ΑΡΙΘΜΟΣ 1190/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1931/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με Πολιτικώς ενάγουσα τηνΖ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1783/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 63/6.2.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ΄αριθμ. 112/6-10-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ΄αριθ. 1931/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 952/2005 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας βιασμού (άρθρ. 42 παρ. 1 και 336 παρ. 1 Π.Κ.). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ΄αριθ. 1931/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 28-9-2006, η δε αίτηση ασκήθηκε την 6-10-2006 (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) από τον ίδιο αυτοπροσώπως με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ΄αριθμ. 112/6-10-2006 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν υπό την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεκτικών μέσων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει από το βούλευμα ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ΄ Κ.Π.Δ. και η πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 320/2006 ΠΧ ΝΣΤ΄ 825). Περαιτέρω η γενική αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος περί λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν δεν διαβεβαιώνει αναμφίβολα και τη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το συμβούλιο της ανώμοτης καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντα. Αν όμως με τρόπο αναμφισβήτητο συνάγεται από τη στάθμιση του όλου περιερχομένου του σκεπτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος, ότι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (πραγματογνωμοσύνη και ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα) ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το συμβούλιο, τότε το οικείο παραπεμπτικό βούλευμα δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 875/2002 Π.Χ. ΝΓ 246, ΑΠ 632/2002 ΠΧ ΝΓ 214). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, για να στηρίξει την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, διέλαβε στο σκεπτικό του ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, προέκυψαν "Από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τα υπομνήματα του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με τις απολογίες αυτού". Περαιτέρω από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας προέκυψε ότι περιλαμβάνονται σ΄αυτήν: α) η υπ΄αριθ. 1771/9-9-2004 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., που συντάχθηκε κατόπιν της υπ΄αριθ. 1048/2/6/-α/8-9-2004 παραγγελίας του διενεργούντος την προανάκριση αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου του Τμήματος Ασφαλείας Χαϊδαρίου, σύμφωνα με την οποία εξετάσθηκε η φερομένη ως παθούσα Ζ και διαπιστώθηκε ότι αυτή έφερε εκδορά στην αριστερή πλευρά της ράχης της ρινός, θλαστική εξοίδηση των μαλακών μορίων του αριστερού κάτω βλεφάρου και μικρή αμοιχή στη βάση του δείκτη της δεξιάς άκρας χειρός, β) η υπ΄αριθ. 04/1/17472-α/15-9-2004 εξερεύνηση αντικειμένου και συγκεκριμένα ενός ζεύγους γυαλιών μυωπίας της φερομένης ως παθούσας, που συντάχθηκε από το Τμήμα Εξερευνήσεως της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών ερευνών, κατόπιν της υπ΄αριθ. 889/14-9-2004 παραγγελίας του ίδιου προανακριτικού υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία δεν βρέθηκαν αποτυπώματα κατάλληλα για παραβολή και γ) η από 5-10-2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ. Περί των δύο πρώτων εκθέσεων, που αποτελούν, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 στοιχ. γ΄ Κ.