Αριθμός 1491/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Σ. και της Α.-Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Σ. και της Α.-Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... Ησυχαστήριο ...", εδρεύοντος στη θέση Β. στον οικισμό Β. Κοινότητας ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Θεοτοκάτο, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2006 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Διονυσίας Καψαμπέλη και των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2009 μη οριστική, 28/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 5-7-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 94/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους πρώτο και τρίτο των εναγόντων, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 26-5-2006 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του πατρός τους, για τους επικαλούμενους σ' αυτή λόγους που προτάθηκαν σε επικουρική διάταξη άλλως να κηρυχθεί άκυρη λόγω πλάνης του διαθέτη, ως προς τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς του και ν'αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμά επι της κληρονομιαίας περιουσίας του πατρός τους, επικουρικά ν' αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του καθενός. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 116/2009 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας με την οποία απορρίφθηκε α) η κύρια αγωγή αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων, αλλά και ψυχικής και διανοητικής διαταραχής του διαθέτη, β) η σωρευόμενη (επικουρικά) αγωγή αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης λόγω μη τήρησης των διατάξεων που ορίζουν τις διατυπώσεις σύνταξης δημόσιας διαθήκης, γ) η σωρευόμενη (επικουρικά) αγωγή αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης λόγω πλάνης του διαθέτη περί τα παραγωγικά αίτια, δ) η σωρευόμενη (επικουρικά) αγωγή αναγνωριστική ακυρότητας λόγω πλαστότητάς της διαθήκης και ε) η σωρευόμενη (αντικειμενικά) αγωγή αναγνώρισης των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του διαθέτη και ως προς την επικουρικά σωρευόμενη αγωγή περί αναγνώρισης των εναγόντων ως νόμιμων μεριδούχων του διαθέτη διατάχθηκε η επανάληψη συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστεί με τη φροντίδα των εναγόντων, πρόσφατο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και πρόσφατο πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του διαθέτη Σ. Κ.. Κατά της ως άνω απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την 103/12-2009 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 358/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Εν συνεχεία με κλήση των εναγόντων επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ως άνω αγωγή περί αναγνώρισης των εναγόντων ως νομίμων μεριδούχων του διαθέτη, μετά την προσκόμιση των εγγράφων που διατάχθηκε να προσκομίσουν. Εκδόθηκε δε η 28/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή η σωρευόμενη περί αναγνώρισης των εναγόντων ως νομίμων μεριδούχων του διαθέτη και αναγνώρισε την νόμιμη μοίρα των εναγόντων που αντιστοιχεί στο 1/8 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα αντίστοιχα επί όλων των κληρονομιαίων στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους πλην του ακινήτου κτήματος στο Κ., εντός του οποίου κείται η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους .... Κατά των αποφάσεων αυτών (116/2009 και 28/2018), οι ενάγοντες άσκησαν την από 8-6-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλόμενη απόφαση, 94/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία, δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π 19/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π 1/2020). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017). Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017). Ακόμη από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνον αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Συνεπώς, προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνον εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Εξάλλου, κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ., παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. (Α.Π 97/2019). Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των παραπάνω άρθρων υπάρχει, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν, παρ' ότι διαπιστώθηκε η ανάγκη ερμηνείας, κενό, δηλαδή, ή ασάφεια της δήλωσης βουλήσεως που περιέχεται στη διαθήκη, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους, όπως όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν για το σκοπό εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη (Α.Π 850/2021 ΑΠ 105/2013). Ακόμη, κατά το άρθρο 1784 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη αν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονταν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δε θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140-143 Α.Κ. συνάγεται ότι σε αντίθεση με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η διάταξη της διαθήκης για να είναι ισχυρή πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης. Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση, που ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, υπάρχει κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης. Όταν η πραγματική αυτή κατάσταση, που απαραίτητα πρέπει να μνημονεύεται στη διαθήκη δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επί πλέον επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας διάταξης, επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση γι' αυτήν δημιουργείται λόγος ακύρωσής της (Α.Π. 38/2016, Α.Π. 1350/2014). Αντίθετα αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υπάρχει πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης. Αποτέλεσμα της ακυρώσεως είναι κατ' αρχήν η ακύρωση της διάταξης της διαθήκης, στην οποία εμφιλοχωρεί ο σχετικός λόγος ακύρωσης και αφήνει ανέπαφη την υπόλοιπη διαθήκη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 181 Α.Κ στο οποίο ορίζεται ότι η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επιχειρείτο χωρίς το άκυρο μέρος. Έτσι αν υπάρχει ακυρότητα μιας από τις διατάξεις διαθήκης, είναι δυνατόν η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα όλης της διαθήκης κατ' άρθρο 181 ΑΚ, αν συνάγεται ότι ο διαθέτης αγνοούσε τη μερική ακυρότητα και ότι αν τη γνώριζε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν θα ήθελε να ισχύσει ούτε ως προς το υπόλοιπο έγκυρο μέρος αυτής. Ο επικαλούμενος την ολική ακυρότητα πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής περίπτωσης κατά την οποία συνάγεται ότι η κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης θέληση του διαθέτη αν γνώριζε τη μερική ακυρότητα θα ήταν να μην ισχύσει ούτε κατά το υπόλοιπο μέρος (A.Π 354/2023, Α.Π 1350/2014). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι νόμιμα τέκνα του Σ. Κ., που είχε αποκτήσει από τον γάμο του με την Α. Κ.. Αυτός (Σ. Κ.) απεβίωσε στις 11-9-2005 στο ... και με την υπ' αριθμ. .../2005 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της Συμβολαιογράφου …, Ά. Γ. Κ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 98/4-10-2005 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, το εναγόμενο ν.π.ι.δ με την επωνυμία "... ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ...". Η διαθήκη αυτή συντάχθηκε τέσσερις ημέρες πριν από το θάνατο του διαθέτη σε δωμάτιο Νοσοκομείου, όπου και νοσηλευόταν ο αποβιώσας, σε αυτή δε ο διαθέτης όρισε τα εξής: "Αφήνω μετά το θάνατό μου όλη μου την περιουσία κινητή και ακίνητη στην Ιερά Μονή "Άγιοι ..." στα Ο., με τον όρο να φτιάξουν την Εκκλησία που είναι στον Κ. μέσα στο κτήμα μου αφιερωμένη στους Αγίους .... Τα υπόλοιπα ακίνητα ή κινητά που θα περισσέψουν μετά την ανέγερση της Εκκλησίας να τα χρησιμοποιούν για να συντηρούνται. Στις αγιογραφίες στην Εκκλησία να προτιμηθεί η Ά. Ι. Τ.. Στα τρία μου παιδιά δεν αφήνω τίποτα γιατί με έχουν εγκαταλείψει εδώ και 22 χρόνια και δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για εμένα". Όμως οι ενάγοντες - τέκνα του αποβιώσαντος, διατείνονται ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη επειδή κατά το χρόνο σύνταξής της ο διαθέτης πατέρας τους, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στερείτο της χρήσεως του λογικού, συνέπεια της βαριάς ασθένειας από την οποία έπασχε (μεταστατικού καρκίνου του παγκρέατος) που σε συνδυασμό με τη λήψη ισχυρών φαρμακευτικών παρασκευασμάτων και δη ναρκωτικών, για την ανακούφισή του από τους πόνους, τον καθιστούσαν ανίκανο για τη σύνταξη διαθήκης. Οι ενάγοντες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους προσκομίζουν μόνο το με αριθμ. πρωτ. 1786/12-9-2005 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του διαθέτη, στο οποίο ως αιτία θανάτου αναφέρεται μεταστατικός καρκίνος παγκρέατος. Ήτοι ναι μεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης έπασχε από μεταστατικό καρκίνο παγκρέατος, δεν αποδείχθηκε όμως ότι τούτο είχε στερήσει τη χρήση του λογικού και τη συνείδηση των πράξεων του, ούτε ότι είχε περιέλθει σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Η μάρτυρας των εναγόντων, η οποία είναι μητέρα τους, πρώην σύζυγος του διαθέτη, κατέθεσε αορίστως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί χορήγησης στον διαθέτη από τους θεράποντες ιατρούς του Νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν, ισχυρών ναρκωτικών φαρμάκων, πλην όμως τα αναφερόμενα αυτά δεν κρίνονται ικανά να οδηγήσουν το δικαστήριο σε πλήρη δικανική πεποίθηση για τυχόν έλλειψη συνειδήσεως ή για ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά το χρόνο συντάξεως της ως άνω διαθήκης. Και τούτο διότι αν και η ίδια εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στο Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν ο διαθέτης και πρώην σύζυγός της, ωστόσο, όπως και η ίδια καταθέτει, δεν είχε αναλάβει προσωπικά τη φροντίδα του εν λόγω ασθενούς-διαθέτη αλλά ενημερωνόταν για την κατάσταση του ασθενούς και για την φαρμακευτική αγωγή που χορηγούταν στον Σ. Κ., μέσω των ιατρών του. Περιορίζεται εξάλλου να πει, ότι ο διαθέτης "ήταν σε πολύ κακή διάθεση", "σε μια κακιά κατάπτωση", ουδέν όμως συγκεκριμένο καταθέτει η ως άνω μάρτυρας ούτε και προσδιορίζει, με αναφορά σε συγκεκριμένες περιστάσεις, πως εκδηλώνονταν η διατάραξη της συνείδησης του διαθέτη, εάν επρόκειτο για πρόσκαιρη ή διαρκή και σε ποιο βαθμό σύγχυση της συνειδήσεως ή αδυναμία ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεως του και χωρίς να επεξηγεί τεκμηριωμένα εάν η κατάσταση αυτή, που σημειωτέον δεν προκύπτει ούτε επιρρωνύεται από οιαδήποτε ιατρική γνωμάτευση ή άλλο σχετικό έγγραφο, υφίστατο κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης. Αντιθέτως δε, η ύπαρξη συνείδησης αλλά και η δυνατότητα ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη έγινε αντιληπτή, τόσο από τους συμπράξαντες μάρτυρες, όσο και από τη συμβολαιογράφο που συνέταξε τη συγκεκριμένη διαθήκη, οι οποίοι από τη συνομιλία τους με το διαθέτη πείσθηκαν για τη σοβαρότητα της προθέσεώς του να συντάξει διαθήκη και την επίγνωση εκ μέρους του της σημασίας και των συνεπειών αυτής (βλ. την ως άνω δημόσια διαθήκη). Πλέον δε των προαναφερομένων, καίτοι η καταχωρηθείσα στην προσβαλλόμενη δημόσια διαθήκη βεβαίωση κατά την υποκειμενική κρίση και αντίληψη της συμβολαιογράφου, περί μη υπαγωγής του