ΑΡΙΘΜΟΣ 1591/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, περί αναιρέσεως της 56/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 . Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 766/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α΄ και 263 Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται : α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας, και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του σκοπού αυτού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο ή βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επιπλέον ότι η βούληση του δράστη (υποκειμενικό στοιχείο) κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση καταστρέφει, βλάπτει ή με οποιοσδήποτε τρόπο αφαιρεί, από την εξουσία της αρχής έγγραφα ή άλλα πράγματα που βρίσκονται στη φύλαξή της ή που αυτή τα παρέδωσε στη φύλαξη άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Με την παρατεθείσα διάταξη επιδιώκεται η προστασία της κυριαρχικής εξουσίας της αρχής, το κύρος και η αυθεντία της οποίας θίγονται από την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων και η κοινή εμπιστοσύνη από την ασφάλεια της φύλαξης από αυτή κλονίζεται. Αντικείμενο του εγκλήματος είναι έγγραφο ή άλλο κινητό πράγμα, που διατελεί σε πρόσκαιρη φύλαξη της αρχής ή άλλου προσώπου στο οποίο αυτή το παρέδωσε προς φύλαξη, από την οποία αφαιρείται κατά τρόπο πρόσκαιρο ή διαρκή, είναι δε αδιάφορο σε ποίου την κυριότητα ανήκει. Ενεργητικό υποκείμενο μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπάλληλος ή ο φορέας της αρχής, στην οποία παραδόθηκε το έγγραφο ή το πράγμα για φύλαξη, ή και ο κύριος αυτού. Τόπος φυλάξεως μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ενώ περαιτέρω στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αποτελεί και η αρμοδιότητα της αρχής, που ανέλαβε τη φύλαξη ή παρέδωσε το αντικείμενο της φυλάξεως σε τρίτο και η τήρηση των ουσιωδών διατυπώσεων υπό τις οποίες χωρεί η προς φύλαξη παραλαβή. Τέλος, απαραίτητο υποκειμενικό στοιχείο είναι ο άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος, που ενέχει γνώση του δράστη, ότι το έγγραφο ή το πράγμα βρίσκεται υπό τη φύλαξη της αρχής και ότι με την ενέργειά του η σχέση αυτή καταλύεται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 § 1 του ΠΚ, "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται : α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ΄ του ΠΚ, και δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός, που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της § 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται : α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως υπεξαγωγή του εγγράφου, που ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, νοείται κάθε διαγωγή του δράστη, η οποία αφαιρεί από το δικαιούμενο, έστω και προσωρινώς, τη χρήση του εγγράφου, γενόμενη δίχως πρόθεση ιδιοποίησης αυτού, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη θέληση της υπεξαγωγής κλπ. και στη γνώση ότι πρόκειται για έγγραφο εμπιστευμένο στο δράστη ή προσιτό σε αυτό λόγω της υπηρεσίας του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 56/2007 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο μη (αναιρεσείων) κατηγορούμενος Χ2 , όντας άνεργος, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, αποφάσισε να αξιοποιήσει τις τεχνικές γνώσεις που είχε σχετικά με την επισκευή αυτοκινήτων, με σκοπό τον παράνομο πλουτισμό του. Για το σκοπό αυτό, διαμόρφωσε πρόχειρο φανοποιείο στην οικία του, με πρόθεση να προβαίνει σε κλοπές καινούργιων αυτοκινήτων, τα οποία, αφού θα παραχάρασσε τους αριθμούς πλαισίου τους, χτυπώντας στη θέση αυτών τους αριθμούς πλαισίου άλλων παλαιών ή κατεστραμμένων αυτοκινήτων, και θα αντικαθιστούσε τις νόμιμες πινακίδες κυκλοφορίας τους με άλλες ανήκουσες σε παλαιά αυτοκίνητα, που δεν αναζητούνταν, στη συνέχεια θα τα μεταβίβαζε σε τρίτους εμφανίζοντας τα ως νομίμως κυκλοφορούντα. Έτσι, στις 