M.K. Αριθμός 553/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Θ.. Τ., κατοίκου Καρυάς Πατρών και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕRGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης διά απορροφήσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 9-1-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας εταιρείας. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. του Χ., κατοίκου Δομένικων Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-4-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 14-4-2021 (αριθμ. έκθ. καταθ. 75/19-4-2021), αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 283/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αναιρεσίβλητος, τραυματίστηκε σοβαρά στις 3-11-2011, σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στη Πάτρα, στη συμβολή των οδών Ακρωτηρίου και Γλαύκου, ενώ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΑΟΚ … δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ΑΧΝ … ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η πρώτη αναιρεσείουσα και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία. Αυτός, με την από 30-1-2017 (αριθμ. καταθ. 57/1-2-2017) αγωγή του, στο Ειρηνοδικείο Πατρών, ισχυριζόμενος τα παραπάνω, καθώς και ότι με την με αριθμ. 112/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι, για την ένδικη σύγκρουση και τις σοβαρές σωματικές βλάβες, που υπέστη κατά τον τραυματισμό του, αποκλειστικά υπαίτια ήταν η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και ότι με την από 16-11-2015 (αριθμ. κατάθ. 867/2015) αγωγή του προς το Ειρηνοδικείο Πατρών ζητούσε την καταβολή δαπανών για νοσήλια, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 176/2016 απόφαση, με την οποία επιδικάστηκαν νοσήλια για τους μήνες από το Φεβρουάριο έως το Δεκέμβριο του έτους 2013, καθώς και για διάστημα του έτους 2014, συνολικού ποσού 3.636,62 ευρώ, ότι η απόφαση αυτή έγινε αποδεκτή από τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία κατέβαλε το επιδικασθέν ποσό και ότι συνέχισε να υποβάλλεται και σε μεταγενέστερο χρόνο σε νοσηλεία κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 13.946,40 ευρώ, για τις δαπάνες νοσηλείας, στις οποίες υποβλήθηκε, κατά ένα μέρος για το έτος 2013 και το 2014 και κατά άλλο μέρος για το έτος 2016, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την με αριθμ. 139/2018 οριστική απόφαση, έκρινε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, στον ενάγοντα, το ποσό των 12.565,30 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, την από 3-11-2018 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 2935/2018) έφεση με την οποία, επικαλούμενες εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου σχετικά με την προβληθείσα από αυτές ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, την οποία απέρριψε το δικαστήριο, ζήτησαν την παραδοχή της και την απόρριψη της ως άνω αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 του ΚΠολΔ και 914, 929, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή. Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 485/2021, ΑΠ 796/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014, ΑΠ 317/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 251, 248 και 937 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ` αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι, όμως, και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α` ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α` ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 401/2020). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α` του ΑΚ, από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης για την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας, που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 485/2021, ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 1178/2019, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 767/2016, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 1365/2010). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 655/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ.1 περ. α'(ορθώς και όχι 559 αριθμ. 1) του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο-παθόντα, αποζημίωση για δαπάνες νοσηλίων τις οποίες αυτός αξίωσε το πρώτον με την ως άνω ένδικη αγωγή, διότι δήθεν εμπίπτει στην 20ετή παραγραφή και να απορρίψει αντίστοιχα εσφαλμένα (κατά την άποψή τους) την ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης αυτής, την οποία είχαν προβάλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφεραν επίσης παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με το λόγο της έφεσής τους, παραβίασε ευθέως: Α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 του ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθώς επίσης Β) την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για την επιμήκυνση σε εικοσαετή παραγραφή της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, η οποία, κατά την άποψή τους (αναιρεσείουσες) δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της με αριθμ. 