και πώς αυτές συντέλεσαν και επηρέασαν τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Δεν υπήρχε δηλαδή καμία αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία να οδηγούν στην εφαρμογή του κανόνα της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και β) δεν αναφέρεται κανένα ποσοστό συνυπαιτιότητάς μου (κατά την εκτίμηση του εκκαλούντος)...". Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο κατά τη διατύπωση που φέρεται ότι προβλήθηκε στο Εφετείο, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των νομίμως κατατεθεισών την προηγούμενη της συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προτάσεων της αναιρεσείουσας, η τελευταία δεν προέβαλε στο Εφετείο ισχυρισμό αοριστίας της ένστασης του αναιρεσιβλήτου περί συνυπαιτιότητάς της, ενώ η αοριστία ένστασης, έστω και αν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια της ουσίας, για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά τα προεκτιθέμενα, να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, αφού ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη από τον Άρειο Πάγο και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1681/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη, κατά τα σκέλη υπό τους αριθμούς 1, 2 και 3, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά το σκέλος υπό τον αριθμό 4, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου Κώδικα, για ευθεία παραβίαση από το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 26 παρ. 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων και 21 έως 23 και 26 παρ. 5 περ. β' του ΚΟΚ ως προς την προτεραιότητα στον κόμβο επί του οποίου συνέβη το ένδικο ατύχημα, αλλά και εκ πλαγίου, γιατί, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας αυτής στην πρόκληση του ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ως άνω κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 9η Νοεμβρίου 2010 και περί ώρα 11:00 π.μ. η ενάγουσα της κυρίας αγωγής οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΚΡΜ ... δίκυκλη μηχανή και εκινείτο επί της οδού Μαραθώνος της νήσου Σαλαμίνας, η οποία έχει οδόστρωμα συνολικού πλάτους 4,50 μέτρων καλυμμένο με άσφαλτο, τυγχάνει διπλής κατεύθυνσης (το ένα ρεύμα οδηγεί από Αιάντειο και περιοχή Βροντού προς Αμπελάκια και το αντίθετο ρεύμα οδηγεί από Αμπελάκια προς περιοχή Βροντού και Αιάντειο) και είχε ξηρό το οδόστρωμα. Η συγκεκριμένη οδός Μαραθώνος (περιοχής Ντοροτό Δήμου Σαλαμίνας) έχει χαρακτηρισθεί αρτηρία του οδικού δημοτικού δικτύου σύμφωνα με το εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Σαλαμίνας (Απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Γ58048 /85 /ΦΕΚ 572 Δ /31-110-1985), όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. 9741 /3-4-2012 έγγραφο του Δήμου Σαλαμίνας. Η ενάγουσα εκινείτο επί της προαναφερομένης οδού με κατεύθυνση από περιοχή Βροντού προς Αμπελάκια και με ταχύτητα περίπου 20 χιλιομέτρων ανά ώρα (επί ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου 50 χιλιομέτρων ανά ώρα). Εκ δεξιών του οδοστρώματος της οδού Μαραθώνος (για τον κινούμενο κατά την κατεύθυνση της ενάγουσας επί του ρεύματος από Βροντού προς Αμπελάκια) υφίσταται χωμάτινο έρεισμα (εν είδει πεζοδρομίου) πλάτους 0,80 μέτρου πριν την αμέσως κατωτέρω περιγραφόμενη οδική συμβολή και 1 μέτρου μετά την οδική συμβολή. Εκ δεξιών της ως άνω οδού (για τον κινούμενο κατά την κατεύθυνση της ενάγουσας) καταλήγει και συμβάλλεται προς την οδό Μαραθώνος εν είδει σχήματος "Τ" η οδός Νάξου, η οποία τυγχάνει επίσης οδός διπλής κατευθύνσεως και έχει πλάτος οδοστρώματος 4,1 μέτρων. Η οδός Νάξου, η οποία είναι καλυμμένη με σκυρόδεμα, εκκινεί από το Βουνό (όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως αλλά και διά συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου από την από 9-11-2010 ένορκη εξέταση του ειδικού φρουρού της ΕΛ.