Αριθμός 1104/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ε. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 3) Μ. συζ. Χ. Σ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φιλόλαο Δημητρίου. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Π. χήρας Χ. Χ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/...5 του ίδιου Δικαστηρίου και 2086/...7 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2/2/...9 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1443/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 25/11/2011 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/4/2010 έκθεση του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2086/...7 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Προκειμένου, όμως να ασκηθεί η ως άνω νομή χρησικτησίας, θα πρέπει προηγουμένως να αποκτηθεί. Από δε τη διάταξη του άρθρου 976 εδάφ. α' του ΑΚ, που ορίζει ότι σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα και η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβιβάσεως νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) Η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση αυτού που μεταβιβάζει τη νομή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των ήδη αναιρεσειόντων, η οποία είχε ως μοναδική βάση την έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με τον υπ' αριθ. 1181/1-11-1929 οριστικό τίτλο κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 12-6-1970, παραχωρήθηκε στον Κ. Χ., πεθερό της ενάγουσας, πατέρα της πρώτης και τρίτης των εναγομένων και παππού του δευτέρου εξ αυτών, το υπ' αριθ. 3 οικόπεδο του οικισμού της πόλης του Κιλκίς, εκτάσεως 769 τ.μ., με την επ' αυτού οικία, εμβαδού 62,16 τ.μ., το οποίο συνορεύει, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Κ. Χ. αποβίωσε στις 7-7-1948 και με την υπ' αριθ. .../20-2-1947 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Σωτηρίου Αλεξανδρόπουλου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 18.154/26-8-1948 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του τη σύζυγο του Δ., τις θυγατέρες του Μ., Μ. και Ε., το γιο του Χ. (σύζυγο της ενάγουσας) και την αδελφή του Χ.. Ειδικότερα κατέλειπε : α) στη θυγατέρα του Μ. ένα διαιρετό τμήμα του προαναφερομένου οικοπέδου, εμβαδού 150 τ.μ., β) στη θυγατέρα του Μ. άλλο διαιρετό τμήμα του ίδιου οικοπέδου, εμβαδού 150 τ.μ και γ) στη σύζυγό του Δ., στην αδελφή του Χ. και στη θυγατέρα του Ε. Χ. το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου του, εμβαδού 468,60 τ.μ., επί του οποίου βρίσκεται και η πιο πάνω οικία, το οποίο συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 25,20 μ. με το διαιρετό τμήμα της Μ. και δυτικά με τεθλασμένη γραμμή, σε πλευρά 16,60 μ. με την οδό ... και σε πλευρά 8,60 μ. με διαιρετό τμήμα της Μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στις δύο πρώτες και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην τρίτη. Επίσης, με ρητή διάταξη της διαθήκης, ο διαθέτης όρισε ότι τα ανωτέρω ποσοστά της συζύγου του Δ. και της αδελφής του Χ. (50%) θα περιέλθουν μετά το θάνατο αυτών στη θυγατέρα του, πρώτη εναγομένη, Ε. Χ., την οποία υποχρέωνε με την ίδια διάταξη της διαθήκης να φροντίζει και να διατρέφει αυτές εφόρου ζωής τους. Αμέσως μετά το θάνατο του διαθέτη πατέρα της και συγκεκριμένα το έτος 1949 η πρώτη εναγόμενη εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου σπούδασε και εργάστηκε ως νοσοκόμα. Για το λόγο αυτό, επειδή δεν μπορούσε ν' αναλάβει τη φροντίδα και διατροφή της μητέρας της Δ. Χ. και της θείας της Χ. Χ., συμφώνησε με τον αδελφό της Χ. Χ. ν' αναλάβει εκείνος τη φροντίδα και διατροφή της μητέρας και της θείας τους και, ως "αντάλλαγμα", αυτή να του μεταβιβάσει την ανωτέρω ισόγεια κατοικία και το γύρω απ' αυτήν οικοπεδικό τμήμα (αυλή και διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο αυτής), συνολικής έκτασης 291 τ.