23.5.1999, αφαίρεσε από την περιοχή της Ηλιούπολης το υπ' αριθ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι, και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στη συνέχεια, έχοντας προμηθευτεί από την Ψ1 , τις πινακίδες του με αριθ. κυκλ. ....... εγκαταλελειμμένου και κατεστραμμένου λόγω τροχαίου ατυχήματος ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας Lada, ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος κατά το ατύχημα αυτό συζύγου της Ψ2 , και γνωρίζοντας, με τρόπο που δεν διαπιστώθηκε, και τον αριθμό πλαισίου του κατεστραμμένου αυτού αυτοκινήτου, που ήταν ίδιου τύπου και χρώματος με το κλεμμένο, οι δε πινακίδες του είχαν παραδοθεί στην Δ.Ο.Υ. Ρόδου το έτος 1998 λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του, προέβη στην αλλαγή του αριθμού πλαισίου του κλεμμένου από τον ίδιο παραπάνω αυτοκινήτου, χαράσσοντας σε αυτό τον αριθμό πλαισίου του ανωτέρω κατεστραμμένου αυτοκινήτου και μεταφέροντας σε τούτο τις πινακίδες κυκλοφορίας του πρώτου, με σκοπό να παραποιήσει τα στοιχεία ταυτότητας του κλεμμένου αυτοκινήτου. Την ημέρα της κλοπής, η ιδιοκτήτρια του κλαπέντος αυτοκινήτου ....... κατήγγειλε το γεγονός αυτό στο AT Ηλιούπολης και το εν λόγω όχημα καταχωρήθηκε ως αναζητούμενο στο ηλεκτρονικό αρχείο της αστυνομίας. Στις 31.8.1999 ο αναφερόμενος κατηγορούμενος κατελήφθη στην περιοχή του ..... από τους αστυφύλακες της Άμεσης Δράσης ..... και ...... να οδηγεί το πιο πάνω κλεμμένο και παραποιημένο αυτοκίνητο, χωρίς αυτός να κατέχει άδεια οδηγήσεως, το δε όχημα να έχει άδεια κυκλοφορίας, ούτε και το ειδικό σήμα ασφάλισης, ενώ από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τα παραπάνω αστυνομικά όργανα διαπιστώθηκε ακόμη, ότι οι πινακίδες κυκλοφορίας, που έφερε αυτό, ανήκαν σε άλλο αυτοκίνητο. Εξαιτίας των εν λόγω διαπιστώσεων ο κατηγορούμενος Χ2 οδηγήθηκε ως ύποπτος στο ΑΤ ...... για περαιτέρω έλεγχο. Ο αρχιφύλακας ......, που εκτελούσε στο ΑΤ χρέη αξιωματικού υπηρεσίας, μετά από σχετικό έλεγχο στο αυτοκίνητο διαπίστωσε περαιτέρω, ότι η τάπα της αποθήκης βενζίνης του ήταν παραβιασμένη και τα καλώδια του εγκατεστημένου σε αυτό στερεοφωνικού κομμένα, στο δε "πορτ - μπαγκάζ" αυτού βρήκε ασφαλιστήριο αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, που κάλυπτε το υπ' αριθ. κυκλ. .......κλεμμένο αυτοκίνητο. Με βάση τα ευρήματα αυτά και παρά το γεγονός, ότι αυτός δεν διαπίστωσε κατ' αρχήν την υπάρχουσα παραποίηση του αριθμού πλαισίου, διότι δεν διέθετε τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις, έκρινε ότι υπήρχαν ενδείξεις, πως πρόκειται για το κλεμμένο αυτοκίνητο, και για το λόγο αυτό : α) έλαβε κατάθεση για την υπόθεση από τον αστυφύλακα ........, και β) κράτησε στο αστυνομικό τμήμα τον κατηγορούμενο οδηγό Χ2 για να τον παραπέμψει στη διαδικασία του αυτοφώρου και το όχημα για έλεγχο από την αρμόδια Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ., χωρίς όμως να συντάξει έκθεση συλλήψεως αυτού και κατασχέσεως του αυτοκινήτου, ο δε αστυφύλακας ....... συμπλήρωσε το ημερήσιο δελτίο του υπηρεσιακού οχήματος, αναφέροντας στη Διεύθυνση Άμεσης Δράσης, όπου υπηρετούσε, τα συμβάντα. Στις 31.8.1999 και περί ώρα 05.50΄ με τη λήξη της βάρδιας του ο ...... παρέδωσε το αυτοκίνητο, τις πινακίδες, τα έγγραφα που βρέθηκαν σ' αυτό και την ένορκη κατάθεση του ...... στον αντικαταστάτη του Αρχιφύλακα ....., ο οποίος με τη σειρά του περί ώρα 07.45΄ παρέδωσε αυτά στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 , Αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ., που εκτελούσε τότε καθήκοντα Αναπληρωτή Διοικητή στο ΑΤ ......, και παράλληλα τον ενημέρωσε για ό,τι είχε συμβεί. Ο τελευταίος, αφού ζήτησε τον (παραποιημένο) αριθμό πλαισίου του αυτοκινήτου από τον ......., επικοινώνησε με το τερματικό της αστυνομίας και ανακοίνωσε σ' αυτόν, ότι το αυτοκίνητο αυτό δεν φαινόταν να είναι κλεμμένο. Την ίδια ημέρα προσήλθε στο ΑΤ ..... ο αδελφός του κατηγορουμένου Χ2 Ζ1 και συνομίλησε με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο γραφείο του. Μετά τη συζήτηση αυτή ο δεύτερος, ως Αναπληρωτής Διοικητής του ΑΤ ...., έδωσε εντολή στα όργανα του Τμήματος να αποδώσουν στο Ζ1 το βρισκόμενο υπό την απλή φύλαξη της Αστυνομικής Αρχής αυτοκίνητο, διότι αυτό δεν αναζητούταν, και εκείνος το παρέλαβε και αναχώρησε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, ως Αναπληρωτής Διοικητής του ΑΤ ......, έδωσε εντολή στο μεν Αρχιφύλακα ........ να αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο Χ2 και πρόσταξε τον Υπαστυνόμο Β΄ .......να εγγράψει στο βιβλίο αδικημάτων του ΑΤ, ότι ο απολυόμενος κατηγορούμενος προσήχθη στο ΑΤ για εξακρίβωση στοιχείων και αφέθηκε ελεύθερος, γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία σε βάρος του, ενώ παράλληλα απέκρυψε όλα τα έγγραφα, που του είχαν παραδοθεί προηγουμένως και αφορούσαν την υπόθεση, εκτός από τις πινακίδες. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 , όντας υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ : Ι) με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο ως Αναπληρωτής Διοικητής του ΑΤ ...... διέταξε τον Αρχιφύλακα ....., να αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο Χ2 , που ήταν κρατούμενος στο AT ως ύποπτος κλοπής του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι, το οποίο δεν ήταν εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας και ειδικό σήμα ασφαλίσεως, έφερε πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό ......, που είχαν χορηγηθεί για άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο, και δη για αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Lada, ιδιοκτησίας Ψ2 , αλλά και διότι είχε τελέσει τα πλημμελήματα της οδήγησης αυτοκινήτου χωρίς ο ίδιος να έχει άδεια οδηγήσεως, το δε αυτοκίνητο άδεια κυκλοφορίας και ασφάλιση, ενώ επιπλέον είχαν τοποθετηθεί σ' αυτό οι πινακίδες κυκλοφορίας άλλου αυτοκινήτου, αντί να φροντίσει, ως όφειλε, για τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων και την παραπομπή του στη διαδικασία του αυτοφώρου, τούτο δε έπραξε με σκοπό να ωφεληθεί ο κατηγορούμενος Χ2 , αποφεύγοντας τη σε βάρος του άσκηση ποινικής δίωξης. II) Mε την ως άνω ιδιότητά του, ενεργώντας με πρόθεση, αφαίρεσε από την εξουσία της Αστυνομικής Αρχής και απέδωσε στον αδελφό του κατηγορούμενου Χ2,Ζ1 , με τον οποίο, καθώς παραδέχτηκε, είχε γνωριμία και συνεργασία στο παρελθόν, το ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι κλπ., χωρίς ο παραλήπτης να αποδείξει νόμιμο δικαίωμα κατοχής αυτού, ενώ τούτο βρισκόταν στη φύλαξη της αστυνομικής αρχής, που αυτός υπηρετούσε εωσότου να εξακριβωθεί, αν αυτό ήταν προϊόν κλοπής. III) Ενεργώντας με πρόθεση υπεξήγαγε έγγραφα, που του είχε εμπιστευθεί λόγω της υπηρεσίας του ο Αξιωματικός Υπηρεσίας του ΑΤ ......Αρχιφύλακας ......, και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ......, καθώς και τα έγγραφα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο, ανάμεσα στα οποία και το ασφαλιστήριο αλλοδαπής εταιρίας, που κάλυπτε ασφαλιστικά το κλεμμένο αυτοκίνητο, ώστε αυτά να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε βάρος του κατηγορούμενου. Και IV) πρόσταξε με πρόθεση και σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, υπάλληλο, που δεν μπορούσε να εξετάσει, αν η προσταγή ήταν νόμιμη ή όχι, και στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, να βεβαιώσει σε τέτοιο έγγραφο ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες, συνέπειες. Συγκεκριμένα, ως Αναπληρωτής Διοικητής του ΑΤ......., διέταξε με πρόθεση τον υφιστάμενο του Υπαστυνόμο Β΄ ...... να εγγράψει ψευδώς, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει ή να μπορεί να ελέγξει το αληθές ή μη της εγγραφής στο Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων του ως άνω ΑΤ, ότι ο Χ2 και ο ......