ΑΣ. Σ. Δ. ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας) και καταλήγει στην οδό Μαραθώνος. Επί της οδού Νάξου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής, ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΥΝΚ ... Ι.Χ.Ε. ανασφάλιστο όχημα και εκινείτο με κατεύθυνση προς την συμβολή της οδού Νάξου με την οδό Μαραθώνος. Συνεπιβάτης (συνοδηγός) του αυτοκινήτου ήταν ο Δ. Χ. του Χ. και της Α., όπως προκύπτει από την από 9-1-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των προανακριτικών υπαλλήλων Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας. Όταν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο έφθασε στο ύφος της συμβολής της οδού Νάξου με την οδό Μαραθώνος, ο πρώτος εναγόμενος επεχείρησε να εισέλθει στην τελευταία οδό, δίχως προηγουμένως να έχει τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να μειώσει την ταχύτητα σε μέγεθος, το οποίο θα επέτρεπε ανά πάσα στιγμή να έχει επαρκή εποπτεία του χώρου και ασφαλή δυνατότητα ελέγχου της εξ αριστερών αυτού κινήσεως των οχημάτων επί της οδού Μαραθώνος, στην οποίαν ήθελε να εισέλθει, παρά το γεγονός ότι, όπως και ο ίδιος πρωτοβαθμίως κατέθεσε ανωμοτί ως διάδικος και όπως προκύπτει διά συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου από την από 9-11-2010 έκθεση εξέτασης αυτού ως κατηγορουμένου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας, δεν είχε ικανό πεδίο ορατότητας κατά την άφιξή του στην οδική συμβολή, διότι στην εξ αριστερών (ως προς την κίνησή του) γωνία της συμβολής των δύο οδών υπήρχαν αναρριχώμενα φυτά επί του συρματοπλέγματος και πυκνές φυλλωσιές από τα δένδρα του ακαλύπτου αυλείου χώρου του παρακειμένου γωνιακού οικοπέδου, οι οποίες εμπόδιζαν σημαντικά την προς τα αριστερά (ως προς την κίνησή του) ορατότητα, όπως άλλωστε εμφαίνεται και από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος κατά τον χρόνο του συμβάντος. Αντιθέτως, ενώ επιπροσθέτως στο αίμα του ανιχνεύθηκαν κατασταλτικά στοιχεία της φαρμακευτικής ουσίας "Carbamazepine", επεχείρησε να εισέλθει στην οδό Μαραθώνος, ενώ ταυτοχρόνως στο ένα χέρι κρατούσε το κινητό τηλέφωνο, μέσω του οποίου εκείνη την στιγμή μιλούσε, και δεν είχε την προσοχή του στην οδήγηση, όπως προκύπτει και από την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του συνεπιβάτη τού και αυτόπτη μάρτυρα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βεροίας αλλά και διά συναγωγής δικαστικού τεκμηρίου από την ένορκη εξέταση αυτού ως μάρτυρα κατά την αντίστοιχη ποινική δίκη, κατά την οποία ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε για σωματική βλάβη εξ αμελείας παρά υποχρέου σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών βάσει της υπ' αριθ. 532/2014 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (μεταβατικής έδρας Σαλαμίνας). Έτσι εισήλθε στην οδική συμβολή κατά δύο περίπου μέτρα και με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου έπληξε την εμπρόσθια αριστερή επιφάνεια της δίκυκλης μηχανής, της οποίας η οδηγός απώλεσε την ισορροπία της. Ακολούθως η δίκυκλη μηχανή έπεσε με την δεξιά πλευρά της στο οδόστρωμα και η ενάγουσα έπεσε και βρέθηκε σε απόσταση έξι έως επτά περίπου μέτρων μετά το σημείο συγκρούσεως προς το άκρο του οδοστρώματος του αντιθέτου προς την κίνησή της ρεύματος κυκλοφορίας. Εκ της ως άνω αποστάσεως της τελικής θέσεως της ενάγουσας από το σημείο συγκρούσεως καταδεικνύεται με συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου η κατά τα προαναφερθέντα ταχύτητα της δίκυκλης μηχανής σε μέγεθος περίπου 20 χιλιομέτρων ανά ώρα. Βάσει των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών συνυπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος (κατά ποσοστό 50%) τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου, διότι, κατά παράβασιν των άρθρων 12 παρ.1, 13 παρ. 2, 19 παρ.3 και 26 παρ.1 Ν. 2696 /1999, ενώ πλησίαζε σε οδική συμβολή σχήματος "Τ" και ανεξαρτήτως του ότι είχε προτεραιότητα κινούμενος επί της οδού Νάξου έναντι της ενάγουσας, η οποία εκινείτο εξ αριστερών αυτού επί του ρεύματος κινήσεως της οδού Μαραθώνος από Αιάντειο προς Αμπελάκια, ενώ η προς τα αριστερά ορατότητα αυτού περιοριζόταν σημαντικά από τα αναρριχώμενα φυτά του συρματοπλέγματος και από τις φυλλωσιές των δένδρων του αυλείου χώρου του εξ αριστερών του κειμένου γωνιακού οικοπέδου, εν τούτοις πρό της εισόδου του εις την οδική συμβολή δεν εμείωσε την ταχύτητα σε βαθμό, ώστε να διασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο και την ασφαλή εποπτεία της κυκλοφοριακής κινήσεως επί του προαναφερομένου ρεύματος (προς Αμπελάκια) της οδού Μαραθώνος, αλλά αντιθέτως δεν είχε τεεταμένη την προσοχή αλλά είχε αποσπασθεί η προσοχή του από την συνομιλία μέσω του κινητού τηλεφώνου του, το οποίο κρατούσε με το ένα χέρι του. Έτσι κατά την είσοδο του στην οδική συμβολή δεν αντιλήφθηκε την ενάγουσα, η οποία είχε ήδη φθάσει στο μέσον αυτής και έπληξε την δίκυκλη μηχανή με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και προκάλεσε τον επίδικο τραυματισμό της οδηγού της δίκυκλης μηχανής. Συνυπαίτια, όμως, στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό 50% υπήρξε και η ίδια η ενάγουσα, διότι, κατά παράβαση των άρθρων 12παρ.1, 19 παρ. 1, 2 & 3, 21 παρ. 1 & 2, 26 παρ.1 & 5 Ν. 2696/1999, ενώ εκινείτο επί της οδού Μαραθώνος με κατεύθυνση προς Αμπελάκια και προσέγγιζε την ως άνω οδική συμβολή, όπου ο εισερχόμενος από την οδό Νάξου στην συμβολή βρισκόταν εκ δεξιών της ενάγουσας και είχε προτεραιότητα έναντι αυτής, και ενώ η προς τα δεξιά ορατότητα αυτής ήταν σημαντικώς μειωμένη λόγω των αναρριχωμένων φυτών του οριοθετικού συρματοπλέγματος και των φυλλωσιών των δένδρων του ακάλυπτου χώρου του προαναφερθέντος οικοπέδου, εν τούτοις δεν εμείωσε ακόμη περισσότερο την ταχύτητά της, ώστε να δύναται να ακινητοποιήσει την δίκυκλη μηχανή εγκαίρως , και να μην επιχειρήσει να εισέλθει στην οδική συμβολή αλλά να παραχωρήσει προτεραιότητα στο εκ δεξιών της στην ίδια συμβολή εισερχόμενο αυτοκίνητο αλλά εισήλθε σε αυτήν, δίχως να αντιληφθεί τούτο και έτσι συνέβαλε και αυτή κατά το προαναφερόμενο ποσοστό στην επέλευση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας, την οποία πρόβαλε το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο και η οποία προβάλλεται επίσης με τον αντίστοιχο λόγο έφεσης. Το ποσοστό συνυπαιτιότητάς της δεν μεταβάλλεται προς το μείζον ένεκα της οδηγήσεως της δίκυκλης μηχανής από την ενάγουσα χωρίς την αντίστοιχη άδεια ικανότητας, διότι η ενάγουσα πρακτικά ήξερε να οδηγεί δίκυκλη μηχανή, ενώ η εκ μέρους της κατοχή αδείας ικανότητος οδηγήσεως αυτοκινήτου εξασφάλιζε την γνώση των κανόνων του Κ.Ο.Κ., οπότε η έλλειψη αδείας οδηγήσεως δίκυκλης μηχανής δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την συντέλεση του ατυχήματος. Από την απώλεια του ελέγχου της δίκυκλης μηχανής και από την πτώση της στο έδαφος, η ενάγουσα (ηλικίας τότε 44 ετών), η οποία δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, υπέστη σωματική βλάβη στο κεφάλι. ..... Βάσει των προαναφερομένων συνυπαίτια ως προς την πρόκληση και κυρίως στην τέτοιου βαθμού έκταση του τραυματισμού της στο κεφάλι κατά ποσοστό 20% ήταν η ίδια η ενάγουσα, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, το οποίο θα την προστάτευε από τέτοιας έκτασης τραυματισμό, σύμφωνα με την πρωτοδίκως προβληθείσα αντίστοιχη ένσταση του εκκαλούντος, η οποία προβάλλεται σε δεύτερο βαθμό με τον αντίστοιχο λόγο έφεσης. Έσφαλε, επομένως, και κατά τα ως