μ., δηλαδή το επίδικο τμήμα. Έτσι, ο Χ. Χ. διέμενε και φρόντιζε τη θεία του και τη μητέρα του μέχρι το θάνατό τους τα έτη 1952 και 1974, αντίστοιχα, ακόμη και μετά το γάμο του με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το έτος 1953, ενώ η αδελφή του Ε. (πρώτη εναγομένη) του μεταβίβασε από τότε (έτος 1948) ατύπως το επίδικο οικοπεδικό τμήμα των 291 τ.μ., με την επ' αυτού ισόγεια κατοικία, στα οποία αυτός έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του (17-1-1986) άσκησε όλες τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου, τις οποίες εξακολούθησε μετά το θάνατό του και μέχρι την έγερση της αγωγής η ενάγουσα-αναιρεσείουσα σύζυγός του. Συγκεκριμένα ο σύζυγος της ενάγουσας Χ. Χ., από το έτος 1948 εγκαταστάθηκε, μαζί με τη μητέρα του και τη θεία του, στην ανωτέρω ισόγεια οικία, την οποία χρησιμοποιούσε ως κατοικία του, σ' αυτήν εγκαταστάθηκε και η ενάγουσα μετά την τέλεση του γάμου τους το έτος 1953 και σ' αυτή γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τα δύο παιδιά τους, Κ. και Δ. Χ., μέχρι να δημιουργήσουν τις δικές τους οικογένειες. Σε χώρο της ίδιας οικίας λειτουργούσε ο σύζυγος της ενάγουσας από το έτος 1956 παντοπωλείο, μετά δε τους μεγάλους σεισμούς του έτους 1978, αυτός προέβη σε εκτεταμένες επισκευές της οικίας, με σημαντική δαπάνη. Ακόμη αυτός ενήργησε τις συνδέσεις της οικίας με τα δίκτυα της Δ.Ε.Η., του Ο.Τ.Ε. και της Αποχέτευσης και κατέβαλε όλες τις σχετικές δαπάνες και τέλη στις αντίστοιχες Υπηρεσίες και στο Δήμο Κιλκίς. Παράλληλα είχε φυτέψει και καλλιεργούσε στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα και στον ελεύθερο χώρο αυτού γύρω από την κατοικία, που αποτελούσε διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο αυτής (αυλή-κήπο), διάφορα λουλούδια, καλλωπιστικά και οπωροφόρα δένδρα. Επίσης, από το έτος 1979 αυτός είχε κατασκευάσει στο βόρειο τμήμα του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος υπόστεγο-στέγαστρο από σιδηροκατασκευή το οποίο χρησιμοποιούσαν κατά τους θερινούς μήνες. Η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, μετά το θάνατο του συζύγου της Χ. Χ., το έτος 1986, εξακολούθησε να ασκεί τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα συνέχισε να κατοικεί μέχρι σήμερα στην ισόγεια οικία, φρόντιζε για την καλλιέργεια των δένδρων και τον λουλουδιών της αυλής και του κήπου, για την πληρωμή των λογαριασμών και τελών του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η., της Αποχέτευσης και του ετήσιου τέλους ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) προς το Δήμο Κιλκίς και, ειδικά το έτος 1995, κατέβαλε στον ίδιο Δήμο, ως "κυρία ή νομέας" του επίδικου ακινήτου, τα ανάλογα τέλη και εισφορές για την κατασκευή των πεζοδρομίων στις παρακείμενες οδούς ... και .... Κατά τα έτη 1989-1990, αυτή προέβη σε αντικατάσταση των ξύλινων κρηπιδωμάτων της στέγης της οικίας, σε κατασκευή νέας μεταλλικής εξώθυρας και στην τοποθέτηση περιμετρικής περίφραξης στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα, από "μασίφ" σίδηρο σε βάση από μπετόν και τσιμεντόλιθους στην πλευρά της οδού ... και από συρματόπλεγμα, πακτωμένο