Αριθμός 2171/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ... εκπροσωπούμενης δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανάσιο Αργυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Ν. Λ., κατοίκου ... εκπροσωπούμενης δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Βασιλείου Κόλια και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Νοεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 941/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείουσα με την από 20 Απριλίου 2010 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1702/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναιρεί και παραπέμπει την παραπάνω απόφαση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5556/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2013 αίτηση αναίρεσής της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 20-2-2013 και αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 136/2013 στα οικεία βιβλία του Εφετείου Αθηνών, αίτηση, ζητείται η αναίρεση της 5556/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών οποίο δίκασε, μετά την εν μέρει αναίρεση, με την 1702/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, της 175/2010 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου και την παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) προς περαιτέρω εκδίκαση. Με την από 25/11/2005 και αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 196750/7036/05 αγωγή, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη σύμβαση μισθώσεως μετά του αρχικού εκμισθωτή, τον οποίο διαδέχθηκε λόγω κληρονομίας η εναγομένη ,ήδη καθής η αναίρεση, ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για της ζημία που υπέστη από την άδικη και παράνομη πράξη του αρχικού εκμισθωτή , ο οποίος της απέκρυψε δολίως το πραγματικό ελάττωμα που την εμπόδισε στην χρήση του μισθίου για το σ' αυτήν αναφερόμενο χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 941/09 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και μετά από έφεση της ενάγουσας η 175/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Ακολούθησε η άσκηση αναίρεσης εκ μέρους της καθής και η έκδοση της 1702/11 απόφασης του Αρείου Πάγου η οποία ανήρεσε εν μέρει την απόφαση και μόνο κατά το μέρος που δεν είχε δικαστεί από το Εφετείο η επί της αδικοπραξίας ερειδόμενη βάση αδικοπραξίας , ότι, δηλαδή "ο αρχικός εκμισθωτής κατά την κατάρτιση της συμβάσεως απέκρυψε δολίως το ουσιώδες ελάττωμα της έλλειψης οικοδομικής άδειας αλλαγής της χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό που εκδίδεται από την πολεοδομία , η οποία ήταν απαραίτητη για την, στην συνέχεια, έκδοση, (αναθεώρηση), της αδείας λειτουργίας του παιδικού σταθμού από την διεύθυνση κοινωνικής πρόνοιας της Νομαρχίας Αττικής. Μετά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά το αναπεμφθέν προς εκδίκαση τμήμα, από το Εφετείο Αθηνών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε εκ νέου την έφεση. Λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.18 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου τη λύση που δόθηκε από αυτόν . Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα όταν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, διότι αυτό κατά την εκδίκαση της υπόθεσης παραβλέπει αγωγικό ισχυρισμό και καταλήγει σε πόρισμα, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα χωρίς οποιαδήποτε έρευνα . Στην προκειμένη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ διότι το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. 1702/2011 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου (Δ Πολιτικό Τμήμ.). Ειδικότερα υποστηρίζει ότι , το δικαστήριο αν και όφειλε συμμορφούμενο με τις επιταγές της 1702/2011 αποφάσεως του ΑΠ να ερευνήσει αν ,η εκ μέρους του αρχικού εκμισθωτή, γνώση και απόκρυψη της ανάγκης ύπαρξης πολεοδομικής αδείας για την μεταβολή της λειτουργίας του ακινήτου από οικία σε παιδικό σταθμό, συνιστούσε υπαίτια και παράνομη ενέργεια, ερεύνησε, την εκ μέρους του γνώση και απόκρυψη των προϋποθέσεων αναθεώρησης της αδείας λειτουργίας στο μίσθιο παιδικού σταθμού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι δεν εμπίπτει στην πλημμέλεια εκ του αριθμ 8 του αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ δεδομένου ότι δεν επιλύθηκε οποιοδήποτε νομικό θέμα με την 1702/11 απόφαση του ΑΠ προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου στην περίπτωση αναίρεσης απόφασης για παράβλεψη έρευνας αγωγικού ισχυρισμού ,όπως στην παρούσα υπόθεση, δεν επιλύεται νομικό θέμα ώστε να ιδρύεται ο εκ του αριθμ. 