άνω κεφάλαια (περί υπαιτιότητος - συνυπαιτιότητος ως προς την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και περί οικείου πταίσματος της ενάγουσας στην έκταση της ζημίας της) η εκκαλουμένη, που δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου ως προς την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου και μικρότερο ποσοστό οικείου πταίσματος της ενάγουσας στην έκταση της ζημίας της λόγω ελλείψεως προστατευτικού κράνους, και πρέπει κατά παραδοχή των αντιστοίχων λόγων εφέσεως να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο εκφοράς κρίσεως επί της κυρίας αγωγής έναντι μόνον του Επικουρικού Κεφαλαίου....και να κρατηθεί και δικασθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη διαφορά ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο της κυρίας αγωγής (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ)." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου, περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, την οποία καθόρισε σε ποσοστό 50%, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια και τις διατάξεις που αφορούσαν στην από 25-11-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας και, στη συνέχεια, επιδίκασε στην τελευταία τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης. Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει το αποδεικτικό του πόρισμα, περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 εδ. β' του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 26 παρ. 1 και 5 εδ. α', 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και του ΚΟΚ που ήταν εφαρμοστέες (από παραδρομή και χωρίς να διαλαμβάνονται αντίστοιχες παραδοχές αναφέρεται και παράβαση της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ), γιατί τα περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα πληρούν το πραγματικό των κανόνων αυτών και συγκροτούν αντικειμενικά αμέλεια (συνυπαιτιότητα) της αναιρεσείουσας. Υπό τις ίδιες δε παραδοχές, ως προς την προτεραιότητα επί της ένδικης συμβολής, δεν ήταν εφαρμοστέες οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 5 περ. β' και 21 έως 23 του ΚΟΚ, γιατί το Εφετείο δέχτηκε ότι το ΥΝΚ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο από δεξιά της αναιρεσείουσας και εισήλθε στη συμβολή των οδών Μαραθώνος και Νάξου, προερχόμενο από την διπλής κατευθύνσεως και πλάτους 4,10 μέτρων οδό Νάξου και όχι από μονοπάτι, ενώ δεν διέλαβε παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα, εισελθούσα πρώτη στη συμβολή, απέκτησε προτεραιότητα διέλευσης έναντι του οδηγού του αυτοκινήτου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τα σκέλη αυτού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Διέλαβε δε, περαιτέρω, το Εφετείο στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφορικά με τη συντρέχουσα αμέλεια της αναιρεσείουσας οδηγού, το Εφετείο, με επαρκή αιτιολογία, δέχτηκε ότι αυτή, οδηγώντας, την ΚΡΜ... δίκυκλη μοτοσικλέτα της, αν και πλησίαζε σε συμβολή, όπου ίσχυε η εκ δεξιών προτεραιότητα και προτεραιότητα έναντι αυτής είχε το από δεξιά της κινούμενο ΥΝΚ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και επιπλέον οι συνθήκες της οδού επί της οποίας έβαινε (περιορισμένη ορατότητα λόγω θάμνων και δένδρων) επέβαλαν να μειώσει στο ελάχιστο την (20 χιλιομέτρων την ώρα) ταχύτητά της, ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά της στο ύψος της συμβολής, να ελέγξει την κυκλοφορία και να παραχωρήσει προτεραιότητα στον οδηγό του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, φθάνοντας στο ως άνω σημείο, εισήλθε στη συμβολή χωρίς να αντιληφθεί το επίσης εισερχόμενο στην ίδια συμβολή αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα της να συγκρουστεί, με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της, με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια η ίδια να απωλέσει τον έλεγχό της, να βρεθεί στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας χωρίς να απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Οι περαιτέρω αιτιάσεις περί ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, διότι το Εφετείο, α) αφού δέχεται ότι τη στιγμή του ατυχήματος η μοτοσικλέτα είχε ήδη φθάσει στο μέσον της διασταύρωσης, η ίδια (η αναιρεσείουσα) δεν είχε πλέον την υποχρέωση να προβεί σε έλεγχο της από δεξιά της κυκλοφορίας ούτε είχε σημασία αν από δεξιά της υπήρχαν φυλλώδη φυτά, αφού είχε ήδη διέλθει το σημείο εκείνο, β) ενώ δέχεται ότι εκινείτο με ταχύτητα 20 χιλιομέτρων την ώρα, δεν αναφέρει σε ποιο επίπεδο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά της και πώς η χαμηλότερη ταχύτητα θα συνέβαλε στην αποφυγή της σύγκρουσης, αφού βρισκόταν ήδη εντός της διασταύρωσης και γ) εφόσον δέχεται ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε εισέλθει κατά δύο μέτρα στη διασταύρωση και επέπεσε στη μοτοσικλέτα της (στο πλαϊνό δεξί και πίσω μέρος της, όπως είναι το ορθό), πώς η ακινητοποίηση του οχήματός της θα συνέβαλε στην αποφυγή της σύγκρουσης, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα της αναιρεσείουσας (η οδηγητική συμπεριφορά της οποίας και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συντέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα αξιολογήθηκε όχι μόνον κατά τη στιγμή της σύγκρουσης αλλά και κατά την προσέγγιση και την είσοδό της στη συμβολή πριν επέλθει η σύγκρουση), εκτίθεται με σαφήνεια. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρονται. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεών του, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνον αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΑΠ 1756/2017, ΑΠ 747/2017). Με το πέμπτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας που επιλήφθηκε του ατυχήματος, σε σχέση με το που βρέθηκε το σώμα της μετά τη σύγκρουση, δίνοντας άλλη αποδεικτική αξία από αυτή που το ίδιο έχει, δεχόμενο ότι το σώμα της βρέθηκε σε απόσταση 6-7 περίπου μέτρων μετά το σημείο της σύγκρουσης αντί των 4,40 μέτρων που αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα, με συνέπεια να καταλήξει στο πόρισμά του, περί μη μείωσης από μέρους της της ταχύτητας της μοτοσικλέτας της και συνυπαιτιότητας αυτής στην πρόκληση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί η προβαλλόμενη αιτίαση αφορά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου από το Εφετείο, που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο επίμαχο έγγραφο αλλά μετά από συνεκτίμησή του με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολόγησης αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 91/2019). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το έκτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτιμάται, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, περί συντρέχοντος πταίσματος αυτής στην πρόκληση και την έκταση του τραυματισμού της στο κεφάλι, λόγω της παράλειψής της να φέρει προστατευτικό κράνος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσον και συγκεκριμένα το από 19-3-2012 ιατρικό πιστοποιητικό του Διευθυντή του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά, στο οποίο βεβαιώνεται ότι υποσκληρίδιο αιμάτωμα είναι δυνατόν να προκληθεί "ακόμη και αν ο παθών φορούσε προστατευτικό κράνος", το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της και προσκόμισε στη δευτεροβάθμια δίκη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και "τα εκατέρωθεν νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσείουσας, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και το επικαλούμενο ως άνω ιατρικό πιστοποιητικό. Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015). Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, αφού η δυσμενής επίδραση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο εν γένει μέλλον του παθόντος θεωρείται δεδομένη. Είναι πρόδηλο ότι η αξίωση από το άρθρο 931 του ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνη του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας εξαιτίας της ανικανότητας προς εργασία. Το ύψος δε της σχετικής παροχής καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Και στην τελευταία περίπτωση επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 του ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των ως άνω εύλογων χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 1045/2021, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 466/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για πρόσθετη αποζημίωση λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 931 και 932), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Αμέσως μετά το τροχαίο η ενάγουσα διακομίσθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Τζανείου Νοσοκομείου, όπου μετά από απεικονιστικό έλεγχο διαπιστώθηκε τραυματική βλάβη εγκεφάλου. Την 10Γ| Νοεμβρίου 2010 (μετά ημερήσια νοσηλεία στην Νευροχειρουργική Κλινική και ελλείψει αντίστοιχης διαθεσιμότητας κλινών στην Εντατική Κλινική του Τζανείου) μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Ιδιωτικού Θεραπευτηρίου "ΥΓΕΙΑ" με κλίμακα κώματος Γλασκώβης 10 /15 (Μ: 3, Λ: 2, Κ: 5). Εν συνεχεία την 12η Νοεμβρίου 2010 μεταφέρθηκε στο Νευροχειρουργίκό Τμήμα του Γ.Ν.Α. "Γεώργιος Γεννηματάς", όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 22α Νοεμβρίου 2010. Η αξονική τομογραφία εγκεφάλου κατέδειξε υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά, υπαραχνοειδή αιμορραγία και θλάσεις εγκεφάλου αριστερά κροταφικά, ενώ προκλήθηκε μετατόπιση της μέσης γραμμής προς τα δεξιά κατά 4 mm. Επίσης παρατηρήθηκαν κατάγματα στο δεξιό κροταφικό οστό, την σύστοιχη μείζονα πτέρυγα του σφηνοειδούς, στο έξω τοίχωμα του δεξιού οφθαλμικού κόγχου και στο δεξιό ζυγωματικό οστό. Κατά την αξονική τομογραφία θώρακος δόθηκε η εντύπωση κατάγματος στο κάτω χείλος της δεξιάς ωμοπλάτης. Κατά την κλινική εικόνα η ενάγουσα δεν επικοινωνούσε, ήταν διεγερτική, διατηρούσε τους οφθαλμούς αυτόματα ανοικτούς, εξέφερε απλές λέξεις, εντόπιζε στα επώδυνα και ήταν ισοκορική με φωτοκινητικό αντανακλαστικό άμφω. Υποβλήθηκε σε συντηρητική αντιμετώπιση και παρουσίασε σταδιακή βελτίωση του επιπέδου συνείδησης. Η πορεία εξελίχθηκε ομαλή. Την 14η Νοεμβρίου 2010 μπορούσε να εκφέρει μεμονωμένες λέξεις. Την 15η Νοεμβρίου 2010 άρχισε να σιτίζεται. Εξήλθε σε καλό επίπεδο συνείδησης, άνοιγε τα μάτια της αυτόματα, έλεγε προτάσεις και εκτελούσε εντολές. Εδόθη φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο, εντολή για επανέλεγχο με αξονική τομογραφία εγκεφάλου σε δέκα πέντε ημέρες ή και νωρίτερα επί αλλαγής της εικόνας, συνεστήθη δίαιτα πλούσια σε αλάτι, φυσικοθεραπεία και κινησιοθεραπεία, τακτική παρακολούθηση από παθολόγο και νευρολόγο, αποφυγή οδήγησης κατά το διάστημα λήφης αντιεπιληπτικής αγωγής, και σε είκοσι ημέρες γενική εξέταση αίματος, ηπατικός έλεγχος και εν συνεχεία μηνιαίος εργαστηριακός έλεγχος μέχρι διακοπής της αντιεπιληπτικής αγωγής. ..... Ο διορισθείς πραγματογνώμων Δημήτρης Σκλαβενίτης (νευροχειρουργός) εξέτασε την ενάγουσα στο ιατρείο του την 13η Μαΐου 2016. Διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν περιπατητική με αστάθεια βάδισης, δεν παρουσίαζε κινητικά προβλήματα, διαπιστώθηκε οργανικό ψυχοσύνδρομο, οι επιπτώσεις του οποίου βρίσκονται κυρίως στις ανώτερες συνειρμικές λειτουργίες [εμφανίζει μειωμένη συγκέντρωση, υπολείπεται στην (κυρίως