διαθέτη σε οιαδήποτε περίπτωση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 1719 ΑΚ, θα μπορούσε ενδεχομένως να ανατραπεί ανταποδεικτικά και χωρίς προσβολή της διαθήκης για πλαστότητα, εντούτοις, εφόσον οι ενάγοντες δεν αποδεικνύουν την αναλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού τους, η ίδια η διαθήκη παρέχει, κατ' άρθρο 440 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη αυτής (βλ. ΑΠ 88/2003, ΕλΔνη 44, 1328), απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης κατά τούτο της σωρευόμενης - κυρίως - αγωγής, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της υπό του διαθέτη προφορικής δήλωσης της τελευταίας αυτού βούλησης, ενώπιον της Συμβολαιογράφου, παρευρίσκονταν εντός του δωματίου του Νοσοκομείου, πλην των συμπραττόντων τριών μαρτύρων και ο ασθενής στη διπλανή κλίνη. Ωστόσο, η παρουσία του προσώπου αυτού, δεν αποδεικνύεται ότι μπορούσε να ασκήσει ούτε ότι άσκησε οποιοδήποτε αποφασιστικό επηρεασμό στην ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα του διαθέτη, ώστε η δήλωση της τελευταίας βούλησής του να μην αποτελεί την ελεύθερη και αβίαστη θέλησή του για την τύχη της κληρονομιάς του, δεδομένου μάλιστα ότι μεταξύ των δύο κλινών είχε τοποθετηθεί παραβάν, το οποίο απέκλειε οποιασδήποτε οπτική επαφή με τον διαθέτη, που σημειωτέον ουδεμία σχέση (συγγενική ή φιλική) φέρεται να είχε με τον έτερο ασθενή του δωματίου. Τα όσα δε βεβαιώνει ενόρκως η Σ. Σ., με την υπ' αριθμ. 8404/2007 ένορκη βεβαίωσή της, ότι δηλαδή εντός του δωματίου κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης βρισκόταν και η ίδια, δεν κρίνονται πειστικά αφ' ής μάλιστα στιγμής δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε επίσης κρίνονται ικανά να ανατρέψουν, τα όσα βεβαιώνονται στην υπ' αριθμ. .../2005 δημόσια διαθήκη, από τη Συμβολαιογράφο ήτοι "αφού απομάκρυνα τους ευρισκόμενους στο δωμάτιο επισκέπτες και με ένα παραβάν απέκλεισα την οπτική επαφή του διαθέτη με τον άλλο ασθενή που ευρίσκετο στο ίδιο δωμάτιο, κάλεσα τους μάρτυρες να δώσουν τον κατά νόμο όρκο. Και αφού αυτοί έθεσαν το χέρι στο Ιερό Ευαγγέλιο ορκίστηκαν μπροστά σε εμένα και το διαθέτη ότι θα κρατήσουν μυστικές τις διατάξεις της διαθήκης μέχρι να δημοσιευτεί. Μετά αφού τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις και διατυπώσεις κάλεσα το διαθέτει να μας δηλώσει την τελευταία του θέληση". Τα όσα επίσης καταθέτει η μάρτυρας των εναγόντων περί παρουσίας εντός του δωματίου, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, και της γυναίκας με την οποία συζούσε ο διαθέτης, δεν κρίνονται πειστικά αφ' ης μάλιστα στιγμής η μάρτυρας καταθέτει-όλως αορίστως - όχι εξ ιδίας γνώσης, όσα πληροφορήθηκε από τους ενάγοντες και τις νοσηλεύτριες του Νοσοκομείου (βλ. στην υπ' αριθμ. 8 σελίδα των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης). Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και η επικουρικώς σωρευόμενη αγωγή περί ακυρότητας της διαθήκης λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων που επιβάλλει ο νόμος, απορριπτομένου εντεύθεν και του περί πλαστότητας της διαθήκης παραδεκτώς προτεινόμενου μόνο από τον πρώτο των εναγόντων, ο οποίος και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου- ισχυρισμού. Επιπρόσθετα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και όσον αφορά την όλως επικουρικώς αγωγή περί πλάνης στα παραγωγικά αίτια της βούλησης του διαθέτη, αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης στην από 7-9-2005 δημόσια διαθήκη του, όριζε - μεταξύ άλλων - και τα εξής: "Αφήνω μετά το θάνατό μου όλη μου την περιουσία κινητή και ακίνητη στην Ιερά Μονή Άγιοι Α. στα Ο. με τον όρο να φτιάξουν την Εκκλησία που είναι στον Κ. μέσα στο κτήμα μου αφιερωμένη στους Αγίους .........". Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο διαθέτης κατά τη διατύπωση της βούλησής του βρισκόταν σε πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια επειδή δεν γνώριζε ότι το ακίνητο στον Κ. και η επ' αυτού Εκκλησία δεν ανήκουν στην αποκλειστική του κυριότητα αλλά σε αυτή της Ιεράς Μονής Α. Γ., είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω διαθέτης, πριν πεθάνει, είχε υποβάλλει προς την Διεύθυνση Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος τις σχετικές δηλώσεις ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων ακινήτων και για το ακίνητο αυτό. Αυτό έλαβε ΚΑΕΚ 250711401026/0/ο, το οποίο έχει έκταση 3.515 τ.μ. και είναι το ακίνητο εντός του οποίου τα ερείπια του ναού Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (βλ. και το επίσης προσαγόμενο και επικαλούμενο από 12-9- 2011 κτηματολογικό φύλλο των ακινήτου αυτού το οποίο φέρει ως ιδιοκτήτη τον διαθέτη). Αντίθετα η Ιερά Μονή Α. Γ. δεν έχει δηλώσει ουδέν δικαίωμα επ' αυτού. Μάλιστα ο διαθέτης προσκόμισε για να δηλώσει την (συγ)κυριότητά του σε αυτό προς τον Οργανισμό Κτηματολογίου την προσαγόμενη και επικαλούμενη 319/1999 ένορκο βεβαίωση των μαρτύρων Κοσμάτου Αθανασίου του Γερασίμου και Κοσμάτου Ηλία του Ιωσήφ, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αργοστολιού. Σε αυτήν το ακίνητο που περιλαμβάνει τα ερείπια του άνω Ιερού Ναού περιγράφεται υπό τον αριθμό 1 ως αγροτεμάχιο στην θέση "Κούταβος" έκτασης 4,000 τ.μ. περίπου. Αντίθετα η αναγραφή στον προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες πίνακα καταχώρησης κτημάτων της ως άνω Ιεράς Μονής Α. Γ., ενός ακινήτου - κήπου στη θέση "Κούταβος" και ενός "Ναού" "εντός κτήματος/Μονής" (με αριθμό πίνακα 11), δεν αποδεικνύεται ότι αφορά το ακίνητο και τον Ναό για το οποίο γίνεται λόγος στην ως άνω δημόσια διαθήκη, αφ' ής μάλιστα στιγμής στην κατάθεση της, η μάρτυρος των εναγόντων δηλώνει ότι το ακίνητο στη θέση "Κούταβος" ανήκε στην κυριότητα του διαθέτη. Πέραν των ανωτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης προέβη στη σύνταξη της ως άνω διαθήκης, λόγω της πεποίθησης του ότι το κτήμα στο Κ. του ανήκε κατά κυριότητα, αφού από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο διαθέτης με την ως άνω προσβαλλόμενη διαθήκη του, στόχο είχε να αποκλείσει την εξ αδιαθέτου διαδοχή, που θα επήρχετο σε περίπτωση που δεν κατέλιπε διαθήκη και δη για λόγους που μνημονεύοντο στη διαθήκη και εν προκειμένω η έλλειψη στοργής και μέριμνας για το πρόσωπο του από τους ενάγοντες - τέκνα του. Ως εκ τούτου ουδεμία πλάνη αποδείχθηκε στα παραγωγικά αίτια της βούλησης του διαθέτη, ώστε να θεωρείται ακυρώσιμη η διάταξη της διαθήκης, πολύ δε περισσότερο η διαθήκη. Τα όσα δε διατείνονται οι ενάγοντες, ότι η Ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία, δεν θα επέτρεπε στο εναγόμενο ν.π.ι.δ. που υπάγεται στην Εκκλησία των Παλαιοημερολογιτών, να αναλάβει την ανακαίνιση του Ιερού Ναού που βρίσκεται εντός του ακινήτου του διαθέτη, αφορά αποκλειστικά και μόνο τη δυνατότητα εκτέλεσης "του τρόπου" που ορίζει ο διαθέτης και δεν σχετίζεται με την πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης. Επομένως με το να δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δυνάμει της προσβαλλόμενης 116/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας τα ίδια και να απορρίψει τόσο την κύρια βάση της αγωγής, ήτοι α) αναγνωριστική ακυρότητα διαθήκης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων αλλά και ψυχικής και διανοητικής διαταραχής του διαθέτη, β) αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που ορίζουν τις διατυπώσεις σύνταξης δημόσιας διαθήκης, γ) αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης λόγω πλάνης του διαθέτη περί τα παραγωγικά αίτια, δ) αναγνωριστική ακυρότητας λόγω πλαστότητας της διαθήκης και ε) αναγνώρισης των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του