Π.Δ., ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, καθώς και περί της ανωτέρω ανώμοτης καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, δεν γίνεται καμία μνεία στην αρχή της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατά το είδος τους τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως από αυτό προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ΄είδος προσδιοριζόμενα ως ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 8-9-2004 και περί ώρα 07.30, καθ' όν χρόνο η Ζ, 40 ετών, βάδιζε στο ..., στην υπόγεια διάβαση πεζών, που βρίσκεται στη ..., προκειμένου να μεταβεί απέναντι στη στάση ΟΑΣΑ, στο ρεύμα προς ..., την πλησίασε από πίσω αθόρυβα άγνωστος άνδρας, χωρίς αυτή να τον αντιληφθεί, της επιτέθηκε ξαφνικά από πίσω, την ακινητοποίησε με τα χέρια για να κάμψει την αντίσταση της, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και ειδικότερα με το αριστερό του χέρι της κάλυψε βίαια το στόμα και τη μύτη, τραυματίζοντας την στο αριστερό μέρος της μύτης και στο αριστερό κάτω βλέφαρο, ανασηκώνοντας τα γιαλιά που φορούσε, τα οποία της έπεσαν, ενώ το δεξί του χέρι το έβαλε στα γεννητικά της όργανα και δη αρχικά έξω από το παντελόνι και στη συνέχεια μέσα από το παντελόνι και πάνω από το εσώρουχο της και την ψηλαφούσε λέγοντας "θα μου πάρεις μία πίπα αλλιώς θα σε σκοτώσω". Συγχρόνως ο άγνωστος δράστης έτριβε τα γεννητικά του όργανα στα οπίσθια της παθούσας με αναστεναγμούς. Με την παραπάνω σωματική βία και τις απειλές επεδίωκε ο δράστης να εξαναγκάσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία και σε επιχείρηση ασελγών πράξεων επ' αυτής. Καθ' όλη τη διάρκεια του συμβάντος η παθούσα αμυνόταν με τα χέρια και τα πόδια της και φώναζε "άφησε με, άφησε με" και "βοήθεια". Από την αντίσταση και τις φωνές της παθούσας, ίσως δε και από τη σερβιέτα που φορούσε η παθούσα (όπως η ίδια καταθέτει), αναγκάστηκε ο δράστης, φοβηθείς μήπως προστρέξει τρίτος σε βοήθεια, να απομακρυνθεί, τρέχοντας προς την έξοδο της διάβασης, η οποία καταλήγει στο ρεύμα της Εθνικής οδού προς ..., χωρίς να ολοκληρώσει την πράξη του από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του. Η παθούσα, αφού πήρε από κάτω τα γυαλιά μυωπίας και τα φόρεσε αμέσως ακολούθησε τον δράστη έως τη στάση που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ..., οπότε τον είδε να αφαιρεί από το κεφάλι του το καλσόν που φορούσε και στη συνέχεια τον έχασε, όταν αυτός εισήλθε αριστερά σε ανώνυμη οδό στο .... Η παθούσα κατά το χρόνο που ακολουθούσε το δράστη διέκρινε ότι αυτός είχε ύψος, περίπου 1,65, με τετράγωνο σώμα, δεμένος, με σκούρο τύπο δέρματος και μαύρα μαλλιά, φορούσε μπεζ μπλουζάκι κοντομάνικο με γιακά (τύπου POLO), με ρίγα και σκούρο παντελόνι. Από τη στάση, όπου βρισκόταν η παθούσα, τηλεφώνησε, μέσω του κινητού της, στο σύζυγο της, που είναι αστυνομικός, του ανέφερε και του περιέγραψε το συμβάν κι αυτός την προέτρεψε να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Αμέσως η παθούσα ενημέρωσε την Αστυνομία και περί ώρα 08.10 προσήλθε στο σημείο περιπολικό της Αστυνομίας, που είχε λάβει το σήμα περί ώρα 07.45. Περιέγραψε το δράστη στους αστυνομικούς και αφού επιβιβάστηκε και η ίδια στο περιπολικό άρχισε η έρευνα. Σε πέντε (5) λεπτά, ακολουθώντας τις οδούς, όπου είχε δει το δράστη να τρέχει, έφθασαν σε πρατήριο υγρών καυσίμων της "ΒΡ", που βρίσκεται επί της Ε.