8 προβλεπόμενος λόγος. Κατά την διάταξη του αρθ. 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει .Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια στην οποία υποχρεούται από το νόμο ,τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου . Περαιτέρω, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία εάν, και χωρίς τη συμβατική σχέση, διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο, από το δίκαιο, κατά την ΑΚ 914 επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του, να μη ζημιώνει, κάποιος, υπαιτίως, άλλον μη απαιτουμένου προς τούτο κάποιου άλλου στοιχείου. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της ,δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ,με αποτέλεσμα έτσι να μη μπορούν να ελεγχθούν, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ ΑΠ 1/99 Ελλην.Δνη 1999.270). Ειδικότερα ,αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση, είτε, αποκλείουν την εφαρμογή της όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση ,στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (Ολ ΑΠ 15/06 ελλην Δνη 2006/1324). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί ( ΑΠ.1266/2011).- Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: <<Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ,οι οποίοι εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την συνεκκαλούμενη μη οριστική απόφαση ,τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού ,και εκτιμώνται καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς ,τις 482 και 483/21-3-2006 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Κ. και Π. Μ., αντιστοίχως ,οι οποίες δόθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας , ενώπιον της Ειρηνοδίκου Νέας Ιωνίας ,μετά προηγούμενη κλήτευση της εναγομένης (βλ την .../13-2-06 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …) τις 2950/21-9-06 και 5473/2-11-09 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Σ. και Σ. Σ., αντιστοίχως, οι οποίες δόθηκαν με επιμέλεια της εναγομένης, ενώπιον των Συμβολαιογράφων Κυθήρων Στυλιανής Καιδετσή και Ακριβής Στελλίου μετά προηγούμενη κλήτευση της ενάγουσας ( βλ τις .../19-9-06 και .../29-10-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …) την 1326/26-11-08 ένορκη βεβαίωση της Β. Ζ. η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης συναφούς δίκης με επιμέλεια των εκεί εναγομένων Σ. και Ε. Γ. κα ενάγουσα την και τώρα ενάγουσα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Στυλιανής Φανουριά, η οποία συνεκτιμάται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τη με αριθμό κατάθεσης …/14-2-08 έκθεση πραγματογνωμοσύνης το πολιτικού μηχανικού Ι. Θ. που διατάχθηκε ,με την προαναφερόμενη μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν ο διάδικοι έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου και δεν κατονομάζονται ειδικώς αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 1-6-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο Ν. Λ. εκμίσθωσε στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1-6-00 έως 3-5-06 ,ισόγειο οικία, που βρίσκεται στο …στην οδό …αριθμός … και αποτελείται από εξ κύρια δωμάτια ,δύο κουζίνες, λοιπούς βοηθητικούς χώρους και την αυλή που την περιβάλλει. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 650.000 δρχ. για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν ετησίως και θα ανερχόταν σε 676.000 δρχ. για το τρίτο έτος ,σε 703.000 δρχ. για το τέταρτο, 731000 για το πέμπτο και σε 760.000 δρχ. για το έκτο έτος. Κατά την κατάρτιση της μίσθωσης η ενάγουσα κατέβαλε στον εκμισθωτή ποσό 1.300.000 δρχ. ως εγγύηση για την ακριβή τήρηση των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο θα επιστρεφόταν μετά την εμπρόθεσμη παράδοση του μισθίου και την εκκαθάριση όλων των εκκρεμών λογαριασμών. Με τον τρίτο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα αποκλειστικά ως παιδικός σταθμός . Ακόμη με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ρητά ότι ο εκμισθωτής <<δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για την καταλληλότητα ή μη του εν λόγω μισθίου, για την άνω χρήση για την οποία το μίσθωσε η μισθώτρια, ως και για την δυνατότητα ή μη της έκδοσης της τυχόν απαιτούμενης άδειας από οιαδήποτε αρχή, της μισθώτριας δηλούσης σχετικώς ότι έχει ελέγξει και διαπιστώσει την συνδρομή των απαιτούμενων προς τούτο νομίμων ιδιοτήτων του μισθίου και των προϋποθέσεων>>. Ο ως άνω εκμισθωτής στις 13/8/00 πέθανε και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης υπεισήλθε ως κληρονόμος αυτού η εναγομένη σύζυγός του. Στο εν λόγω μίσθιο ασκούσε την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα , ως μισθώτρια συνεχώς από τον Ιούνιο του 1992 η εταιρεία με την επωνυμία << … >> . Για την λειτουργία της είχαν εκδοθεί από την Νομαρχία Ανατολικής Αττικής η 8089/92 άδεια προέγκρισης και η 5807/21-9-93 άδεια λειτουργίας παιδικού σταθμού δυναμικότητας τριάντα νηπίων. Την επιχείρηση αυτή την αγόρασε η ενάγουσα από την ως άνω εταιρεία με το από 6/4/00 ιδιωτικό προσύμφωνο. Η ενάγουσα μετά την αγορά της επιχείρησης και τη σύναψη της μίσθωσης υπέβαλε στην Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αττικής την, από 20-6-00 ,αίτηση μαζί με τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά για την αναθεώρηση της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού, έτσι ώστε να λειτουργεί πλέον στο δικό της όνομα και με αύξηση της δυναμικότητας του για φιλοξενία εξήντα νηπίων. Όμως, η ως άνω υπηρεσία αρνήθηκε την αναθεώρηση της άδειας, επειδή δεν είχε προσκομιστεί η απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας περί αλλαγής χρήσης του ακινήτου από κατοικία σε παιδικό σταθμό. Η εν λόγω αλλαγή χρήσης, όμως, δεν μπορούσε να γίνει αν προηγουμένως δεν γινόταν τροποποίηση της 1/1989 πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης και του ρυμοτομικού σχεδίου με την οποία το ακίνητο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης ,αφού, από τον αρχικό ως άνω εκμισθωτή και κύριο αυτού, (ακινήτου), είχαν δηλωθεί εσφαλμένα τα κτηματολογικά του στοιχεία. Τελικά δε η διαδικασία για την τακτοποίηση των παραπάνω εκκρεμοτήτων και την έκδοση της απαιτούμενης άδειας αλλαγής χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό δεν ολοκληρώθηκε μέχρι τον Ιούλιο του 2005. 'Ετσι, η ενάγουσα με την από 20/7/05 έγγραφη καταγγελία, την οποία επέδωσε στην εναγομένη στις 21/7/05, κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως και της παρέδωσε τη χρήση του στις 29/7/05, επικαλούμενη, πλην άλλων, δόλια απόκρυψη των ως άνω περιστατικών, που είχαν ως συνέπεια την αδυναμία αναθεώρησης της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού στο δικό της όνομα. Όμως, κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης και οπωσδήποτε κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν δεν αποδείχθηκαν περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αρχικού εκμισθωτή ,και, συγκεκριμένα, δόλιας και απατηλής απόκρυψης του ουσιώδους ελαττώματος της έλλειψης οικοδομικής αδείας αλλαγής της χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό, η οποία ήταν απαραίτητη για την εν συνεχεία έκδοση, (αναθεώρηση), της άδειας λειτουργίας του παιδικού σταθμού από την Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αττικής. Ο αρχικός εκμισθωτής αγνοούσε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της αδείας λειτουργίας του παιδικού σταθμού ήταν η προηγούμενη έκδοση οικοδομικής αδείας αλλαγής της χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό, η εν λόγω δε κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται ιδίως α) από το γεγονός ότι πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης και την παράδοση του μισθίου στην ενάγουσα λειτουργούσε ακωλύτως επί οκτώ συνεχή έτη (1992-2000) παιδικός σταθμός με την μισθώτρια την προαναφερθείσα εταιρεία με την επωνυμία << … >>, έχοντας εκδοθεί από την αρμόδια υπηρεσία η 5897/1993 άδεια λειτουργίας παιδικού σταθμού ,η νομιμότητα της οποίας ουδέποτε αμφισβητήθηκε από