Αριθμός 1610/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1944/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1417/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 περ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε με αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, ή παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, που διαφέρουν εννοιολογικά. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, συνιστούνΠεριπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία έχει υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργεια αυτού. Έτσι η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται η εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεν δημιουργείται όμως τέτοια ασάφεια και αντίφαση, όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι, εφόσον στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξεως, αλλά απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) τον δόλο του δράστη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με τη διάταξη του άρθρου 386 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, για να υπάρξει απόπειρα απάτης, αρκεί, ότι άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας του υπαιτίου ή άλλου, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη ή απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων, η οποία, ως επακόλουθο, ήταν δυνατόν να έχει την βλάβη ξένης περιουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1944/2006 απόφαση, δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα σ' αυτή κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ( Χ1 ), με την ιδιότητα της παραγωγού ασφαλίσεων στην ασφαλιστική επιχείρηση Interamerican, θέση εργασίας την ο ποία κατείχε έχοντας παραιτηθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση "Commercial Union", ο δε δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος ( Χ2 ) με την ιδιότητα του συζύγου της 1ης, ενεφάνισαν στον ηλικίας 81 ετών εγκαλούντα Ψ1 , με τον οποίο φρόντισαν να αναπτύξουν προσποιητές εκ μέρους τους σχέσεις φιλίας και ενδιαφέροντος, ότι η ασφαλιστική εταιρεία Interamerican, στην οποία είχε αποκτήσει την νέα θέση εργασίας της η 1η κατηγορουμένη, ήταν ασφαλιστικό ίδρυμα κολοσσιαίων διαστάσεων, στο οποίο ο εγκαλών έπρεπε, για το δικό του συμφέρον, να μεταφέρει όλα του τα μετρητά τα οποία είχε κατατιθεμένα σε επενδυτικά προγράμματα της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial Union. Έτσι ο εγκαλών, έχοντας τυφλή εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό πνεύμα και στις συμβουλές των κατηγορουμένων, επείσθη και δέχθηκε να μεταφέρει τα χρήματά του στην εταιρεία Interamerican, υπογράφοντας, χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενό τους, λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε προς τα ανωτέρω πρόσωπα, τρεις αιτήσεις προς την Interamerican, με τελική συνέπεια να συμβληθεί με αυτήν με τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, με ρήτρες μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε αναπτυσσόμενες εταιρείες, στα οποία οι κατηγορούμενοι, χωρίς να έχουν ουδεμία άλλη σχέση με τον εγκαλούντα, πέραν της προσποιητής και απολύτως υστερόβουλης δήθεν φιλίας τους, φρόντισαν να εμφανίζονται, χωρίς να έχουν προς τούτο την εξουσιοδότηση ή την εκ των υστέρων έγκριση του εγκαλούντος, ως ασφαλιζόμενα πρόσωπα και δικαιούχοι. Ειδικότερα παρέπεισαν τον εγκαλούντα ο οποίος, νομίζοντας ότι συναλλάσσεται με τράπεζα συνεβλήθη σε τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής εκ των οποίων: 1) το πρώτο, υ π' αρ. ......., με ετήσια ασφάλιστρα 4.870.000 δρχ., έφερε ως ασφαλιζόμενο πρόσωπο τον 2ο των κατηγορουμένων, ως δικαιούχο δε τον εγκαλούντα και την 1η κατηγορουμένη σε περίπτωση θανάτου του, 2) το δεύτερο, υπ' αρ. ......, ασφαλιστήριο με ετήσιο ασφάλιστρο 4.870.000 δρχ., συμβόλαιο ζωής έφερε ως ασφαλιζόμενο πρόσωπο την 1η κατηγορουμένη, ως δικαιούχο τον 2ο κατηγορούμενο, σε περίπτωση θανάτου του εγκαλούντα, 3) το τρίτο δε συμβόλαιο, υπ' αρ. ......., με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 42.940.000, τιτλοφορούμενο ως "Λογαριασμός Ζωής", έφερε ως ασφαλιζόμενο πρόσωπο την 1η κατηγορουμένη. Με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά, πέτυχαν οι κατηγορούμενοι να καταστούν δικαιούχοι των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τα οποία ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, χωρίς να νομιμοποιούνται προς τούτο, καθόσον δεν υφίστατο αντίστοιχη θέληση-επιθυμία του εγκαλούντος, εκμεταλλευόμενοι την τυφλή εμπιστοσύνη του και ελπίζοντας στον γρήγορο θάνατό του, καθόσον αυτός διάνυε το 81 έτος της ηλικίας του. Το σχέδιο όμως των κατηγορουμένων δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον ο εγκαλών διαπίστωσε το είδος των Συμβολαίων που είχε συνάψει και προέβη σε ανάλογες ενέργειες ούτως ώστε οι κατηγορούμενοι να μην έχουν πλέον την ιδιότητα του δικαιούχου στα προαναγραφέντα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού τελεσθείσας και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία, ως προς μεν τον κατηγορούμενο Χ2 ανέστειλε επί μία τριετία, μετέτρεψε δε προς 4,40 ευρώ την ημέρα ως προς την κατηγορούμενη Χ1 . Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 και 386 παρ. 1β, α του ΠΚ, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν τον αξιούμενο για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκήματος της απάτης τρόπο της αθέμιτης απόκρυψη αληθών γεγονότων, με τη παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν αθέμιτα στον εγκαλούντα, ελλιπή εικόνα της αληθείας, η οποία (αλήθεια) ήταν ότι στα ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία εμφάνισαν προς υπογραφή στον εγκαλούντα φέρονταν αυτά ως ασφαλιζόμενα πρόσωπα και δικαιούχοι, παραπλανήσαντες έτσι τον εγκαλούντα να υπογράψει αυτά, εκμεταλλευόμενοι την τυφλή προς το χρηματοοικονομικό τους πνεύμα και στις συμβουλές τους εμπιστοσύνη του και την, συνεπεία αυτής, μή ανάγνωση από αυτόν του περιεχομένου τους. Η ζημία δε που θα επήρχετο στον εγκαλούντα και το αντίστοιχο όφελος των αναιρεσειόντων, αν δεν αντιλαμβάνονταν εκ των υστέρων την σε βάρος του απάτη, θα ανερχόταν στα σε αυτό προσδιοριζόμενα ποσά (4.870.000 δρχ.), σε καθένα από τα πρώτα συμβόλαια και 42.940.000 δρχ. από το τρίτο συμβόλαιο, ήτοι η ζημία που θα επερχόταν εξ αυτού ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, εκ του λόγου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται τα στοιχεία τα αξιούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 386 και 42 του ΠΚ, ενώ είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίας, ότι, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι κατηγορούμενοι "έπεισαν τον εγκαλούντα να παραιτηθεί από την ως τότε ασφαλιστική εταιρεία "GENERAL UNION" και να συνάψει σύμβαση με την Interamerican, και τον έπεισαν ότι οι παρούσες τότε και μέλλουσες αποδόσεις, με βάση την κολοσσιαία άνοδο της εταιρείας, ήταν και θα καθίστανται έτι περισσότερο επικερδέστερες", δεν αναφέρεται σε αυτή ότι τα παρασταθέντα ως άνω περιστατικά, σχετικά με την οικονομική ευρωστία της εταιρείας Interamerican, ήταν ψευδή. Και τούτο, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, τη θεμελίωση της καταδικαστικής του κρίσης, το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε στην παραπάνω αθέμιτη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, η δε αναφορά των παραπάνω παραστάσεων προσδιόρισε απλώς τον δόλο τους. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Ιουλίου 2006 αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2 , για αναίρεση της 1944/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την 1η Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