σε βάση από μπετόν, προς την πλευρά της οδού ..., το δε έτος 1986, με δικές της φροντίδες και δαπάνες (για αμοιβή του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού και αξία υλικών και τεχνικών εργασιών) και με βάση την υπ' αριθμ. .../1986 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Κιλκίς, που εκδόθηκε αναγκαίως στο όνομα της πρώτης εναγόμενης Ε. Χ., αφού αυτή εμφανιζόταν τυπικά ως κυρία στα σχετικά συμβόλαια, κατασκεύασε προσθήκη στο βόρειο τμήμα της παλαιάς ισόγειας οικίας και σε επαφή με αυτή, εμβαδού 23,60 τ.μ., η οποία περιλαμβάνει κουζίνα και λουτροαποχωρητήριο και βρίσκεται σε λειτουργική ενότητα με το προϋφιστάμενο κτίσμα. Τέλος, μετά το θάνατο του συζύγου της και μέχρι το 1991 η ενάγουσα λειτούργησε στο χώρο του παλαιού παντοπωλείου, επιχείρηση "καπνοπωλείου" στο όνομά της. Ενόψει τούτων, με την άσκηση των ανωτέρω αναφερομένων διακατοχικών πράξεών τους επί του επίδικου οικοπεδικού τμήματος και της επ' αυτού οικίας από το έτος 1948 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά και μέχρι σήμερα συνεχώς, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ο σύζυγος της ενάγουσας Χ. Χ. και, μετά το θάνατο αυτού κατά το έτος 1986, η ενάγουσα άσκησαν νομή επ' αυτών "με διάνοια κυρίου" που εκδηλώθηκε τόσο ρητά, όσο και σιωπηρά, αφού θεωρούσαν το ακίνητο αυτό σαν δικό τους και σαν δικό τους αυτό ήταν γνωστό στην περιοχή του. Η πρώτη εναγόμενη Ε. Χ., όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε ή δεν αντέδρασε ποτέ, αλλά, αντίθετα, όσες φορές ερχόταν από την Αθήνα στο Κιλκίς, τα καλοκαίρια ή τις γιορτές, επαναλάμβανε και επιβεβαίωνε στο σύζυγο της ενάγουσας και στην ίδια την "άτυπη παραχώρηση" αυτού, ήδη από το έτος 1948. Το έτος 1970 οι πρώτη και τρίτη εναγόμενες, Ε. Χ. και Μ. Χ., συζ. Χ. Σ., με το υπ' αριθμ. .../10-12-1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κιλκίς Χαρίλαου Σουμελίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν, λόγω δωρεάς, στον αδελφό τους και σύζυγο της ενάγουσας Χ. Χ., η μεν πρώτη ένα αυτοτελές και διαιρετό τμήμα, εμβαδού 177,60 τ.μ, συνεχόμενο του επίδικου ακινήτου των 291 τ.μ., δηλαδή το μόνο υπόλοιπο από το αρχικό οικοπεδικό τμήμα των 468,60 τ.μ. που είχε περιέλθει σ' αυτήν από κληρονομιά του πατέρα της Κ. Χ., με την πιο πάνω διαθήκη του, το οποίο της είχε απομείνει μετά την "άτυπη μεταβίβαση" του επίδικου τμήματος των 291 τ.μ. με την επ' αυτού παλαιά οικία, που είχε πραγματοποιήσει προς τον εν λόγω αδελφό της από το έτος 1948, η δε τρίτη εναγόμενη ένα άλλο, συνεχόμενο προς το προηγούμενο, αυτοτελές και διαιρεμένο οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 150 τ.μ., το οποίο αυτή είχε κληρονομήσει, κατά τα ανωτέρω, από τον πατέρα τους, με την ίδια διαθήκη. Ακόμη, η πρώτη εναγόμενη Ε. Χ., με το υπ' αριθμ. .../9-2-1980 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κιλκίς Ιωάννη Καντζάβελου, μεταβίβασε στο γιο του αδελφού της Χ. Χ. και της ενάγουσας Κ. Χ. την κυριότητα ενός καταστήματός της στο ... και επί της οδού ..., αρ. 144, το οποίο επίσης είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της, δυνάμει της ίδιας πιο πάνω διαθήκης του. Και, ενώ επικρατούσε η ανωτέρω κατάσταση, την 11-1-1999, η πρώτη εναγόμενη Ε. Χ., με το .../11-1-1999 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κιλκίς Θεμιστοκλή Μανασή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στο μεν δεύτερο εναγόμενο Γ. Σ., γιο της αδελφής της Μ. Σ., κατά ψιλή κυριότητα, στη δε τρίτη εναγόμενη αδελφή της Μ. σύζ. Χ. Σ., κατ' επικαρπία, τα 65,9864 % ποσοστά εξ αδιαιρέτου ενός διαιρετού τμήματος του ανωτέρω αρχικού οικοπέδου των 769 τ.