οιονδήποτε, χωρίς, την προηγούμενη έκδοση οικοδομικής άδειας αλλαγής χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό β) από το γεγονός ότι η ενάγουσα, μολονότι από τον Ιούλιο του 2000, πληροφορήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία, (στην οποία είχε υποβάλει την από 20-6-00 αίτηση για αναθεώρηση της αδείας λειτουργίας του παιδικού σταθμού), ότι απαιτείτο άδεια αλλαγής της χρήσης του μισθίου, από κατοικία σε παιδικό σταθμό ,ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε κατά του αρχικού εκμισθωτή ή της εναγομένης μέχρι την καταγγελία της μίσθωσης, ισχυριζόμενη δόλια απόκρυψη εκ μέρους του ως άνω περιστατικού, αλλά, κατέβαλε αδιαμαρτύρητα το συμφωνημένο μίσθωμα. γ) το με αριθμό πρωτοκόλλου 8089/6-10-92 έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με το οποίο προεγκρίθηκαν τα σχέδια για την λειτουργία παιδικού σταθμού στο μίσθιο και αναγράφονται σ' αυτό ότι <<η Διεύθυνση Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής προς την οποία κοινοποιείται το παρόν έγγραφο παρακαλείται για την αλλαγή χρήσης του κτιρίου>> απευθύνεται προς την Σ. Γ. (ομόρρυθμο μέλος της προαναφερθείσας αρχικής εκμισθώτριας) και κοινοποιήθηκε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο αρχικός εκμισθωτής έλαβε , καθ οιονδήποτε τρόπο γνώση του εν λόγω εγγράφου . Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε με τον 3ο όρο του από 1/6/00 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οι συμβληθέντες ,(ενάγουσα και εκμισθωτής Ν. Λ.), ρητώς απέκλεισαν οποιαδήποτε ευθύνη του εκμισθωτή για την δυνατότητα ή μη έκδοσης της τυχόν απαιτούμενης άδειας από οιαδήποτε αρχή συγχρόνως δε η ενάγουσα μισθώτρια δήλωσε ,ότι έχει ελέγξει και διαπιστώσει την συνδρομή των απαιτούμενων προς τούτο νομίμων ιδιοτήτων του μισθίου και προϋποθέσεων. Ωσαύτως, η μη έκδοση της απαιτούμενης αδείας της αρμόδιας Πολεοδομίας περί αλλαγής χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό μέχρι την καταγγελία της μισθώσεως από την ενάγουσα στις 21-7-05, οφείλεται σε υπαιτιότητα της τελευταίας, δεδομένου ότι για την αλλαγή χρήσης του μισθίου απαιτείτο η διενέργεια εργασιών και επισκευών εντός του κτιρίου που απαιτούσε κόστος στο οποίο η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να υποβληθεί, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι μετά την καταγγελία της επίδικης μίσθωσης από την ενάγουσα ,η εναγομένη με το από 1/8/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε το επίδικο στις Β. Ζ. και Μ. Μ., για το χρονικό διάστημα από 1/9/05 μέχρι 31/2/11, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτές ως παιδικός σταθμός αυτές δε ,(νέες μισθώτριες), προέβησαν στις απαραίτητες εργασίες και κατασκευές και πέτυχαν την έκδοση της 180/07 αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό . Τέλος, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτή η αποκρουόμενη από το δικαστήριο άποψη ότι ο αρχικός μισθωτής γνώριζε και απέκρυψε δολίως από την ενάγουσα μισθώτρια το επικαλούμενο ελάττωμα της έλλειψης οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου από κατοικία σε παιδικό σταθμό κατά τον χρόνο παράδοσης του μισθίου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη την επικαλούμενη στην αγωγή ζημία, η οποία ισούται με τη διαφορά μεταξύ της μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου ως παιδικού σταθμού και αυτής ως κατοικίας δεδομένου ότι το επίδικο λειτούργησε ακωλύτως, καθ' όλη την διάρκεια της μισθώσεως ως παιδικός σταθμός και το συμφωνημένο μίσθωμα αντιστοιχούσε επακριβώς στην μισθωτική αξία του μισθίου ως παιδικού σταθμού>>. Aπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι το δικαστήριο με το να κρίνει ότι ο αρχικός εκμισθωτής , αγνοούσε ότι ,απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση (αναθεώρηση) νέας αδείας λειτουργίας του παιδικού σταθμού στο όνομα της αναιρεσείουσας ,ήταν η προηγούμενη έκδοση οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης ,με την διόρθωση της πράξης εφαρμογής και νομιμοποίησης τού, πριν το έτος 1947 ,ανεγερθέντος τμήματος του μισθίου και επομένως δεν υπήρξε υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους του με την γνώση και δόλια αποσιώπηση