112/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής ως άνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου και αφορούσε διαφορετικές αξιώσεις και ειδικότερα εκ του άρθρου 929 και 932 του ΑΚ, οι οποίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, στηρίζονται σε διαφορετική νομική βάση με την ένδικη αξίωση. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 283/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... στις 3-11-2011 επισυνέβη τροχαίο ατύχημα στη διασταύρωση των οδών Ακρωτηρίου και Γλαύκου, στην Πάτρα, μεταξύ του με αρ. κυκλ. ΑΟΚ … δίκυκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος και του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΑΧΝ … ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του εφεσίβλητου. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε κατά των εκκαλουσών-εναγομένων την από 30.7.2012 (αριθ. καταθ. 2485/2012) και την από 25.9.2012 (αριθ. καταθ. 3320/2012) αγωγές του, με τις οποίες, επικαλούμενος αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εκκαλούσας - εναγόμενης για τον τραυματισμό του από το ατύχημα αυτό, ζήτησε, με την πρώτη αγωγή αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2011 έως και Ιούλιο του 2012 και δη το ποσό των 10.288,80 ευρώ καθώς και την πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού για το χρονικό διάστημα από 2.2.2012 έως 31.12.2013 ποσού 48.300 ευρώ και με την δεύτερη αγωγή του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καταψηφιστικά για το ποσό των 250.000 ευρώ και αναγνωριστικά για το ποσό των 250.000 ευρώ, ενώ παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του ως προς το κονδύλιο της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 434/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και εν τέλει η υπ' αριθ. 112/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε τελεσίδικα: α) ότι το τροχαίο ατύχημα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του εφεσίβλητου - ενάγοντος, προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτης εκκαλούσας - εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εκκαλούσα - εναγόμενη, β) ότι ο ενάγων υπέστη από το ατύχημα πολλαπλά ορθοπεδικά προβλήματα, λόγω των πολλαπλών καταγμάτων στα άνω και κάτω άκρα αλλά και λοιπά συνοδά ιατρικά προβλήματα εξαιτίας των οποίων είχε υποβληθεί σε αλλεπάλληλες νοσηλείες αλλά και χειρουργικές επεμβάσεις και εμφάνιζε σημαντική δυσχέρεια βάδισης με περιπατητήρα "Π", δυσκολία μετακίνησης με αμαξίδιο καθώς και αδυναμία εξυπηρέτησης, γ) ότι δεν ήταν ικανός προς εργασία και χρειαζόταν συνεχή παρουσία για επίβλεψη και εξυπηρέτησή του για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, επιδικάζοντάς του ως αποζημίωση για την πλασματική αμοιβή της μητέρας του και αδελφής του, για το χρονικό διάστημα από 2.2.2012 έως 31.12.2013, το ποσό των 13.800 ευρώ καθώς και ως διαφυγόντα εισοδήματα, για το χρονικό διάστημα από 4.11.2011 έως και τον Ιούλιο του 2012, το ποσό των 7.588,80 ευρώ καθώς και δ) ότι υπέστη ηθική βλάβη εξαιτίας του ατυχήματος, επιδικάζοντάς του ως χρηματική ικανοποίηση αυτής, το ποσό των 50.000 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά υφίσταται δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το προεκτεθέν ατύχημα, την αποκλειστική ευθύνη του υπαίτιου προσώπου (πρώτης εναγόμενης-εκκαλούσας) στην πρόκληση του ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος αλλά και ως προς την ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης και ζημίας που απορρέει από την απόφαση αυτή. Σημειώνεται ότι ο ενάγων άσκησε την από 8.5.2013 (αριθ. καταθ. 1415/2013 και την από 8.4.2013 (αριθ. καταθ. 265/2013) αγωγές του, με τις οποίες ζητούσε με την μεν πρώτη ... ειδική χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ και με τη δεύτερη ... αποζημίωσή ... λόγω της απώλειας των ασφαλιστικών ... εισφορών. Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 551/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που έκανε εν μέρει δεκτή την πρώτη αγωγή και εν όλω τη δεύτερη, ενώ εκδόθηκε και η υπ' αριθ. 425/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την πρώτη υπ' αριθ. καταθ. 