διαθέτη, ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε και το νόμο εφήρμοσε, συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Περαιτέρω όμως και όσο αφορά την εντελώς επικουρικά σωρευόμενη αγωγή αναγνώρισης της νόμιμης μοίρας των εναγόντων όπως προαναφέρθηκε ο διαθέτης με την ως άνω δημόσια διαθήκη του δεν κατέλιπε τίποτα στους ενάγοντες (τέκνα του), αφού όπως επί λέξει δήλωσε στη συμβολαιογράφο "Στα τρία μου παιδιά δεν αφήνω τίποτα γιατί με έχουν εγκαταλείψει εδώ και 22 χρόνια και δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για εμένα". Πέραν δε της αλήθειας (ή μη) των αναγραφόμενων στη διαθήκη, σχετικά με τη συμπεριφορά των εναγόντων απέναντι στον πατέρα τους διαθέτη, ο λόγος αυτός δεν εμπίπτει στους, περιοριστικώς αναγραφόμενους στο νόμο (άρθρο 1840 του Α.Κ.), λόγους αποκλήρωσης με την στενή έννοια του όρου, δηλαδή στον αποκλεισμό των μεριδούχων - κατιόντων από τη νόμιμη μοίρα : 1] επιβουλή ζωής του διαθέτη του συζύγου του ή άλλου κατιόντος του διαθέτη, 2] πρόκληση με πρόθεση σωματικής βλάβης στο διαθέτη ή στο σύζυγο του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών, 3] τέλεση κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του, 4] κακόβουλη αθέτηση της υποχρέωσης προς διατροφή και 5] άτιμος και ανήθικος βίος παρά τη θέληση του διαθέτη. Κατά τον τρόπο αυτό ο κληρονομούμενος απέκλεισε από την κληρονομική διαδοχή τους ενάγοντες, αναγκαίους μεριδούχους, ως προς τους οποίους η προδιαληφθείσα διαθήκη είναι αυτοδικαίως άκυρη κατά το μέρος που προσβάλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας τους. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες, ως τέκνα του διαθέτη, δικαιούνται να λάβουν αυτοδικαίως το ποσοστό της νομίμου μοίρας αυτών επί της κληρονομιάς του διαθέτη, η οποία από το νόμο ορίζεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Κατά το χρόνο δε θανάτου του κληρονομουμένου πατέρα των διαδίκων, Σ. Κ. [11-9-2005), μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:......"(Ακολουθεί περιγραφή των κληρονομιαίων ακινήτων) "Σημειώνεται ότι η μη αναφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων του θανόντος - πατέρα των εναγόντων δεν αναιρεί τη δυνατότητα αναγνωρίσεως του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας εκάστου εξ αυτών, ενόψει του ότι δεν ζητείται εν προκειμένω η απόδοση του ανήκοντος σε αυτόν μέρους της κληρονομιάς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος - διαθέτης, Σ. Κ. του Αθανασίου και της Μαρίας, είχε αποκτήσει, πέραν των τριών εναγόντων, και ένα ακόμη τέκνο, ήτοι την Γαβριέλλα, που γεννήθηκε στις 27-2-1985, από ελεύθερη - εκτός γάμου σχέση του με την Αλεξάνδρα, θυγατέρα Δημητρίου και Αδαμαντίας Χριστοφή, την οποία και αναγνώρισε εκουσίως ως γνήσιο και φυσικό του τέκνο δυνάμει της νομίμως προσκομιζόμενης και επικαλούμενης υπ' αριθμ. 7.027/2-11-1989 πράξης εκούσιας αναγνώρισης τέκνου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Στέφανου Καταπόδη και ως εκ τούτου το τέκνο του αυτό έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους. Επομένως, το δικαίωμα νόμιμης μοίρας των εναγόντων, η οποία ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, επειδή οι πλησιέστεροι εν ζωή συγγενείς του ανωτέρω κληρονομουμένου πατέρα τους, Σ. Κ. του Αθανασίου και της Μαρίας, κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν οι ενάγοντες και η Γαβριέλλα Καψαμπέλη του Σπυρίδωνος, ήτοι τα τέσσερα (4) τέκνα αυτού, η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα εκάστου των εναγόντων ανέρχεται σε 1/4 επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας και η νόμιμη μοίρα τους σε [1/4 : 2/1] 1/8. Επισημαίνεται ότι το ως άνω δικαίωμα νόμιμης μοίρας εκάστου των εναγόντων, ποσοστού 1/8 εξ αδιαιρέτου, θα αναγνωριστεί επί όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομούμενου, πλην