Αριθμός 91/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Π. Κ., το γένος Α. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 3007/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκε η 2303/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2303/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 9624/2005 διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο δεν είναι το διαδικαστικό έγγραφο της συγκεκριμένης δίκης ,ενώ είναι το έγγραφο της αποφάσεως επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 269/2018, ΑΠ 2061/2014, ΑΠ 1456/2013, ΑΠ 25/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να δεχθεί ότι με την υπ' αριθμ. 1156/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 979/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που είχε καθορίσει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων ακινήτων 14 δικαιούχων της αποζημιώσεως, μεταξύ των οποίων ήταν και ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Π. Κ., καθώς και οι Ν. Ρ. και Μ. Τ. - Λ. , προέβη σε διαγνωστικό λάθος κατά την ανάγνωση της ως άνω αποφάσεως, με αποτέλεσμα να δεχθεί τον σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου και να ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής που στηριζόταν στην ως άνω εφετειακή απόφαση. Από το περιεχόμενο της υπ' αριθμό 1156/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου προκύπτουν τα εξής: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων Μ. Τ.-Λ. και Ν. Ρ. την από 21-10-1999 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 979/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, ενώ στην αίτηση του αναιρεσείοντος δεν υπήρχε αίτημα καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για επικείμενα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο δέχθηκε το αίτημα αυτών που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος έγινε δεκτός ως βάσιμος, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 979/1999 του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: < Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και το υπ'αρ.13 στον κτηματολογικό πίνακα ακίνητο του καθ' ου η ανακοπή, εκτάσεως 699,30 τ.μ.. Με την 2439/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίσθηκε προσωρινά η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως και με την υπ' αριθμ. 979/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίσθηκε οριστικώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 220,58 ευρώ το τ.μ.. Την καθορισθείσα ως άνω αποζημίωση το ανακόπτον δεν παρακατέθεσε υπέρ του δικαιούχου της και καθ' ου η απαλλοτρίωση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Στη συνέχεια, με βάση την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τις οριστικές τιμές μονάδας που εκείνη είχε καθορίσει, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, με την 1156/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η εν λόγω απόφαση του Εφετείου είχε ήδη αναιρεθεί και η υπόθεση είχε παραπεμφθεί προς νέα εκδίκαση στο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Συνεπώς, το θεμέλιο στο οποίο στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ήταν ανύπαρκτο και ως εκ τούτου αυτή είναι άκυρη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ο πρώτος πρόσθετος λόγος ανακοπής να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής>. Όμως, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1156/2002 αποφάσεως του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτής της αποφάσεως, την οποία δεν ανέγνωσε σωστά. Και τούτο διότι, ενώ με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αίτημα καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για τα επικείμενα των ακινήτων μόνο των τότε αναιρεσιβλήτων Μ. Τ.-Λ. και Ν. Ρ., το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ανέγνωσε λανθασμένα ότι η υπ' αριθμ. 979/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολό της ως προς όλους τους διαδίκους, δηλ. και ως προς τον καθ' ου η ανακοπή Π. Κ. (δικαιοπάροχο της νυν αναιρεσείουσας), ο οποίος δεν ήταν διάδικος στην ως άνω αναιρετική δίκη και ότι παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα εκδίκαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1, 3 Ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 2303/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτή παραβόλου. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