Αριθμός 1278/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Ρ. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Καϊμακάμη, για αναίρεση της υπ' αριθ 311,527/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Με συγκατηγορούμενη την Β. Κ. του Δ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 538/13 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στη προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της με αριθμό 311,527/2013 προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι 1] κατά τις συνεδριάσεις του δικαστηρίου αυτού, στις 25 Ιανουαρίου και 8 Φεβρουαρίου 2013 δεν εξετάσθηκε κανείς μάρτυς κατηγορίας [αλλά αναγνώσθηκαν οι, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταθέσεις απολειπομένων μαρτύρων], 2] στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάσθηκαν, μόνο, δυο μάρτυρες υπερασπίσεως [ο δεύτερος, μάλιστα, εξ αυτών αναφέρεται εσφαλμένα ως κατηγορίας ]. Συνεπώς, το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη δικανική του πεποίθηση, σαφώς έλαβε υπόψη τις πιο πάνω καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και ως εκ τούτου κρίνεται ότι από παραδρομή αναφέρονται, στο σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά.."αντί του ορθού "από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο...". Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ], αναφορικώς με το ότι δεν αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεση τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.311,527 / 2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, [που δίκασε σε δεύτερο βαθμό], καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, για απάτη κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, με αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριζε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: Αμφότερες οι κατηγορούμενες, αρχές Ιουνίου 2005, μέσα Ιουλίου 2005 και μέσα Φεβρουαρίου 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού, με σκοπό ν' αποκομίσουν οι ίδιες παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και συγκεκριμένα , μετά από συναπόφαση, παρέστησαν ψευδώς στον. εγκαλούντα Δ. Π. του Α., κάτοικο ... ότι οι ίδιες, καθώς και τρίτα πρόσωπα, αποτελούσαν ομάδα πλήρως οργανωμένη για εκδόσεις δανείων, με γνωριμίες σε τραπεζικούς κύκλους για τη διεκπεραίωση υποθέσεων λήψης δανείων, η πρώτη δε_εξ αυτών δικηγόρος της ως άνω ομάδας και ότι με τις ανωτέρω ιδιότητες τους ήταν σε θέση να λάβουν για λογαριασμό του τραπεζικό δάνειο, ύψους 70.000 ευρώ, εντός χρονικού διαστήματος δύο (2) εβδομάδων και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν , εξακολουθητικά να τους καταβάλει, στις αρχές Ιουνίου 2005, το χρηματικό ποσό των 3.500 ευρώ, προκειμένου δήθεν να καταβληθεί στους διευθυντές των υποκαταστημάτων που θα αναλάμβαναν την έκδοση του δανείου, στα μέσα Ιουλίου 2005, το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο απαιτείτο δήθεν για την ορθότερη απεικόνιση, λογιστική, των οικονομικών μεγεθών της επαγγελματικής του δραστηριότητας στη φορολογική του δήλωση και στα μέσα Φεβρουαρίου 2006, το χρηματικό ποσό των 600ευρώ, για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλαδή τη διόρθωση της φορολογικής του δήλωσης, πράξεις στις οποίες ο εγκαλών δεν θα προέβαινε να γνώριζε την πραγματικότητα, ότι δηλαδή ,οι κατηγορούμενες δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν για λογαριασμό του το παραπάνω τραπεζικό δάνειο ούτε διέθεταν σχετικές γνωριμίες. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενες έβλαψαν την περιουσία του εγκαλούντα κατά το παραπάνω συνολικό ποσό των 5.100 ευρώ, με αντίστοιχη δική τους παράνομη περιουσιακή ωφέλεια, στην οποία απαρχής αποσκοπούσαν. Μάλιστα, σε σχέση με την πρώτη κατηγορούμενη (δικηγόρο) αυτή ελέγχθηκε και πειθαρχικά από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και της επιβλήθηκε σχετική ποινή αφαίρεση Άδειας Δικηγόρου). Κατόπιν αυτών οι κατηγορούμενες πρέπει να κηρυχθούν ένοχες της πιο πάνω πράξης που τους αποδίδεται, δηλαδή, της αξιόποινης πράξης της απάτης από κοινού. Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη (και) την κατηγορούμενη ότι:αμφότερες οι κατηγορούμενες, αρχές Ιουνίου 2005, μέσα Ιουλίου 2005 και μέσα Φεβρουαρίου 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού, με σκοπό ν' αποκομίσουν οι ίδιες παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και συγκεκριμένα , μετά από συναπόφαση, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Δ. Π. του Α., κάτοικο ... ότι οι ίδιες, καθώς και τρίτα πρόσωπα, αποτελούσαν ομάδα πλήρως οργανωμένη για εκδόσεις δανείων, με γνωριμίες σε τραπεζικούς κύκλους για τη διεκπεραίωση υποθέσεων λήψης δανείων, η πρώτη δε εξ αυτών ήταν δικηγόρος της ως άνω ομάδας και ότι με τις ανωτέρω ιδιότητες τους ήταν σε θέση να λάβουν για λογαριασμό του τραπεζικό δάνειο, ύψους 70.000 ευρώ, εντός χρονικού διαστήματος δύο (2) εβδομάδων και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν , εξακολουθητικά να τους καταβάλει, στις αρχές Ιουνίου 2005, το χρηματικό ποσό των 3.500ευρώ, προκειμένου δήθεν να καταβληθεί στους διευθυντές των υποκαταστημάτων που θα αναλάμβαναν την έκδοση του δανείου, στα μέσα Ιουλίου 2005, το χρηματικό ποσό των1.000ευρώ, το οποίο απαιτείτο δήθεν για την ορθότερη απεικόνιση, λογιστική, των οικονομικών μεγεθών της επαγγελματικής του δραστηριότητας σπ| φορολογική του δήλωση και στα μέσα Φεβρουαρίου 2006, το χρηματικό των 600ευρώ, για τον ίδιο ως άνω λόγο, δηλαδή τη διόρθωση της φορολογικής του δήλωσης, πράξεις στις οποίες ο εγκαλών δεν θα προέβαινε να γνώριζε την πραγματικότητα, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενες δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν για λογαριασμό του το παραπάνω τραπεζικό δάνειο ούτε διέθεταν σχετικές γνωριμίες. Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενες έβλαψαν την περιουσία του εγκαλούντα κατά το παραπάνω συνολικό ποσό των 5.100 ευρώ, με αντίστοιχη δική τους παράνομη περιουσιακή ωφέλεια, στην οποία απαρχής αποσκοπούσαν. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι τυπική, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενό τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτό προέκυψε και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45,84 παρ.2ε, 98,386 παρ.1α ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα [ενεργώντας εξακολουθηματικά και από κοινού με την συγκατηγορουμένη της Β.Κ.] παρέστησαν στον εγκαλούντα Δ. Π., εν γνώσει τους ψευδώς, ότι, λόγω του κύρους και της επιρροής που είχαν, εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους τραπεζικούς κύκλους, μπορούσαν να του εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής, τη λήψη τραπεζικού δανείου, ύψους 70.000 Ευρώ, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να πεισθεί και να τους καταβάλει, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιουνίου 2005 μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου 2006, το συνολικό ποσό των 5100 Ευρώ. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, είναι αβάσιμοι. Τούτο δε διότι ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται [για το ότι κρίθηκε πως οι συγκατηγορούμενες, από κοινού, τέλεσαν το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση] από το ότι στο τέλος του σκεπτικού[στο οποίο έχει ήδη προεκτεθεί ότι οι συγκατηγορούμενες τέλεσαν εξακολουθηματικά και από κοινού το έγκλημα της απάτης] αναφέρεται ότι "πρέπει οι κατηγορούμενες να κηρυχθούν ένοχες της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή της αξιόποινης πράξεως της απάτης από κοινού" . Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-4-2013 αίτηση της Α. Ρ. του Β., για αναίρεση της με αριθ.311,527/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