Ο .., στο ρεύμα προς ... και σε απόσταση 400μ. περίπου από την ως άνω υπόγεια διάβαση. Εκεί η παθούσα είδε ένα άνδρα να βάζει βενζίνη σε αυτοκίνητο και αμέσως είπε στους αστυνομικούς "σταματήστε αυτός είναι". Κατέβηκαν από το περιπολικό, πλησίασαν τον υποδειχθέντα ως δράστη, τον ενημέρωσαν για το συμβάν και αυτός σε έντονο και απειλητικό ύφος είπε στην παθούσα "σιγά μη βίαζα εσένα μωρή πατσαβούρα", την ίδια στιγμή την πλησίασε άλλο άτομο και της είπε "σιγά μη σε βίαζε, ο γυιός μου είναι οικογενειάρχης, έχει γυναίκα, δεν κάνει τέτοια πράγματα, έρχεσαι και μας κατηγορείς πρωϊ- πρωϊ, ο γυιός μου ήλθε οκτώ (8) η ώρα για δουλειά από το ... και το αυτοκίνητο του το έχει εδώ". Εν τω μεταξύ είχε φθάσει στο παραπάνω πρατήριο και ο σύζυγος της παθούσας, ο οποίος παρατήρησε ότι ο δράστης φορούσε λαστιχένια παπούτσια όταν πλησίασε από πίσω την παθούσα γι' αυτό και δεν ακούστηκε, οπότε ο ήδη κατηγορούμενος έβαλε τα κλάμματα, όπως καταθέτει ως μάρτυς ο σύζυγος της παθούσας. Επίσης οι αστυνομικοί ρώτησαν στο πρατήριο τον κατηγορούμενο αν φορούσε τα ίδια ρούχα από το πρωϊ και αυτός απάντησε καταφατικά. Έτσι συνελήφθη ο εκκαλών- κατηγορούμενος και οδηγήθηκε στο Αστυν. Τμήμα. Η παθούσα τόσο στη προανάκριση, όσο και στην Ανάκριση καταθέτει ότι είναι 100% σίγουρη ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της εις βάρος της απόπειρας βιασμού, γιατί αυτός φορούσε τα ίδια ρούχα, η φωνή του ταίριαζε απόλυτα, είχε την ίδια σωματική διάπλαση με τον άνδρα που της επιτέθηκε στην υπόγεια διάβαση και τον οποίο ακολούθησε στη συνέχεια, ο οποίος φορούσε, όπως ο κατηγορούμενος, λαστιχένια παπούτσια, γι' αυτό και δεν έγινε αντιληπτός κατά τη βάδιση του στα πλακάκια της υπόγειας διάβασης. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία, χωρίς να αναφέρεται στην ενδυμασία του, την οποία αναγνώρισε και είχε προηγουμένως περιγράψει η παθούσα στους αστυνομικούς και στο σύζυγο της. Ειδικότερα ο εκκαλών υποστηρίζει ότι την ημέρα εκείνη ξεκίνησε από την πατρική του οικία στο ... περί ώρα 07.45 με τη μητέρα του, την οποία άφησε στο φούρνο περί ώρα 07.50 και στη συνέχεια περί ώρα 08.20 έφθασε στο πρατήριο υγρών καυσίμων που εκμεταλλεύεται ο πατέρας του και ο θείος του και όπου εργάζεται. Και η μητέρα του κατηγορουμένου και η φίλη αυτής ... καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε από την πατρική οικία με τη μητέρα του ( η οποία τον ετοίμασε) περί ώρα 07.45 και ότι πέρασε από το φούρνο περί ώρα 07.50, όπου κατέβηκε η μητέρα του. Όμως τόσο η παθούσα, όσο και ο αστυνομικός ..., καταθέτουν ότι η παθούσα τηλεφώνησε στην Αστυνομία στις 07.45, συναντήθηκε στη συνέχεια με τους αστυνομικούς στη στάση στις 08.10 και σε πέντε λεπτά (ήτοι 08.15) εντόπισαν τον κατηγορούμενο στο πρατήριο να βάζει βενζίνη. Έτσι δεν ελέγχεται πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έφθασε στο πρατήριο στις 08.20. Πέραν αυτού αντιφάσκει ο ισχυρισμός αυτός και με τον ισχυρισμό του πατέρα του ο οποίος στο πρατήριο είπε ότι ο γιος του έφθασε στις οκτώ (8) η ώρα. Εξ' άλλου ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν βρέθηκαν αποτυπώματα των χειρών του στα γυαλιά της παθούσας, ούτε κακώσεις στον ίδιο από την αντίδραση της παθούσας κατά τις όπισθεν κινήσεις των χειρών