των άνω προϋποθέσεων δεν παραβίασε την διάταξη του αρθ.914 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην εκ του αρθ.1 αρθ.559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια απορριπτομένου του δεύτερου λόγου αναίρεσης. Αλλά και ο τρίτος λόγος εκ του αρθ.559 αρθ.19 ιδίου Κώδικα με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το εφετείο με τις άνω παραδοχές του στέρησε την απόφασή του από επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο διότι έκρινε ότι δεν συντρέχουν στοιχεία υπαίτιας και παράνομης παράλειψης της αναιρεσίβλητης, δηλαδή, δολίας αποσιωπήσεως του πολεοδομικού ελαττώματος της έλλειψης οικοδομικής αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου , πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι εκτός του ότι προκύπτει ότι οι αιτιολογίες της απόφασης είναι πλήρεις και σαφείς ως προς το ανωτέρω σημείο , με τον άνω πρόσχημα επιχειρείται να αμφισβητηθεί στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (αρθ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) .Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση του των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων και ειδικότερα της αναιρεσείουσας ,εν προκειμένω, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους όπως αβάσιμα αυτή υποστηρίζει. Απορριπτέος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως για πλημμέλεια του αρθ 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ διότι η προσβαλομένη δεν έλαβε υπόψει της τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα εκείνους που περιλαμβάνονται στις προτάσεις της και επαναφέρθηκαν με το δικόγραφο της έφεσης , ως αβάσιμος, διότι όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της (και ιδιαίτερα εκείνος περί ακυρότητας της απαλλακτικής ρήτρας του εκμισθωτή που συνομολογήθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως) απορρίφθηκαν με την 175/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την οποία η 1702/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, ανήρεσε μόνο κατά τον μη δικασθέντα αγωγικό ισχυρισμό της δολίας απόκρυψης του πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, και εντεύθεν καλύπτονται πλέον από το δεδικασμένο . Εξάλλου, η προσβαλομένη απόφαση απέρριψε την αγωγή δεχόμενη ότι ο εκμισθωτής δεν γνώριζε την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή απόκρυψη τούτου και μάλιστα δολίως ώστε να υπάρχει ανάγκη έρευνας και των λοιπών ισχυρισμών . Αλλά και στην περίπτωση αυτή με το πρόσχημα της παραβίασης του αρθ. 559 παρ,8 Κ.Πολ.Δ επιχειρείται να αμφισβητηθεί στην πραγματικότητα η αναιρετικά αναίλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Τέλος και ο τέταρτος λόγος ο ερειδόμενος στην διάταξη του αρθ. 559 παρ.11 Κ.Πολ. Δ ότι η προσβαλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε και προσκόμισε ήτοι τις3715/2009 και 737/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και τα ασφαλή συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές ούτε την υπ' αριθμ. 68809/21-2-2006 αίτηση-δήλωσή της καθής προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αμαρουσίου από την οποία προκύπτει εξώδικη ομολογία της, τις οποίες αν λάμβανε υπόψει της θα διαμόρφωνε διαφορετική κρίση επί εφέσεώς της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τις παραδοχές της προσβαλομένης απόφασης και την μνεία των αποδεικτικών μέσων , προκύπτει ότι , για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης το Δικαστήριο έλαβε υπόψει του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί μεταξύ των οποίων και οι άνω δικαστικές αποφάσεις . Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως , διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις (183 ,178Κ.Πολ.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-2-2013 και αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 136/2013 στα οικεία βιβλία του Εφετείου Αθηνών αίτηση αναιρέσεως της 5556/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Διατάσει την κατάπτωση του παραβόλου με διπλότυπο 8871152 σειρά VI της Δ.Ο.Υ Ψυχικού εκ 300 ευρώ Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των 1800 ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