μ., εκτάσεως 441 τ.μ., στο οποίο, κατά την περιγραφή που γίνεται στο συμβόλαιο αυτό, περιλαμβάνεται και το επίδικο οικοπεδικό τμήμα των 291 τ.μ. της ενάγουσας, με την επ' αυτού οικία, αμφισβητώντας έτσι και οι τρεις εναγόμενοι, που συμβλήθηκαν στο εν λόγω συμβόλαιο, την κυριότητα της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου. Τα από την εκκαλούμενη απόφαση γενόμενα δεκτά περί "παρακλητικής σχέσης" ως προς τη χρησιμοποίηση της επί του επιδίκου κατοικίας από μέρους της ενάγουσας και της οικογένειάς της, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ή, γενικά, "περί ασκήσεως των παραπάνω αναφερομένων διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου από την ενάγουσα και το σύζυγό της, ως αντιπροσώπων στη νομή και για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, δεν αποδεικνύονται από κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι οι διακατοχικές αυτές πράξεις ασκούνταν από την ενάγουσα και το σύζυγο της για δικό τους λογαριασμό και με διάνοια κυρίου. Ακόμη, η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι "η ενάγουσα, παρότι τόσο αυτή όσο και ο δικαιοπάροχος σύζυγός της μέχρι το θάνατό του, το έτος 1986, άσκησαν από το 1948 μέχρι σήμερα επί του επίδικου οικοπεδικού τμήματος και της επ' αυτού οικίας όλες τις ανωτέρω προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις, τις οποίες άλλωστε συνομολογούν και οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, δεν απέκτησε την κυριότητα αυτών με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δεν άσκησαν τις πράξεις αυτές με "διάνοια κυρίου", γιατί η πρώτη εναγόμενη και τυπικά κυρία αυτών με τη μεταβίβαση του συνεχόμενου προς το επίδικο οικοπεδικού τμήματος των 177,60 τ.μ., στην οποία προέβη το έτος 1970, εξέφρασε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τη βούλησή της να μην απεκδυθεί των δικαιωμάτων της επί του επίδικου ακινήτου, θεωρώντας ότι αρκούσε η μεταβίβαση του άλλου τμήματος του οικοπέδου της στον αδελφό της, ως αντάλλαγμα, ή γιατί από την παραχώρηση του επιδίκου δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεσή της να το παραχωρήσει και κατά κυριότητα στον αδελφό της και την οικογένειά του, καθόσον είναι προφανές από τις άλλες εκποιητικές και άνευ ανταλλάγματος περιουσιακές επιδόσεις που πραγματοποίησε προς αυτούς, ότι όποτε ήθελε η πρώτη εναγόμενη να παραχωρήσει ή να δωρίσει περιουσιακά της στοιχεία στον αδελφό της το έκανε νομότυπα με τον προπεριγραφέντα τρόπο". Δέχθηκε, δηλαδή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η ενάγουσα και ο σύζυγός της δεν άσκησαν νομή χρησικτησίας επί του επιδίκου ακινήτου και ότι οι προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις αυτής και του συζύγου της έγιναν χωρίς "διάνοια κυρίου", γιατί η πρώτη εναγόμενη και τυπικά κυρία του επίδικου ακινήτου, δεν μεταβίβασε στην ενάγουσα και το σύζυγό της οποτεδήποτε τη νομή αυτού, ούτε εκδήλωσε ποτέ πρόθεση να το μεταβιβάσει σ' αυτούς η να τους το παραχωρήσει, αλλά, αντίθετα, με τις προαναφερθείσες δικαιοπραξίες της (μεταβίβαση το έτος 1970 με συμβολαιογραφικό έγγραφο άλλου τμήματος του ίδιου αρχικού οικοπέδου κ.λ.