Αριθμός 2/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Κ., δικηγόρου, κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαράλαμπου Μητσόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Της εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στην ..., της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε και τη θέση της πήρε το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως ειδικός διάδοχος της, που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5106/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9144/2002 του Εφετείου Αθηνών, συνεκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντα και την αντέφεση της αναιρεσιβλήτου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσίβλητη με την από 8-4-2003 αίτησή της. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 760/2005 απόφασή του, με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο και εκδόθηκε η 464/2006 απόφασή του την οποία ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-5-2006 αίτησή του να αναιρεθεί. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 1070/2008 απόφαση με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο και εκδόθηκε η 150/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανάγνωσε την από 1-8-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο Κ.Πολ.Δ. ορίζει: 1) στο άρθρο 94§1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στην §3 του άρθρου 96, όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7§2 του Ν. 3994/2011, ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, 3) στο άρθρο 104 ότι για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και 4) στην§1 του άρθρου 576 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576§1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αντίθετα, τέτοια ακυρότητα δεν επέρχεται και η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται, δηλαδή συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, στην περίπτωση που οι προπαρασκευαστικές πράξεις και οι κλήσεις έχουν διενεργηθεί από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου εν ενεργεία, διορισμένου στον Άρειο Πάγο (άρθρ. 39§1, 54§4 Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων") ο οποίος όμως, παρά την ιδιότητά του αυτή, παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δια πληρεξουσίου δικηγόρου που δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το υπεισελθόν στη δικονομική θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", υπ' αριθμ. 9128 β'/12.10.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., σε συνδυασμό και προς το ευρισκόμενο στη δικογραφία ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 1.9.2010 και με αριθμό κατάθεσης 873/7.9.2010 υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Ν. Κ. του Κ., ενεργών υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου εν ενεργεία στον Άρειο Πάγο, διενήργησε όλες τις προπαρασκευαστικές πράξεις και την κλήση έως την συζήτηση στο ακροατήριο και ειδικότερα υπέγραψε την αναίρεση, κατέθεσε αυτήν στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου και κατά παραγγελία του ο πιο πάνω δικαστικός επιμελητής την επέδωσε στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με κλήση για την αρχική δικάσιμο της 4.11.2011, που ορίστηκε με πράξη του Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, από την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου η συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21.9.2012). Ο δικηγόρος, όμως, Χαράλαμπος Μητσόπουλος, που παραστάθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο στο ακροατήριο ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα, δεν αποδεικνύει με τους συστατικούς τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 96§1 του Κ.Πολ.Δ. την πληρεξουσιότητά του από τον αναιρεσείοντα και καλούντα, ο οποίος και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για να τον διορίσει, με αποτέλεσμα ο εμφανισθείς κατά τη συζήτηση αναιρεσείων μη λάβει μέρος σε αυτή κατά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερόμενα και με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, πρέπει, κατά το άρθρο 576§1 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ότι ο αναιρεσείων υπέστη σοβαρό τραυματισμό κατά το επισυμβάν στις 3.5.1999 τροχαίο ατύχημα και μεταφέρθηκε αμέσως για νοσηλεία στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς", όπου διαγνώσθηκε ότι υπέστη κάταγμα του ΔΕ "Plateau", το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά στις 4.5.1999 με εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση και τοποθέτηση μοσχευμάτων. Ότι εξήλθε του ως άνω Νοσοκομείου στις 7.5.1999 με οδηγίες για επανέλεγχο και στις 23.7.1999 έγινε αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και του συνεστήθη να προσέλθει για επανέλεγχο. Ότι μετά την εκ νέου εισαγωγή του στο προαναφερόμενο Νοσοκομείο και την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης, λόγω φλεγμονής αυτών, εξήλθε τούτου στις 11.10.1999 με οδηγίες για επανεξέταση και επανεξετάσθηκε στις 20.10.1999, οπότε διαπιστώθηκε ότι η πορεία του τραυματισμού του εξελίσσεται ομαλά, αλλά παρουσιάζει δυσκαμψία του γόνατος και μεγάλη ατροφία του τετρακέφαλου μυός. Ότι του συνεστήθη να βαδίζει με βακτηρίες και να υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία με την πρόβλεψη ότι θα αποθεραπευθεί σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών, ήτοι μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του έτους 2000. Ότι, όπως προκύπτει και από την από 11.8.2005 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο αναιρεσείων, ο οποίος κατά τον προαναφερόμενο χρόνο του ως άνω τροχαίου ατυχήματος ασκούσε το λειτούργημα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στο ... και επί της οδού ..., αριθμ. 