του ακινήτου- κτήματος στον Κ., εντός του οποίου κείται η Εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους ..., το οποίο αναφέρεται ειδικότερα στη διαθήκη του κληρονομούμενου, ενόψει του ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες αναφέρουν στην κρινόμενη αγωγή τους ότι το τελευταίο δεν ανήκει στην κληρονομιαία περιουσία του κληρονομούμενου. Και μάλιστα ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός αυτός, σε κάθε περίπτωση ουδόλως δύναται το Δικαστήριο να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή τη σωρευόμενη στην αγωγή βάση περί αναγνώρισης των εναγόντων ως νομίμων μεριδούχων του διαθέτη σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της προσβαλλόμενης 28/2018 απόφασης και όχι σε ποσοστό 1/6, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και καλώς εφήρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου και ο λόγος έφεσης με τον οποίο οι ενάγοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 8-6-2018 (αριθ. εκθ. καταθ. 44/2018) ένδικη έφεση". Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή τους. Ειδικότερα τα Εφετείο δέχθηκε ότι ο αποβιώσας στις 15-9-2005 Σ. Κ., εγκατέστησε με την υπ'αριθμ. .../2005 δημόσια διαθήκη του μοναδικό κληρονόμο σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "... ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ...", υπό τον όρο να φτιάξουν την εκκλησία που είναι στον Κ., μέσα στο κτήμα του, η οποία είναι αφιερωμένη στους Αγίους ... και ότι με την διαθήκη αυτή απέκλεισε τα τρία τέκνα του ενάγοντες από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ότι ο διαθέτης αυτός κατά τον χρόνο θανάτου του, είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν στερείτο της χρήσεως του λογικού . Ότι περαιτέρω τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου που ορίζουν τις διατυπώσεις κατά την σύνταξη της επίδικης διαθήκης και ότι η διαθήκη αυτή δεν ήταν πλαστή. Ότι ουδεμία πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του διαθέτη αποδείχθηκε, μη αποδεικνυομένου του αγωγικού ισχυρισμού ότι το ακίνητο στο Κ. και η επ'αυτού εκκλησία δεν ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα του διαθέτη. Ότι ανεξαρτήτως της αλήθειας ή μη των αναγραφομένων στην διαθήκη σχετικά με την συμπεριφορά των εναγόντων απέναντι στον διαθέτη πατέρα τους, αυτά δεν εμπίπτουν στους περιοριστικούς στο νόμο λόγους αποκλεισμού τους από την νόμιμη μοίρα και ότι, δεδομένης της ύπαρξης και τέταρτου τέκνου του διαθέτη, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν την νόμιμη μοίρα, η οποία ανέρχεται στο 1/8 επί της κληρονομιαίας περιουσίας πλην του ακινήτου κτήματος στο Κ., το οποίο θεωρούν ότι δεν ανήκει στην κληρονομιαία περιουσία και δεν ζητούν την επ'αυτού αναγνώριση του δικαιώματος της νομίμου μοίρας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της επίδικης διαθήκης δεδομένου ότι το κείμενο αυτής ήταν σαφές, από το οποίο και μόνο προέκυπτε η αληθής βούληση του διαθέτη να εγκαταστήσει μοναδικό κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "... ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ..." υπό τον όρο "να φτιάξουν την εκκλησία που είναι μέσα στο κτήμα του στο Κ., αφιερωμένη στους Αγίους ...". Οι παραδοχές δε της προσβαλλόμενης ότι "... από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο διαθέτης με την ως άνω προσβαλλόμενη διαθήκη στόχο είχε ν'αποκλείσει την εξ αδιαθέτου διαδοχή.... ", δεν αποτελεί αιτιολογία προς στήριξη του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, αλλά επιχείρημα προς περαιτέρω θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος ως προς την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί πλάνης του διαθέτη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του, δεχόμενο ότι ουδεμία πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του διαθέτη αποδείχθηκε, μη αποδεικνυομένου του αγωγικού ισχυρισμού ότι το ακίνητο στο Κ. και η επ'αυτού εκκλησία δεν ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα του διαθέτη όπως προκύπτει από το όλο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σχετικό ζήτημα. Συνεπώς, τα όσα αντίθετα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, πέραν του απαραδέκτου των λόγων αυτών λόγω αοριστίας τους, καθόσον στους ως άνω λόγους διαλαβάνονται αποσπασματικές κατά την κρίση των αναιρεσειόντων παραδοχές, που όμως δεν αποτελούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην απόρριψη του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού. Επίσης, το Εφετείο σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 140-143 Α.Κ και δεν στέρησε της απόφασής του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη ως αβάσιμου του αγωγικού ισχυρισμού περί πλάνης του διαθέτη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης του, δεχόμενο όσα στον αμέσως παραπάνω αναφέρονται. Συνεπώς, τα όσα αντίθετα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα, πέραν της αοριστίας του λόγου αυτού αναίρεσης, διότι δεν διαλαμβάνεται σ'αυτόν το περιεχόμενο των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά αποσπασματικές κατά την κρίση των αναιρεσειόντων παραδοχές, που όμως δεν αποτελούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην απόρριψη του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Επίσης, δεν αποκλείεται να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη (Α.Π 1980/2022, Α.Π. 955/2022, Α.Π. 87/2021, Α.Π. 2080/2017, Α.Π. 1911/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο από το Κτηματολόγιο της άνω Ιεράς Μονής Α. Γ. έτους 1936 και την υπ'αριθμ. 1228/1920 βεβαίωση της ιεράς Μητροπόλεως …. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για την συναγωγή εξ αυτών δικαστικών τεκμηρίων, στο φύλλο δε 11 σελ. 1 της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική αναφορά στο πρώτο έγγραφο, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα παραπάνω έγγραφα, και έτσι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί πλάνης στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του διαθέτη, κατά την σύνταξη της εν λόγω διαθήκης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π 1093/2020, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π 1093/2020, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Στη προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης δεχόμενο πραγματικά γεγονότα καταδήλως διάφορα από αυτά που διαλαμβάνονται στη διαθήκη με το να δεχθεί ότι "...ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης προέβη στην σύνταξη της ως άνω διαθήκης, λόγω της πεποίθησης του ότι το κτήμα στο Κ. του ανήκε κατά κυριότητα, αφού από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο διαθέτης με την ως άνω προσβαλλόμενη διαθήκη του, στόχο είχε να αποκλείσει την εξ αδιαθέτου διαδοχή". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στις διαλαμβανόμενες από το Εφετείο παραδοχές παρατίθεται αυτούσια η επίδικη διαθήκη, γεγονός που αποκλείει την λάθος ανάγνωση της. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του αναφορικά με την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού περί πλάνης του διαθέτη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην ως άνω κρίση του όχι μόνο ή κυρίως στην επίδικη διαθήκη. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 5-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 94/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, το οποίο το τελευταίο νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-7-2021 αίτηση των Α. Κ. του Σ. και Α. Κ. του Σ., για αναίρεση της 94/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