προσήχθησαν στο ΑΤ ...... στις 31.8.1999 για εξακρίβωση ταυτότητος και αφέθησαν ελεύθεροι, αφού δεν προέκυψαν στοιχεία σε βάρος τους, ενώ γνώριζε ότι οι ανωτέρω προσήχθησαν, διότι ο μεν πρώτος οδηγούσε χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητα οδήγησης, ο δε δεύτερος επέβαινε στο ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι, το οποίο δεν ήταν εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας και ειδικό σήμα ασφαλίσεως, έφερε πινακίδες κυκλοφορίας με αριθ. ......., που είχαν χορηγηθεί σε άλλο αυτοκίνητο και δη σε αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Lada, ιδιοκτησίας Ψ2 και, σύμφωνα με τα εκ πρώτης όψεως ίχνη, ήταν στην πραγματικότητα το με αριθ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι, που είχε αφαιρεθεί από την κατοχή της ιδιοκτήτριας του ...... στην Ηλιούπολη Αττικής στις 23.5.1999, ώστε να αποδεικνύεται από το ως άνω δημόσιο βιβλίο, ότι νόμιμα ελευθέρωσε τους ανωτέρω στην περίπτωση που ανέκυπταν υπόνοιες παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος, ιδίως από την αναφορά για το συμβάν του Αστυφύλακα της Άμεσης Δράσης ...... στην υπηρεσία του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως καθήκοντος, παραβίασης φύλαξης αρχής, υπεξαγωγής διαπιστευμένων εγγράφων και ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) και, αφού του αναγνώρισε την από το άρθρο 84 § 2 α του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, επέβαλε σε τούτον ποινή φυλακίσεως ενός έτους (1) για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών (1 έτος + 4 μήνες + 4 μήνες + 4 μήνες = 1 έτος + 1 έτος = 2 έτη), την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. 3. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του, και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 259, 179, 242 §§ 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, όντας υπάλληλος : αα) ενεργώντας με θέληση παραβιάσεως του καθήκοντός του και με σκοπό να προσπορίσει στο μη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 παράνομο όφελος με την αποφυγή της άσκησης εναντίον του ποινικής δίωξης για σειρά εγκλημάτων, δεν συνέταξε, όπως όφειλε από την υπηρεσία του, ως ασκών καθήκοντα Διοικητή στο ΑΤ ......, τις σχετικές εκθέσεις και δεν παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ2 κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου για να δικαστεί, ούτε σε κάθε περίπτωση τον παρέπεμψε στο καθ' αυτόν καθ' ύλη αρμόδιο Τμήμα Ασφαλείας, αλλά διέταξε να αφεθεί ελεύθερος, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό και τη σχετική, από το άρθρο 37 του ΚΠΔ, υποχρέωσή του ως ανακριτικού υπαλλήλου, όντας αδιάφορου του ότι δεν επιτεύχθηκε τελικά ο επιδιωχθείς από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σκοπός, αφού στη συνέχεια υποβλήθηκε αρμοδίως μήνυση κατά του μη αναιρεσείοντος κατηγορούμενου και αυτός παραπέμφθηκε κατά την τακτική διαδικασία και τιμωρήθηκε, ββ) τελώντας σε γνώση, ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι, που δεν ήταν εφοδιασμένο με άδεια κυκλοφορίας και ειδικό σήμα ασφαλίσεως, έφερε πινακίδες με αριθ. κυκλ. ....., που είχαν χορηγηθεί σε άλλο αυτοκίνητο, και μάλιστα σε αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Lada, ιδιοκτησίας Ψ2 και, σύμφωνα με τα από πρώτη ματιά ίχνη, ήταν στην πραγματικότητα το με αριθ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου 19, χρώματος γκρι, που είχε αφαιρεθεί από την κατοχή της ιδιοκτήτριας του ...... στην Ηλιούπολη Αττικής στις 23.5.1999, είχε παραδοθεί για φύλαξη, έστω και χωρίς τη σύνταξη πρωτοκόλλου παραδόσεως, από τους αστυφύλακες της Άμεσης Δράσης ...... και ...... και βρισκόταν ήδη υπό τη φύλαξη του ΑΤ ...... μέχρι να εξακριβωθεί αρμοδίως, αν τούτο αποτελούσε αντικείμενο κλοπής, ο ίδιος, ενεργώντας με τη θέληση να καταλύσει τη σχέση φυλάξεως, που διασφάλιζε την αναμενόμενη να επιβληθεί στη συνέχεια κατάσχεση του οχήματος ως πειστηρίου της κλοπής, απέδωσε αυτό, στο γνωστό από συνεργασία τους στο παρελθόν, αδελφό του κατηγορούμενου Ζ1 , μολονότι ο τελευταίος δεν επικαλούταν, ούτε