πρόσφατη) μνήμη και στην αφαιρετική ικανότητα, έχει μείωση της κριτικής ικανότητας και μειωμένο απόθεμα γνώσης]. Συνέχιζε να λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή, ενώ παρουσίασε μετατραυματική επιληψία και ελάμβανε σχετική αγωγή. Ήτοι παρουσίασε μετατραυματική επιληψία και οργανικό μετατραυματικό ψυχοσύνδρομο με κύρια έκφραση το καταθλιπτικό συναίσθημα. Επί εξαετία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται από τρείς ιατρούς. Εκτιμά ότι επί μία ακόμη τριετία από την εξέτασή του επιβάλλεται να παρακολουθείται από ψυχίατρο και νευρολόγο σε τακτική βάση. Επί τριετία μετά το ατύχημα έπρεπε να λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή, ενώ συνεχίζει την αντικαταθλιπτική αγωγή, την οποία πρέπει να λαμβάνει επί μία ακόμη τριετία. Επί μία ακόμη τριετία έπρεπε να συνεχίσει θεραπευτική αγωγή (συνολικά εννέα χρόνια από τον τραυματισμό). Η κάκωση στον εγκέφαλο έχει προκαλέσει οργανικό ψυχοσύνδρομο, το οποίο προκάλεσε ψυχικές διαταραχές και επέδρασε δυσμενώς στην κοινωνική και ιδιαίτερα στην οικονομική εξέλιξη. Ο διορισθείς πραγματογνώμων Γιάννης Παπαδάτος (νευρολόγος - ψυχίατρος) εγνωμοδότησε ότι η ενάγουσα λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης παρουσιάζει διαταραχές των ανωτέρων εγκεφαλικών λειτουργιών μνήμης, συγκέντρωσης, προσοχής και έκφρασης λόγου. Επίσης παρουσίασε μετατραυματική επιληψία, για την οποία λαμβάνει αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή. Ο τραυματισμός επέφερε οργανικό ψυχοσύνδρομο, το οποίο είχε επίπτωση στις ψυχικές λειτουργίες της. Το είδος και η βαρύτητα των επελθουσών σωματικών, νοητικών και ψυχικών συμπτωμάτων δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στον αρχικό χρόνο διάγνωσης. Εγνωμοδότησε δέ ότι λόγω της μετατραυματικής διαταραχής και κατάθλιψης είναι σκόπιμο η ενάγουσα να παρακολουθείται από ψυχίατρο τα επόμενα έτη και σε τακτά χρονικά διαστήματα και από νευρολόγο για όσο χρονικό διάστημα αναφέρονται συμπτώματα επιληψίας και λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή. Ήταν απαραίτητο να λαμβάνει αντιεπιληπτική και αντικαταθλιπτική αγωγή από 1-1-2011 έως 30-11- 2013. Πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει την ως άνω φαρμακευτική αγωγή επί δέκα έτη από 1-12-2013. Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση έχει προκαλέσει σωματικά προβλήματα και μετατραυματική ψυχολογική διαταραχή και χρόνια κατάθλιψη. Κατά την επόμενη εξαετία μετά την κατάθεση της κυρίας αγωγής (1-12-2013 έως 30-11-2019) η ενάγουσα είναι επιβεβλημένο να επισκέπτεται ψυχίατρο - νευρολόγο και νευροχειρουργό ανά δίμηνο, δηλαδή έξι φορές ετησίως...... Περαιτέρω, τυγχάνει αναγκαία η λήψη αντικαταθλιπτικής και αντιεπιληπτικής αγωγής επί εξαετία μετά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής (1-12-2013 έως 30-11-2019)...... Εξ άλλου, από τον σοβαρότατο τραυματισμό της ενάγουσας (κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με υποσκληρίδιο αιμάτωμα, υπαραχνοειδή αιμορραγία, θλάσεις εγκεφάλου αριστερά κροταφικά και μετατόπιση της μέσης γραμμής προς τα δεξιά προκλήθηκε στην ενάγουσα μόνιμη μερική αναπηρία εκδηλουμένη με αστάθεια στην βάδιση και κατάθλιψη. Λαμβανομένου υπ' όψιν ότι τότε ήταν 44 ετών, είναι μητέρα και έχει δύο τέκνα (το πρώτο με νοητική στέρηση από τον πρώτο γάμο της) και αναμένεται να μην δύναται να διάγει την φυσιολογική ζωή, στο επίπεδο που διήγε αυτήν μέχρι της επελεύσεως του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, και να απολαμβάνει τις χαρές και απολαύσεις της ζωής, τις οποίες προσφέρει η αυτοδυναμία απροσκόπτου βαδίσεως και ακωλύτου κινήσεως, ενώ η μόνιμη κατάθλιψη ως απόρροια οργανικού συνδρόμου μετά τον τραυματισμό οδηγεί αυτή σε κοινωνική απομόνωση, δικαιούται, κατ' άρθρον 931 ΑΚ, να αξιώσει