π.), αυτή εξέφρασε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τη βούλησή της να μην απεκδυθεί των δικαιωμάτων της επί του επιδίκου. Οι παραπάνω, όμως, παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης είναι αβάσιμες, γιατί, όπως εκτέθηκε, για την έναρξη έκτακτης χρησικτησίας δεν απαιτείται η νομή του χρησιδεσπόζοντος επί του πράγματος να είναι ανεπίληπτη, δηλαδή να αποκτήθηκε, αναγκαίως, κατόπιν μεταβίβασής της από τον προηγούμενο νομέα ή με τη σύμφωνη γνώμη εκείνου, αλλά μπορεί να αποκτηθεί και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του προηγούμενου νομέα και παρά τη θέληση του, λ.χ. και με αποβολή αυτού από τη νομή του πράγματος. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή το εάν η πρώτη εναγόμενη, κυρία του επιδίκου ακινήτου και προηγουμένη νομέας αυτού, συμφώνησε η όχι στην απόκτηση της νομής αυτού από την ενάγουσα και το δικαιοπάροχο σύζυγό της, ή αν μεταβίβασε ή όχι τη νομή στην ενάγουσα και το σύζυγό της ή αν παραιτήθηκε ή όχι από τη νομή της, αφού σημασία για την απόκτηση της νομής από την ενάγουσα έχει μόνο το αν αυτή άσκησε επί του επιδίκου ακινήτου τις επικαλούμενες διακατοχικές πράξεις, τις οποίες, όπως αποδείχθηκε, πράγματι άσκησε και αν αυτό έγινε με διάνοια κυρίου, δηλαδή "με πρόθεση ιδιοποιήσεως" του επιδίκου ή με τη θέληση της ενάγουσας και του συζύγου της να είναι δικό τους, η οποία (θέληση) υπήρχε και εκδηλώθηκε ρητά και σιωπηρά με τις ανωτέρω εκτεθείσες πράξεις της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, αυτοί μπορούσαν να αποκτήσουν και απέκτησαν νομή έκτακτης χρησικτησίας επί του επίδικου ακινήτου, ακόμη και παρά τη θέληση ή επιθυμία της πρώτης εναγόμενης, τυπικά κυρίας και προηγούμενης νομέα του επιδίκου, ή και μετά από αποβολή αυτής της εναγόμενης από τη νομή τούτου, αν υποτεθεί ότι αυτή, όπως δέχεται εσφαλμένα η εκκαλουμένη, δεν μεταβίβασε άτυπα στην ενάγουσα από το έτος 1948 τη νομή του επιδίκου, πράγμα βεβαίως που δεν αποδείχθηκε". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτό, μαζί με το δικαιοπάροχο σύζυγό της, επί μία τουλάχιστον εικοσαετία μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει αντιθέτως και απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά τη μοναδική βάση αυτής, τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, έσφαλε. Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τόσο της κτήσης της νομής του επίδικου ακινήτου από το δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης ενάγουσας Χ. Χ., όσο και της απόκτησης από την αναιρεσίβλητη της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο α) δέχεται ότι, με βάση την κληρονομική από διαθήκη διαδοχή του αποβιώσαντος στις 7-7-1948 αρχικού ιδιοκτήτη Κ. Χ., το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει, ως τμήμα του μείζονος οικοπεδικού τμήματος των 468,60 τ.μ, κατά τα 50% εξ αδιαιρέτου στην ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εναγόμενη Ε. Χ. και κατά τα υπόλοιπα 50% εξ αδιαιρέτου στη μητέρα αυτής Δ. Χ. και στη θεία της Χ. Χ., οι οποίες αποβίωσαν κατά τα έτη 1974 και 1952, αντίστοιχα, και περαιτέρω ότι η ίδια αναιρεσείουσα εναγομένη από το έτος 1948 μεταβίβασε ατύπως το επίδικο ακίνητο στον αδελφό της και δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Χ. Χ., ο οποίος έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του, στις 17-1-1986, το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει τον τρόπο που αυτός απέκτησε τη νομή του επιδίκου κατά τα 50% ποσοστά εξ αδιαιρέτου που με το θάνατο του διαθέτη Κ. Χ. είχαν περιέλθει στις αρχικές κληρονόμους Δ. και Χ. Χ., δηλαδή αν η νομή κατά τα ιδανικά αυτά μερίδια μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν από τις εν λόγω κληρονόμους ή αν αυτός την απέκτησε