και των ποδιών της. Όμως καθόσον αφορά τα γυαλιά της παθούσας, προφανώς δεν τα έπιασε ο κατηγορούμενος, ο οποίος βίαια έκλεισε το στόμα και τη μύτη της παθούσας, με κίνηση από κάτω προς τα επάνω, γι' αυτό και την τραυμάτισε στο αριστερό της μύτης και στο κάτω αριστερό βλέφαρο και της πέταξε τα γυαλιά με την προς επάνω κίνηση του αριστερού χειρός του. Εξ' άλλου καθόσον αφορά τις κακώσεις, αυτές ήταν δύσκολο να γίνουν με τις προς τα πίσω κινήσεις της παθούσας και δη από τα χέρια της, κάτω από τα οποία είχε περάσει ο κατηγορούμενος τα δικά του. Έτσι εν όψει αυτών και δη της μη επαληθεύσεως του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί του χρόνου αφίξεως στο πρατήριο υγρών καυσίμων όπου εργαζόταν, της συμπεριφοράς και στάσεως του κατηγορουμένου στο πρατήριο υγρών καυσίμων όπου έβαλε και τα κλάματα, της ρητής αναγνωρίσεως αυτού κατά την προανάκριση και ανάκριση, από την παθούσα και του επί πλέον γεγονότος ότι άνδρας με τα χαρακτηριστικά του κατηγορουμένου στεκόταν πριν την επίθεση κοντά στην υπόγεια διάβαση και παρατηρούσε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου (575), όπως καταθέτει επίσης η παθούσα, προκύπτουν και κατά τη κρίση του Συμβουλίου τούτου επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας βιασμού, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α΄, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 51, 52, 336 παρ. 1 Π.Κ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού περιέχονται σ΄ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 336 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ενώ στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος δεν αναφέρονται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων: α) η υπ΄αριθ. 1771/9-9-2004 ιατροδικαστική έκθεση, β) η υπ΄αριθ. 04/1/17472-α΄/15-9-2004 εξερεύνηση αντικειμένου και γ) η από 5-10-2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ, εν τούτοις από το σύνολο της παραπάνω αιτιολογίας του καθίσταται αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθεται στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος η εξής περικοπή "Εξ΄άλλου ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν βρέθηκαν αποτυπώματα των χειρών του στα γυαλιά της παθούσας, ούτε κακώσεις στον ίδιο από την αντίδραση της παθούσας κατά τις όπισθεν κινήσεις των χειρών και των ποδιών της. ΄Όμως, καθόσον αφορά τα γυαλιά της παθούσας, προφανώς δεν τα έπιασε ο κατηγορούμενος ο οποίος βίαια έκλεισε το στόμα και τη μύτη της παθούσας με κίνηση από κάτω προς τα επάνω, γιαυτό και την τραυμάτισε στο αριστερό της μύτης και στο κάτω αριστερό βλέφαρο και της πέταξε τα γυαλιά με την προς τα επάνω κίνηση του αριστερού χεριού του. Εξ΄άλλου, καθόσον αφορά τις κακώσεις, αυτές ήταν δύσκολο να γίνουν με τις προς τα πίσω κινήσεις της παθούσας και δη από τα χέρια της, κάτω από τα οποία είχε περάσει ο κατηγορούμενος τα δικά του". Από την περικοπή αυτή του προσβαλλομένου βουλεύματος αναμφίβολα προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, τόσο την υπ΄αριθ. 1771/9-9-2004 ιατροδικαστική έκθεση, όσο και την υπ΄αριθμ. 