ειδική αποζημίωση, το εύλογον ύψος της οποίας, βάσει του είδους και των συνεπειών αναπηρίας και της προαναφερομένης ηλικίας του παθόντος, καθορίζεται εις ύψος 20.000 Ε. Εν τέλει, βάσει των συνθηκών συντελέσεως του επιδίκου τροχαίου, του ποσοστού συνυπαιτιότητος της ενάγουσας στην πρόκληση αυτού και του ποσοστού οικείου πταίσματος στην έκταση της ζημίας της, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής της (έγγαμης οικοκυράς μητέρας δύο τέκνων, εκ των οποίων το πρώτο πάσχει από νοητική στέρηση και έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση), κρίνεται εύλογο το ποσό των 20.000 Ε για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης." Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα ως πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα ως άνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι κατώτερα και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών και, συνακόλουθα, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά δε την απόρριψη των ως άνω λόγων, κρίνεται απορριπτέος, ως άνευ αντικειμένου, ο πέμπτος και επικουρικά, όπως εκτιμάται, προβαλλόμενος (για την περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ως προς το ύψος της εκ του άρθρου 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης). Κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός. Επίσης, κατά το άρθρο 190 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τον προσδιορισμό και την εκκαθάριση του ποσού των εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, κάθε διάδικος πρέπει να επισυνάψει στη δικογραφία, έως την συζήτηση στο ακροατήριο, κατάλογο των εξόδων..., ενώ κατά το άρθρο 191 παρ. 1 και 2 αυτού, όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον έχει υποβληθεί ο κατάλογος του άρθρου 190, να περιλάβει διάταξη στην απόφαση για την υποχρέωση της πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους. Αν δεν υποβληθεί ο κατάλογος εξόδων, το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκασή τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ προϋπόθεση, περί συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων των διαδίκων, κατανέμει αυτά ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός, η δε περί αυτού κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1668/2014, ΑΠ 77/2014), καθώς και ότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να προβαίνει και στην εκκαθάριση του υποβαλλόμενου πίνακα των γενόμενων εξόδων (ΑΠ 1515/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο, κατόπιν εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, εν μέρει την αγωγή της, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 191, 183, 178 του ΚΠολΔ και 24, 69, 68 και 63 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) να της καταβάλει μέρος των δικαστικών της εξόδων, το οποίο καθόρισε και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ιδιαίτερα χαμηλό ποσό των 800 ευρώ, χωρίς να προβεί σε εκκαθάριση των εξόδων, κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων και με βάση το σχετικό κατάλογο που η ίδια είχε επισυνάψει στις προτάσεις της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην πιο πάνω νομική σκέψη, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, δεχόμενο εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσιβλήτου και κατανέμοντας τα μεταξύ τους δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη νίκη και την ήττα καθενός, κατ' άρθρο 178 του ΚΠολΔ, καταδίκασε τον τελευταίο σε μέρος των δικαστικών του εξόδων της αναιρεσείουσας ποσού 800 ευρώ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-5-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 440/44/2021) αίτηση για αναίρεση της 206/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