πρωτοτύπως με κατάληψη του επίδικου ακινήτου, και β) ενώ δέχεται αρχικά, ότι η νομή του επίδικου ακινήτου περιήλθε στον άνω δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Χ. Χ. από το έτος 1948, με άτυπη μεταβίβαση της προς αυτόν από την μέχρι τότε συννομέα του επιδίκου αδελφή του Ε. Χ., (πρώτη αναιρεσείουσα εναγομένη), και ότι αυτός έκτοτε και μέχρι τον θάνατό του άσκησε επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες στην απόφαση διακατοχικές πράξεις, περαιτέρω δέχεται αντιφατικώς προς την προηγούμενη παραδοχή ότι ο ίδιος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Χ. Χ. είχε αποκτήσει τη νομή του επίδικου ακινήτου, ακόμη και παρά τη θέληση ή την επιθυμία της αναιρεσείουσας αδελφής του Ε. Χ. ή και μετά από αποβολή αυτής από τη νομή τούτου, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει το χρόνο κατά τον οποίο την απέβαλε από τη νομή. Ενόψει τούτων, οι συναφείς δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, μέρος τρίτο, και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί παραδεκτά κατά τα ανωτέρω συμπληρώνονται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ), κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αυτής ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι βάσιμοι. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 εδάφ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην προκείμενη περίπτωση, οι συναφείς δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, μέρος πρώτο, και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 980 παρ. 2, 981 παρ. 1 και 982 του ΑΚ, γιατί παρέλειψε να τις εφαρμόσει, είναι απορριπτέοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη πραγματική προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό "ότι η πρώτη αναιρεσείουσα Ε. Χ. το έτος 1948 παρέδωσε στον αδελφό της και δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Χ. Χ. μόνο την κατοχή της επί του επιδίκου οικίας και ότι έκτοτε αυτή ασκούσε επί του επίδικου ακινήτου τη νομή μέσω του άνω αδελφού της, της μητέρας της και της θείας της, οι οποίοι διέμεναν στην εν λόγω οικία", ώστε να απαιτείται η γνωστοποίηση από τον Χ. Χ. προς την πρώτη αναιρεσείουσα ότι νέμεται το επίδικο για δικό του λογαριασμό. Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1033 του ΑΚ, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό ότι το έτος 1948 η πρώτη αναιρεσείουσα Ε. Χ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον αδελφό της και δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Χ. Χ. το επίδικο ακίνητο και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 1033 ΑΚ. Επειδή, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο "με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη και ο δικαιοπάροχός της Χ. Χ. νέμονταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1948 μέχρι την άσκηση της αγωγής, παραβίασε, ευθέως τον α.ν. 431/1968, που θέτει ως προϋπόθεση για την απόκτηση από τρίτο της κυριότητας κλήρου με έκτακτη χρησικτησία τη μεταγραφή του εκδοθέντος επ' ονόματί του κληρούχου οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου), ο οποίος στην κρινόμενη υπόθεση μεταγράφηκε στις 12-6-1970, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένη διάταξη του α.ν. 431/1968 παραβιάσθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, πρέπει κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας της (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 2086/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