1415/2013 αγωγή, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να καταβάλουν στον εναγόντα το ποσό των 90.000 ευρώ, ως ειδική χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ. Εξάλλου, ο ενάγων άσκησε την από 16.11.2015 αγωγή του (αριθ. καταθ. 865/20.11.2015) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία ζητούσε τις δαπάνες νοσηλίων ... και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 176/29.7.2016 απόφαση αυτού, με την οποία επιδικάστηκαν νοσήλια, που αντιστοιχούσαν, κατά κύριο λόγο, στους μήνες Φεβρουάριο και Δεκέμβριο του 2013, καθώς και Ιανουάριο του 2014, συνολικού ποσού 3.636,62 ευρώ, με προσωρινά εκτελεστή εν συνόλω διάταξη. Την απόφαση αυτή αποδέχτηκαν τα διάδικα μέρη σιωπηρώς την 20.12.2016 με την πληρωμή από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία τόσο του ως επιδικασθέντος ποσού όσο και των τόκων αυτού και των δικαστικών εξόδων χωρίς καμία επιφύλαξη (βλ. την ταυθήμερη εξοφλητική απόδειξη), όπως συνομολογείται από όλα τα διάδικα μέρη. Με την επίδικη από 30-1-2017 (αριθ. καταθ. 57/2017) αγωγή, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος στρέφεται κατά των εναγόμενων και ήδη εκκαλουσών και επικαλούμενος το εκ της ως άνω εφετειακής αποφάσεως (112/2014) δεδικασμένο, καθώς και το δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 176/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, που έκρινε όμοια αξίωσή του, αιτήθηκε την καταβολή του ποσού των 13.946,40 ευρώ ως περαιτέρω αποζημίωση για τις δαπάνες νοσηλίων, κατά ένα μέρος για το έτος 2013 και το έτος 2014 και κατά άλλο μέρος για το έτος 2016. Η αγωγή, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, πρωτοδίκως έγινε εν μέρει δεκτή (ποσό 12.565,30 €), απορριφθείσας της περί παραγραφής ενστάσεως των εναγομένων και γενομένης δεκτής της ένστασης επιμήκυνσης της παραγραφής σε 20ετή λόγω της ως άνω τελεσίδικης εφετειακής απόφασης. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος ισχύει νέα 20ετής παραγραφή, καθόσον με την ως άνω απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε εντός της πενταετίας από το χρόνο του ατυχήματος βεβαιώθηκε η ύπαρξη της αξίωσης αποζημίωσης του ενάγοντος για την αποκατάσταση κάθε ζημίας του από το ένδικο ατύχημα. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκκαλουμένη απόφαση ορθό ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο απέρριψε την ως άνω ένσταση παραγραφής και έκανε δεκτή την ένσταση επιμήκυνση της παραγραφής σε 20ετή, καθόσον με την ως άνω εφετειακή απόφαση, που εκδόθηκε την 25.8.2014, ήτοι πριν παρέλθει η πενταετία από το χρόνο του ατυχήματος την 3.11.2011, γεγονός που θα επέφερε την παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης για όλες τις επιμέρους ζημίες για τις οποίες δεν είχε ασκηθεί αγωγή τόσο κατά της υπαίτιας οδηγού - πρώτης εναγόμενης όσο κατά της ασφαλιστικής εταιρείας-δεύτερης εναγόμενης, βεβαιώθηκε η ύπαρξη της καθόλου αξίωσής του για τη θετική και αποθετική του ζημία από το ως άνω ένδικο ατύχημα, γεγονός που επέφερε από την τελεσιδικία της την επιμήκυνση της παραγραφής και για την επίδικη αξίωση, που αποτελεί μέρος της όλης αξίωσης προς αποζημίωση. Το γεγονός ότι η επίδικη αξίωση αποζημίωσης νοσηλίων δεν είχε ασκηθεί εντός της πενταετίας, ώστε να διακοπεί γι'αυτήν η παραγραφή, παρά μόνον το πρώτο με την υπό κρίση αγωγή, δεν αναιρεί το γεγονός της επιμήκυνσης της παραγραφής της σε 20ετή, διότι πρόκειται για επιμέρους ζημία προβλεπτή, η αξίωση της οποίας δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, κατά το χρόνο έκδοσης της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου. Επομένως, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, που σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη τίθενται, προκειμένου η παραγραφή της επίδικης αξίωσης, αν και μη ασκηθείσα εντός της πενταετίας από το χρόνο του ατυχήματος, να επιμηκυνθεί σε 20ετή. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 937, 268 ΑΚ και του άρθρου 10 του π.δ. 237/1986 και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, με τον ως άνω μοναδικό λόγο έφεσης, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κατ'ουσίαν δεχθεί την αγωγή του ενάγοντος-εφεσιβλήτου περί αποζημίωσης (νοσήλια), απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής των εναγομένων-εκκαλούντων. Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου για καταβολή του ποσού των 13.946,40 ευρώ, ως περαιτέρω αποζημίωση για τις δαπάνες νοσηλίων, για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα κατά ένα μέρος για το έτος 2013 και το έτος 2014 και κατά άλλο μέρος για το έτος 2016, εξαιτίας της σωματικής βλάβης, που αυτός υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα, αποτελούσε προβλεπτή ζημία, ότι η παραγραφή της αξίωσης αυτής άρχισε από την επομένη του ατυχήματος που συνέβη στις 3-11-2011 και ότι αν και η ένδικη αξίωση ασκήθηκε στις 10-2-2017, δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας η αξίωσή του εξακολουθούσε να είναι ενεργή, διότι η ενιαία (καθόλου) αξίωση αποζημίωσης (θετική και αποθετική ζημία του) από την αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος κατέστη τελεσίδικη στις 25-8-2014 (δηλαδή πριν από την πάροδο της πενταετίας) και ότι, συνακόλουθα, η κατ` αρχήν πενταετής παραγραφή επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε (απορρίπτοντας την ένσταση πενταετούς παραγραφής) τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 937 του ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 268 παρ. 1α' του ΑΚ, περί επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, δηλαδή για την επιμήκυνση σε εικοσαετή της επί μέρους αξίωσης αποζημίωσης των άρθρων 914, 929 του ΑΚ, η οποία απορρέει από την ίδια αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος, εφόσον το δεδικασμένο της με αριθμ. 112/25-8-2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που είχε εκδοθεί επί της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, καταλαμβάνει και την επί μέρους ένδικη αποζημίωση των δαπανών των νοσηλίων του αναιρεσιβλήτου, κατά ένα μέρος για το έτος 2013 και το έτος 2014 και κατά άλλο μέρος για το έτος 2016. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος-παθών, εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα υπέστη πολλαπλά ορθοπεδικά προβλήματα λόγω των πολλαπλών καταγμάτων στα άνω και κάτω άκρα, αλλά και λοιπά συνοδά ιατρικά προβλήματα και υποβλήθηκε, εκ του λόγου αυτού, σε αλλεπάλληλες νοσηλείες αλλά και χειρουργικές επεμβάσεις ενώ εμφάνιζε σημαντική δυσχέρεια βάδισης, δυσκολία μετακίνησης και αδυναμία εξυπηρέτησης και ότι εξαιτίας των προβλημάτων αυτών δαπάνησε για νοσήλια, το χρονικό διάσημα των ετών 2013 (κατά ένα μέρος) και το έτος 2014 και κατά άλλο μέρος για το έτος 2016, τα αιτούμενα με την ένδικη, ως άνω αγωγή, ως περαιτέρω αποζημίωση, ποσό. Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ανωτέρω αξίωση, που αποτελεί μέρος της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, που απορρέει από το ίδιο αδικοπρακτικό βιοτικό συμβάν-τροχαίο ατύχημα, συνιστούσε προβλεπτή ζημία, η οποία κατ` αρχήν υπόκειται στη σύντομη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ (για την 1η αναιρεσείουσα υπαίτια οδηγό) και του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 (για την 2η αναιρεσείουσα υπόχρεη ασφαλιστική εταιρία του ζημιογόνου αυτοκινήτου), η οποία όμως επιμηκύνθηκε σε εικοσαετία, εφόσον η ενιαία αξίωση αποζημίωσης του παθόντος-αναιρεσιβλήτου, μέρος της οποίας συνιστά και η περαιτέρω αποζημίωση για δαπάνες νοσηλίων (άρθρ. 929 του ΑΚ), είχε τελεσιδικήσει πριν την πάροδο της πενταετίας. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η πενταετής παραγραφή άρχισε από την επομένη του ατυχήματος, που συνέβη στις 3-11-2011, δηλαδή από 4-11-2011 και συμπληρωνόταν στις 4-11-2016. Η ένδικη αγωγή (από 30-1-2017), ασκήθηκε, στο Ειρηνοδικείο Πατρών, όπως δεν αμφισβητείται, στις 10-2-2017 (όπως προκύπτει από το από 3-11-2018 εφετήριο και τις από 11-2-2020 προτάσεις των εκκαλούντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών), δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας, πλην όμως η αρχική αγωγή αποζημίωσης για την όλη ζημία (και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) του αναιρεσιβλήτου είχε τελεσιδικήσει στο μεταξύ, στις 25-8-2014 με την δημοσίευση της με αριθμ. 112/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών, δηλαδή πριν να συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή. Επομένως, από την τελεσιδικία (25-8-2014) της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή και συνεπώς, η ένδικη αγωγή με την οποία ο αναιρεσίβλητος αξιώνει περαιτέρω αποζημίωση για δαπάνες νοσηλίων από τα άρθρα 914 και 929 του ΑΚ, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, μέρος της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης και η οποία απορρέει από την ίδια νομική και ιστορική αιτία της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος, εξακολουθούσε να είναι ενεργή, διότι ασκήθηκε στις 10-2-2017 εντός της εικοσαετίας που συμπληρώνεται στις 25-8-2034. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 268 εδ. α' του ΑΚ και ορθά δεν εφάρμοσε αυτές των άρθρων 937 του ΑΚ και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1(ορθώς και όχι 559 αριθμ. 1) του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-4-2021 (αριθμ. καταθ. 75/19-4-2021), αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 283/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