04/1/17472-α΄/15-9-2004 εξερεύνηση αντικειμένου, αφού μόνο από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην ως άνω περικοπή. Περαιτέρω από το σύνολο της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει επίσης ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την από 5-10-2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ, αφού αναφέρεται σ΄αυτήν κατ΄επανάληψη. ΄Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η αναφορά στο προοίμιο της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος ως αποδεικτικών μέσων των καταθέσεων των μαρτύρων, χωρίς τη διάκριση αν πρόκειται για ένορκες ή ανώμοτες, αναμφίβολα σημαίνει ότι σ΄αυτές (καταθέσεις) περιλαμβάνεται και η από 5-10-2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ, η οποία, εκτός από την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας, έχει και εκείνη της μάρτυρα. Κατ΄ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ΄αυτόν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ΄αριθ. 112/6-10-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ΄αριθμ. 1931/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν υπό την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική, κατ' είδος, αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει από το βούλευμα ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 178 περ. β και γ ΚΠΔ, η αυτοψία (άρθρ. 180 επ. ΚΠΔ) και η πραγματογνωμοσύνη (άρθρ. 183 επ.). Περαιτέρω, η γενική αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος περί λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν δεν διαβεβαιώνει αναμφίβολα και τη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το συμβούλιο της ανώμοτης καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντα. Αν, όμως, από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο, ότι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα), λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το συμβούλιο, τότε το οικείο παραπεμπτικό βούλευμα δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, το εκδώσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, για να στηρίξει την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, δέχθηκε ότι "από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τα υπομνήματα του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με τις απολογίες αυτού", προέκυψαν τα εξής : Στις 8.9.2004 και περί ώρα 07.30΄, καθόν χρόνο η Ζ, 40 ετών, βάδιζε στο ..., στην υπόγεια διάβαση πεζών, που βρίσκεται στη ..., προκειμένου να μεταβεί απέναντι στη στάση Ο.Α.Σ.Α., στο ρεύμα προς ..., την πλησίασε από πίσω αθόρυβα άγνωστος άνδρας, χωρίς αυτή να τον αντιληφθεί, της επιτέθηκε ξαφνικά από πίσω, την ακινητοποίησε με τα χέρια για να κάμψει την αντίσταση της, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και ειδικότερα με το αριστερό του χέρι της κάλυψε βίαια το στόμα και τη μύτη, τραυματίζοντας την στο αριστερό μέρος της μύτης και στο αριστερό κάτω βλέφαρο, ανασηκώνοντας τα γυαλιά που φορούσε, τα οποία της έπεσαν, ενώ το δεξί του χέρι το έβαλε στα γεννητικά της όργανα και δη αρχικά έξω από το παντελόνι και στη συνέχεια μέσα από το παντελόνι και πάνω από το εσώρουχό της και την ψηλαφούσε λέγοντας της "θα μου πάρεις μία πίπα αλλιώς θα σε σκοτώσω". Συγχρόνως ο άγνωστος δράστης έτριβε τα γεννητικά του όργανα στα οπίσθια της παθούσας με αναστεναγμούς. Με την παραπάνω σωματική βία και τις απειλές επεδίωκε ο δράστης να εξαναγκάσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία και σε επιχείρηση ασελγών πράξεων επ' αυτής. Καθ' όλη τη διάρκεια του συμβάντος η παθούσα αμυνόταν με τα χέρια και τα πόδια της και φώναζε "άφησε με, άφησε με" και "βοήθεια". Από την αντίσταση και τις φωνές της παθούσας, ίσως δε και από τη σερβιέτα που φορούσε η παθούσα, όπως η ίδια