17, δεν απασχολούσε με έμμισθη εντολή, κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, συνεργάτες δικηγόρους, οι οποίοι να διέκοψαν, εξαιτίας του τραυματισμού του, την συνεργασία τους με αυτόν. Ότι ο αναιρεσείων, λόγω του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος προς εργασία για το από 4.5.1999 μέχρι και 31.1.2000 χρονικό διάστημα εννέα μηνών, κατά το οποίο με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσε α) τουλάχιστον 70 παραστάσεις σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, αποκομίζοντας ως ελαχίστη αμοιβή για κάθε παράσταση, το ποσό των 50.000 δραχμών και συνολικά των 3.500.000 δραχμών ή 10.294,18 ευρώ και β) θα παρίστατο κατά την υπογραφή 15 τουλάχιστον συμβολαίων, αποκομίζοντας ως ελάχιστη αμοιβή για κάθε συμβόλαιο το ποσό των 200.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 3.000.000 δραχμών ή 8.823,53 ευρώ και ότι μολονότι από το έτος 2000 ο αναιρεσείων συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα, παρά τα εμφανή κινητικά προβλήματα που είχε, η οποία δραστηριότητα και εμφάνισε αυξητικές τάσεις, σύμφωνα με τα ειδικότερον σ' αυτήν (αναιρεσιβαλλομένη) εκτιθέμενα, εντούτοις δεν αποδείχθηκε πόσες δικηγορικές εργασίες πραγματοποίησε πριν τον τραυματισμό του για λογαριασμό πελατών του, για τις οποίες δεν απαιτείται η έκδοση προεισπράξεων από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (σύνταξη και κατάθεση αγωγών, μηνύσεων, υπομνημάτων, μισθωτηρίων, εταιρικών, εξωδίκων κλπ). Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, κατ' αποδοχή του συναφούς λόγου της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και μετά από εξαφάνιση κατά το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 5106/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα για διαφυγόντα κέρδη του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος των εννέα μηνών το συνολικό ποσό των 19.117,65 ευρώ (10.294,18 + 8.823,53). Το αποδεικτικό αυτό πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, να αναφέρεται σε ποίο ειδικότερα αποδεικτικό στοιχείο το δικαστήριο βάσισε την κρίση του αυτή. Επομένως, οι δεύτερος, τέταρτος, έκτος και δέκατος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης νόμιμης βάσης, με επισήμανση σφαλμάτων που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων -το πόρισμα των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές- και για μη αναφορά επακριβώς του αποδεικτικού μέσου στο οποίο το Εφετείο βάσισε την κρίση του για το χρονικό διάστημα ανικανότητας προς εργασία του αναιρεσείοντος και κατά συνέπεια του ύψους της αποζημίωσης αυτού για διαφυγόντα κέρδη, της επίμαχης χρονικής περιόδου από 4.5.1999 έως και 31.1.2000, πρέπει να απορριφθούν πρωταρχικά ως απαράδεκτοι και τούτο γιατί με αυτούς και υπό το πρόσχημα της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου, και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Τούτο δε ( απόρριψη των ως άνω λόγων ως αβασίμων), διότι η πληττόμενη απόφαση περιέχει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον χρόνο αποθεραπείας του αναιρεσείοντος, ως προς το χρονικό διάστημα που κατέστη αυτός ανίκανος προς εργασία, ως προς τον χρόνο από τον οποίο συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα και ως προς τα εισοδήματά του. - Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561§1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή. Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη υπ' αριθμ. 150/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια ότι το δικάσαν εκείνο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. πρωτ. 6641/27.7.1999, 9221/20.10.1999, 117/10.1.2000 βεβαιώσεων νοσηλείας του Π.Γ.Ν. Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς" και της από 11.8.2005 βεβαίωσης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με το να δεχθεί ότι α) ο αναιρεσείων θα ήταν ικανός για εργασία, ως δικηγόρος, από τον Ιανουάριο του 2000 και όχι μεταγενέστερα, ενώ, κατ' αυτόν, θα έπρεπε να δεχθεί ότι τον Απρίλιο του 2000 θα εξεταζόταν και πάλι, ώστε να ερευνηθεί τότε αν ήταν ικανός για εργασία και ότι παρέμεινε ανίκανος προς εργασία για ολόκληρο το επίμαχο χρονικό διάστημα (3.5.1999 έως 3.5.2000) και β) κατά τον χρόνο επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος (3.5.1999) δεν απασχολούσε στο δικηγορικό του γραφείο συνεργάτες δικηγόρους με έμμισθη εντολή, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, θα έπρεπε να δεχθεί ότι τουλάχιστον η δικηγόρος Ε. Σ. απασχολείτο στο γραφείο του κατά τον προαναφερόμενο χρόνο του τραυματισμού του. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του προαναφερόμενου περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης και εκείνου των παραπάνω εγγράφων δεν προκύπτει διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση των εγγράφων, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτά περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται, αλλά το δικαστήριο εκείνο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου τους, οδηγήθηκε σε κρίση ανέλεγκτη, διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή. Ενδεικτικά δε πρέπει να σημειωθεί, σχετικά με την προαναφερόμενη δικηγόρο Ε. Σ., ότι, στην ως άνω από 11.8.2005 βεβαίωση του ΔΣΑ γίνεται ρητή μνεία ότι η εν λόγω δικηγόρος συνεργάσθηκε με τον αναιρεσείοντα κατά τα έτη 1997 και 1998, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά και περί συνεργασίας αυτής με τον αναιρεσείοντα τόσο κατά το έτος του τραυματισμού του (1999) όσο και κατά μεταγενέστερα έτη, σημειουμένου επίσης ότι η βεβαίωση αυτή στηρίχθηκε στις υποβληθείσες προς τον Σύλλογο αυτό ετήσιες δηλώσεις των δικηγόρων - μελών του των ετών 1997 έως και 2004. - Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 591§1, 670, 671§1 και 681 Α' του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο και στην περίπτωση που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκινητικό ατύχημα και από τη σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθησή του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων (όχι όμως για την συγκεκριμένη δίκη), εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων, ο δε αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. δεν έχει πεδίο εφαρμογής προκειμένου περί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική αυτή διαδικασία. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη. Τα πιο πάνω βέβαια, δεν του αποκλείουν το δικαίωμα να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικλήθηκαν και προσκομίσθηκαν νόμιμα. H παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων του δικαστηρίου, είτε με την μορφή της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, είτε με την μορφή της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τους έβδομο, όγδοο και ενδέκατο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' και αριθμ. 12 αιτιάσεις ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη του και εκτίμησε άκυρο έγγραφο και ειδικότερα τον αναφερόμενο στον λόγο αυτό άκυρο πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στον οποίο και προσέδωσε πλήρη αποδεικτική ισχύ και μάλιστα υπέρτερη των υπ' αυτού προσκομισθέντων εγγράφων, για να στηρίξει την κρίση του περί της δικηγορικής του δραστηριότητας των ετών 1999 και 2000 και του κατά τον χρόνο τούτο ύψους των διαφυγόντων κερδών του. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απαράδεκτες, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή εκδόθηκε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη και άκυρα έγγραφα, το δε δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτιμά ελεύθερα. Σημειώνεται, ότι ο εν λόγω πίνακας του Δ.Σ.Α., που φέρει την σφραγίδα του Συλλόγου αυτού και υπογραφή, είναι συνημμένος στο υπ' αριθμ. πρωτ. 8422/14.9.2005 έγγραφο του προαναφερόμενου Συλλόγου, το οποίο απευθύνεται προς την αρχικά αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και τον δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Πιερρουτσάκο και το οποίο φέρει την σφραγίδα του εν λόγω Συλλόγου και την υπογραφή του Διευθυντή του Δ.Σ.Α. Χαράλαμπου Ναούμη. Ουδόλως δε ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι πλαστά ή μη γνήσια. Στη συνέχεια, ο περιεχόμενος στην 41η σελίδα της αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο εκείνο δεν έκανε δεκτή την ομολογία της αντιδίκου του ασφαλιστικής εταιρίας, τείνων να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν εκθέτει σε τι ακριβώς συνίσταται η ομολογία, αφετέρου δε διότι δεν ισχυρίζεται ότι έγινε επίκληση της ομολογίας στο Εφετείο και σε κάθε περίπτωση (πρέπει να απορριφθεί) ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 22.4.2002 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των από 17.9.2009 προτάσεων αυτού της κατ' έφεση δίκης επίκληση ομολογίας δεν υπάρχει στα διαδικαστικά αυτά έγγραφα. Περαιτέρω, με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το ως άνω άρθρο του Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 11 περ. γ' αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την εξαιτίας του τραυματισμού του αναιρεσείοντα διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία και του εκ του λόγου τούτου ύψους των διαφυγόντων κερδών του, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρονται (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις) στις σελίδες 37 έως και 44 του δικογράφου της αναίρεσης, τούτου συναγομένου εκ του ότι δεν μνημονεύεται κατά λέξη ούτε ένα από τα έγγραφα αυτά. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα μνημονευόμενα στις προαναφερόμενες σελίδες έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Εφετείο ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων. Ρητή δε μνεία γίνεται στην εφετειακή απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και οι με αριθμό 14792, 14793, 14794, 14795, 14796 και 14797/2005 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη των προαναφερόμενων επίμαχων αγωγικών ισχυρισμών του. - Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων (ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων). Ενόψει αυτών ο ένατος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 432, 438, 442 και 443 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος. - Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του υπεισελθόντος στη δικονομική θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.9.2010 και με αριθμό κατάθεσης 873/2010 αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 150/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