αποδείκνυε, ότι είχε επ' αυτού νόμιμο δικαίωμα κατοχής, γγ) ενεργώντας εν γνώσει και με τη θέληση υπεξαγωγής εγγράφων, που του είχαν εμπιστευθεί ως εκ της υπηρεσίας του, αφαίρεσε και κατακράτησε, έστω και για λίγες ημέρες, μια έκθεση ένορκης κατάθεσης μάρτυρα του Αστυφύλακα ....., ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε το με αριθ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, και διάφορα άλλα έγγραφα στην Ιταλική γλώσσα, που βρέθηκαν στο ενδιαφέρον ΙΧΕ, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ2 και είχαν παραδοθεί σε αυτόν την ίδια ημέρα από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του ΑΤ ..... Αρχιφύλακα ......, τούτο δε έπραξε για να μην είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε βάρος του κατηγορούμενου Χ2 , για την αποφυγή της άσκησης ποινικής δίωξης του οποίου παρέβη το καθήκον του, και δδ) ενεργώντας με τη γνώση και τη θέληση να βεβαιώσει σε δημόσιο έγγραφο ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, επέβαλε στον υφιστάμενό του Υπαστυνόμο Β΄ .......με διαταγή του να εγγράψει ψευδώς στο Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων του ως άνω ΑΤ, δίχως ο τελευταίος να μπορεί να εξετάσει, αν η δοθείσα προσταγή ήταν νόμιμη ή όχι, ούτε να γνωρίζει ή να μπορεί να ελέγξει το αληθές ή μη του περιεχόμενου της εγγραφής αυτής, ότι ο Χ2 και ο ......προσήχθησαν στο ΑΤ ...... στις 31.8.1999 για εξακρίβωση ταυτότητος και αφέθησαν ελεύθεροι, διότι δεν προέκυψαν στοιχεία σε βάρος τους, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι οι ανωτέρω προσήχθησαν για τους λόγους που ειπώθηκαν. Με την ψευδή αυτή βεβαίωση στο παραπάνω βιβλίο, θα μπορούσε, σε περίπτωση που ανέκυπταν υπόνοιες παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος, ιδίως από την γενόμενη στην υπηρεσία του αναφορά για το συμβάν του Αστυφύλακα της Άμεσης Δράσης ......., να αποδείξει, ότι νομίμως διέταξε να αφεθούν ελεύθεροι οι ανωτέρω. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο (εν μέρει) λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως, με συνέπεια η πληττόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. 4. Επειδή, από το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 329, 331, 333 και 364 § 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, προκειμένου να στηρίξει την κρίση που σχημάτισε για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς το έγγραφο τούτο να έχει αναγνωσθεί κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ώστε να μπορέσει ο κατηγορούμενος να ασκήσει το δικαίωμα, που του παρέχει το άρθρο 358 του ΚΠΔ, να κάμει παρατηρήσεις και δηλώσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος τούτου, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με άρθρα 510 § 1 στοιχ. Α και 171 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση εγκλήματος και ένα από τα στοιχεία της κατηγορίας που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος έτσι, αφού τη γνώριζε ήταν σε θέση και να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο, προκειμένου να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την κατηγορία της ψευδούς βεβαιώσεως αναφέρθηκε στην σελίδα του Βιβλίου Αδικημάτων και Συμβάντων του ΑΤ ....... που συνετάγη στις 31.8.1999, η οποία, όμως, δεν αποτελούσε έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά τη βάση της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας της του άρθρου 242 § 1 του ΠΚ. Άρα, ο αναιρεσείων γνώριζε τη σελίδα του ανωτέρω Βιβλίου και μπορούσε να αντιτάξει κατά του περιεχομένου αυτής την υπεράσπισή του. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, χωρίς να αναγνωσθεί κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για το λόγο αυτό επήλθε απόλυτη ακυρότητα αυτής, ελέγχεται αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. 5. Επειδή, μετά από αυτά, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 56/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