καταθέτει, αναγκάστηκε ο δράστης, φοβούμενος μήπως προστρέξει τρίτος σε βοήθεια, να απομακρυνθεί, τρέχοντας προς την έξοδο της διάβασης, η οποία καταλήγει στο ρεύμα της .. προς ..., χωρίς να ολοκληρώσει την πράξη του από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του. Η παθούσα, αφού πήρε από κάτω τα γυαλιά μυωπίας και τα φόρεσε αμέσως, ακολούθησε τον δράστη έως τη στάση που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ..., οπότε τον είδε να αφαιρεί από το κεφάλι του το καλσόν που φορούσε και στη συνέχεια τον έχασε, όταν αυτός εισήλθε αριστερά σε ανώνυμη οδό στο ... Η παθούσα κατά το χρόνο που ακολουθούσε το δράστη διέκρινε ότι αυτός είχε ύψος, περίπου 1,65, με τετράγωνο σώμα, δεμένος, με σκούρο τύπο δέρματος και μαύρα μαλλιά, φορούσε μπεζ μπλουζάκι κοντομάνικο με γιακά (τύπου POLO), με ρίγα και σκούρο παντελόνι. Από τη στάση, που βρισκόταν η παθούσα, τηλεφώνησε από το κινητό της στο σύζυγο της, που είναι αστυνομικός, του ανέφερε και το συμβάν και το περιέγραψε, κι αυτός την προέτρεψε να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Αμέσως η παθούσα ενημέρωσε την Αστυνομία και περί ώρα 08.10΄ προσήλθε στο σημείο περιπολικό της Αστυνομίας, που είχε λάβει το σήμα περί ώρα 07.45΄. Περιέγραψε το δράστη στους αστυνομικούς και αφού επιβιβάστηκε και η ίδια στο περιπολικό άρχισε η έρευνα. Σε πέντε λεπτά, ακολουθώντας τις οδούς, όπου είχε δει το δράστη να τρέχει, έφθασαν σε πρατήριο υγρών καυσίμων της "ΒΡ", που βρίσκεται επί της ... στο ρεύμα προς ... και σε απόσταση 400 μέτρα περίπου από την ως άνω υπόγεια διάβαση. Εκεί η παθούσα είδε ένα άνδρα να βάζει βενζίνη σε αυτοκίνητο και αμέσως είπε στους αστυνομικούς "σταματήστε αυτός είναι". Κατέβηκαν από το περιπολικό, πλησίασαν τον υποδειχθέντα ως δράστη, τον ενημέρωσαν για το συμβάν και αυτός σε έντονο και απειλητικό ύφος είπε στην παθούσα "σιγά μη βίαζα εσένα μωρή πατσαβούρα", την ίδια στιγμή την πλησίασε άλλο άτομο και της είπε "σιγά μη σε βίαζε, ο γιος μου είναι οικογενειάρχης, έχει γυναίκα, δεν κάνει τέτοια πράγματα, έρχεσαι και μας κατηγορείς πρωί - πρωί, ο γιος μου ήλθε 08.00΄ η ώρα για δουλειά από το ... και το αυτοκίνητό του το έχει εδώ". Εν τω μεταξύ είχε φθάσει στο παραπάνω πρατήριο και ο σύζυγος της παθούσας, ο οποίος παρατήρησε, ότι ο δράστης φορούσε λαστιχένια παπούτσια όταν πλησίασε από πίσω την παθούσα γι' αυτό και δεν ακούστηκε, οπότε ο ήδη κατηγορούμενος έβαλε τα κλάματα, όπως καταθέτει ο μάρτυρας σύζυγος της παθούσας. Επίσης, οι αστυνομικοί ρώτησαν στο πρατήριο τον κατηγορούμενο αν φορούσε τα ίδια ρούχα από το πρωί και αυτός απάντησε καταφατικά. Έτσι, συνελήφθη ο εκκαλών - κατηγορούμενος και οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα. Η παθούσα τόσο στη προανάκριση, όσο και στην Ανάκριση καταθέτει ότι είναι 100% σίγουρη, ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της εις βάρος της απόπειρας βιασμού, γιατί αυτός φορούσε τα ίδια ρούχα, η φωνή του ταίριαζε απόλυτα, είχε την ίδια σωματική διάπλαση με τον άνδρα που της επιτέθηκε στην υπόγεια διάβαση και τον οποίο ακολούθησε στη συνέχεια, ο οποίος φορούσε, όπως ο κατηγορούμενος, λαστιχένια παπούτσια, γι' αυτό και δεν έγινε αντιληπτός κατά τη βάδισή του στα πλακάκια της υπόγειας διάβασης. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία, χωρίς να αναφέρεται στην ενδυμασία του, την οποία αναγνώρισε και είχε προηγουμένως περιγράψει η παθούσα στους αστυνομικούς και στο σύζυγο της. Ειδικότερα, ο εκκαλών υποστηρίζει ότι την ημέρα εκείνη ξεκίνησε από την πατρική του οικία στο ... περί ώρα 07.45΄ με τη μητέρα του, την οποία άφησε στο φούρνο περί ώρα 07.50΄ και στη συνέχεια περί ώρα 08.20 έφθασε στο πρατήριο υγρών καυσίμων που εκμεταλλεύεται ο πατέρας του και ο θείος του και όπου εργάζεται. Και η μητέρα του κατηγορουμένου και η φίλη αυτής ... καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε από την πατρική οικία με τη μητέρα του περί ώρα 07.45΄ και ότι πέρασε από το φούρνο περί ώρα 07.50΄, όπου κατέβηκε η μητέρα του. Όμως τόσο η παθούσα, όσο και ο αστυνομικός ..., καταθέτουν ότι η παθούσα τηλεφώνησε στην Αστυνομία στις 07.45΄, συναντήθηκε στη συνέχεια με τους αστυνομικούς στη στάση στις 08.10΄ και σε πέντε λεπτά εντόπισαν τον κατηγορούμενο στο πρατήριο να βάζει βενζίνη. Έτσι, δεν ελέγχεται πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έφθασε στο πρατήριο στις 08.20΄. Πέραν αυτού αντιφάσκει ο ισχυρισμός αυτός και με τον ισχυρισμό του πατέρα του, ο οποίος στο πρατήριο είπε ότι ο γιος του έφθασε στις οκτώ (8) η ώρα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν βρέθηκαν αποτυπώματα των χειρών του στα γυαλιά της παθούσας, ούτε κακώσεις στον ίδιο από την αντίδραση της παθούσας κατά τις όπισθεν κινήσεις των χειρών και των ποδιών της. Όμως, καθόσον αφορά τα γυαλιά της παθούσας, προφανώς δεν τα έπιασε ο κατηγορούμενος, ο οποίος βίαια έκλεισε το στόμα και τη μύτη της παθούσας, με κίνηση από κάτω προς τα επάνω, γι' αυτό και την τραυμάτισε στο αριστερό της μύτης και στο κάτω αριστερό βλέφαρο και της πέταξε τα γυαλιά με την προς επάνω κίνηση του αριστερού χειρός του. Εξάλλου, καθόσον αφορά τις κακώσεις, αυτές ήταν δύσκολο να γίνουν με τις προς τα πίσω κινήσεις της παθούσας και δη από τα χέρια της, κάτω από τα οποία είχε περάσει ο κατηγορούμενος τα δικά του. Έτσι, εν όψει αυτών και συγκεκριμένα της μη επαληθεύσεως του ισχυρισμού του κατηγορουμένου για το χρόνο άφιξής του στο πρατήριο υγρών καυσίμων όπου εργαζόταν, της συμπεριφοράς και στάσεως του κατηγορουμένου στο πρατήριο, όπου έβαλε και τα κλάματα, της ρητής αναγνωρίσεως αυτού κατά την προανάκριση και την ανάκριση, από την παθούσα και του επί πλέον γεγονότος, ότι άνδρας με τα χαρακτηριστικά του κατηγορουμένου στεκόταν πριν την επίθεση κοντά στην υπόγεια διάβαση και παρατηρούσε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου (5Χ5), όπως καταθέτει επίσης η παθούσα, προέκυψαν κατά τη κρίση του Συμβουλίου Εφετών επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας βιασμού. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 § 1 και 336 § 1 ΠΚ. 3. Τούτο δε, περαιτέρω, καθόσον : Ι) όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας ναι μεν εμπεριέχονται σ' αυτή : α) η υπ' αριθ. 1.771/9.9.2004 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., που συντάχθηκε μετά την υπ' αριθ. 1.048/2/6/-α/8.9.2004 παραγγελία του διενεργούντος την προανάκριση αρμόδιου προανακριτικού υπαλλήλου του Τμήματος Ασφαλείας Χαϊδαρίου, με βάση την οποία εξετάσθηκε η φερομένη ως παθούσα Ζ και διαπιστώθηκε πως έφερε εκδορά στην αριστερή πλευρά της ράχης της ρινός, θλαστική εξοίδηση των μαλακών μορίων του αριστερού κάτω βλεφάρου και μικρή αμυχή στη βάση του δείκτη της δεξιάς άκρας χειρός, β) η υπ' αριθ. 04/1/17472-α/15.9.2004 εξερεύνηση αντικειμένου (έκθεση αυτοψίας) ενός ζεύγους γυαλιών μυωπίας της φερομένης ως παθούσας, που συντάχθηκε από το Τμήμα Εξερεύνησης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, μετά την υπ' αριθ. 889/14.9.2004 παραγγελία του ίδιου προανακριτικού υπαλλήλου, κατά την οποία δεν βρέθηκαν αποτυπώματα κατάλληλα για παραβολή, και γ) η από 5.10.2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ. ΙΙ) Για τις δύο πρώτες εκθέσεις, που αποτελούν, κατά την αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 στοιχ. β και γ ΚΠΔ, ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, καθώς και την από 5.10.2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του Ανακριτή, δεν γίνεται καμία μνεία στην αρχή της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατά το είδος τους τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, και ΙΙΙ) Παρά ταύτα, από το σύνολο της παραπάνω αιτιολογίας του, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεως του και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό του πληττόμενου βουλεύματος εκτίθεται η περικοπή : "ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν βρέθηκαν αποτυπώματα των χειρών του στα γυαλιά της παθούσας, ούτε κακώσεις στον ίδιο από την αντίδραση της παθούσας κατά τις όπισθεν κινήσεις των χειρών και των ποδιών της. Όμως, καθόσον αφορά τα γυαλιά της παθούσας, προφανώς δεν τα έπιασε ο κατηγορούμενος ο οποίος βίαια έκλεισε το στόμα και τη μύτη της παθούσας με κίνηση από κάτω προς τα επάνω, γι' αυτό και την τραυμάτισε στο αριστερό της μύτης και στο κάτω αριστερό βλέφαρο και της πέταξε τα γυαλιά με την προς τα επάνω κίνηση του αριστερού χεριού του. Εξάλλου, καθόσον αφορά τις κακώσεις, αυτές ήταν δύσκολο να γίνουν με τις προς τα πίσω κινήσεις της παθούσας και δη από τα χέρια της, κάτω από τα οποία είχε περάσει ο κατηγορούμενος τα δικά του". Από την περικοπή αυτή του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, τόσο την υπ' αριθ. 1.771/9.9.2004 ιατροδικαστική έκθεση, όσο και την υπ' αριθ. 04/1/17472-α/15.9.2004 έκθεση αυτοψίας (εξερεύνηση αντικειμένου), αφού μόνο από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που εμπεριέχονται στην ως άνω περικοπή - παραδοχή του τελεσίδικου βουλεύματος. Περαιτέρω, από το σύνολο της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ακόμη, ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την από 5.10.2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ στον Ανακριτή, αφού αναφέρεται στο περιεχόμενό της κατ' επανάληψη, ενώ για το θέμα της αναγνωρίσεως του δράστη κάνει ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της καταθέσεως της στην ανάκριση. Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η αναφορά στο προοίμιο της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος ως αποδεικτικών μέσων των καταθέσεων των μαρτύρων, χωρίς τη διάκριση αν πρόκειται για ένορκες ή ανώμοτες, αναμφίβολα σημαίνει ότι σ' αυτές (καταθέσεις) περιλαμβάνεται και η από 5.10.2004 ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ζ, η οποία, εκτός από την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας, έχει και εκείνη της μάρτυρα. Ενόψει όλων αυτών, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου, από το άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, δύο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Συνεπώς, και εφόσον δεν υπάρχει λόγος αναιρέσεως προς έρευνα εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 112/6.10.2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 1.931/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