Αριθμός 1114/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1)ετερόρρυθμης εταιρείας την επωνυμία "Μ. Κ. Κ. Σ. Ε..Ε." και δ.τ. "Η. Ε..Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Η. Κ., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Ρ.-Μ. Κ. Ο..Ε.." και το δ.τ. "Φ. Ο..Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Η. Κ., 3) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Χ. Κ. Σ. Ο..Ε.." και το δ.τ. "Φ. Ο..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Η. Κ., 4) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Χ. Κ. Σ. Ε..Ε.." και το δ.τ. "Η. Ε..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Η. Κ. και 5) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Χ.-Κ. Δ. Ο..Ε.." και το δ.τ. "Ρ. Χ. Ε. Ο..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Η. Κ. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Φουρτουνίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Ι. του Κ., κατοίκου ... και 2) Α. Χ. του..... κατοίκου ..., που παραστάθηκαν αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής τους ιδιότητος και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν η 810/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 193/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-1-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι αναιρεσίβλητες την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη της παρ. 3 περ.Β υποπερ.δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 12.1.2022 και με αριθμ. κατάθ. 3/13.1.2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 193/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, οι αναιρεσείουσες προέβησαν στην επισύναψη του υπ' αριθμ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στις αναιρεσείουσες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, 1579/2021,484/2019). Με την από 12.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης 3/13.1.2022 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών 1. "Η. Ε..Ε.. κλπ (σύν. 5) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 193/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 27.2.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 71/2020) έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 810/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 27.12.2017 και με αριθμό εκθ. καταθ. 3919/ΕΓ/82/2017 αγωγή των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (εφεξής ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής (νόμιμη αμοιβή από 3.7.2011 κατά το άρθ. 5 § 6 ν. 3919/2011) ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του ΚπΔ (ΑΠ 1800/2017, 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία. Ως επιτυχής έκβαση της δίκης άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 677/2020, 175/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 190 του ίδ.κ. "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και τας δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενεργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανωτέρω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του ΚπΔ περιπτώσεων: "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής. Ενόψει τούτων, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες, το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως (ΑΠ 1276/2018, 478/2017). Εφόσον δε η εκτέλεση της εντολής προϋποθέτει και τη διεξαγωγή προηγούμενης επιτυχούς δίκης, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής και ως προς την πρώτη δίκη, είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής. Τούτο προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 190 ΚπΔ, που αναφέρεται σε "δίκες" και στην τελευταία διαδικαστική πράξη του δικηγόρου σ' αυτές. Η σκοπιμότητα δε της διατάξεως είναι προφανής, διότι με αυτή κατοχυρώνονται οι δικηγορικές απαιτήσεις, οι οποίες υπό την αντίθετη εκδοχή θα κινδύνευαν να παραγραφούν σε περιπτώσεις μακροχρόνιων δικών, λόγω ευλόγων ηθικών ενδοιασμών των δικηγόρων να εγείρουν αγωγές κατά πελατών τους με αντικείμενο την επιδίκαση καθυστερούμενων αμοιβών, ενώ συνεχίζεται η σχέση εντολής και ο χειρισμός των υποθέσεών τους από αυτούς (πρβλ. Ολ. ΑΠ 42/1990, ΑΠ 949/2020, 407/2008). Από το άρθρο 260 Α.Κ., που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο, συνάγεται σαφώς, ότι δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη γενόμενη προς σκοπό δεσμεύσεως και παραγωγής υποχρεώσεως, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 Α.Κ., αλλ' αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά αυτού. Η τέτοια όμως ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ' αυτόν ( ΑΠ 1799/2022). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 18, 19, 22, 24, 27, 28, 43 και 44 του ΕμπΝ και 748 §1, 749, 750, 751, 752, 754 §1, 756, 757, 760 και 784 του ΑΚ προκύπτει ότι στις προσωπικές εταιρείες, όπως είναι και η ετερόρρυθμη εταιρεία, η εξουσία διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την εταιρική ιδιότητα και γι' αυτό δεν μπορεί με την εταιρική σύμβαση ή με μεταγενέστερη απόφαση των εταίρων να ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι εταίρος, όπως αντίθετα είναι δυνατόν στις κεφαλαιουχικές εταιρείες. Ισχύει δηλαδή στις προσωπικές εταιρείες η αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης σε αντιστοιχία με την απεριόριστη προσωπική ευθύνη των εταίρων (ΟλΑΠ 13/1997), που καθιερώνεται γενικώς στις προσωπικές εταιρείες (άρθρ. 759 ΑΚ), με εξαίρεση τις ετερόρρυθμες, στις οποίες η ευθύνη του ετερόρρυθμου εταίρου είναι περιορισμένη κατά το άρθρ. 26 του ΕμπΝ. Συνακόλουθα μόνον οι απεριόριστα ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να είναι διαχειριστές της ετερόρρυθμης εταιρείας και όχι οι ετερόρρυθμοι εταίροι της ή τρίτα πρόσωπα. Αυτό ρητά ορίζεται με το άρθρο 27 του ΕμπΝ για τον ετερόρρυθμο εταίρο, όμως ισχύει πολύ περισσότερο και για τους τρίτους. Βέβαια με σύμβαση εντολής ή εργασίας μπορεί να ανατεθεί από τους εταίρους ετερόρρυθμης εταιρείας η διεξαγωγή συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων σε ετερόρρυθμο εταίρο ή τρίτο πρόσωπο και να τους δοθεί και η αναγκαία πληρεξουσιότητα προκειμένου να ενεργήσουν ως εντολοδόχοι ή αναλόγως ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας, χωρίς όμως έτσι να γίνονται και διαχειριστές αυτής κατά την έννοια του νόμου ούτε όργανα του νομικού προσώπου της. Συνεπώς αν η δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα, απαιτεί την τήρηση τύπου, όπως είναι ο έγγραφος τύπος που απαιτείται κατά το άρθρ. 873 του ΑΚ για τη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ίδιος τύπος πρέπει κατά το άρθρ. 217 παρ. 2 του ΑΚ να τηρείται και για τη χορήγηση της σχετικής πληρεξουσιότητας (ΑΠ 1305/2009) ή την εκ των υστέρων έγκρισή της (ΑΠ 321/2009), διαφορετικά υφίσταται έλλειψη πληρεξουσιότητας και οι συνέπειες ρυθμίζονται από τα άρθρ. 229-234 του ΑΚ. Αντίστοιχα στην περίπτωση αυτή δεν νοείται φαινόμενη ή κατά ανοχή πληρεξουσιότητα, δηλαδή πληρεξουσιότητα συναγόμενη από τη συμπεριφορά του αντιπροσωπευομένου, αφού η ύπαρξη τέτοιας συμπεριφοράς δεν καλύπτει και την έλλειψη του αναγκαίου για την πληρεξουσιότητα τύπου (πρβλ. ΟλΑΠ 19/2003). Κατά την ίδια έννοια δεν καθίσταται υποκατάστατο όργανο διοίκησης της προσωπικής και ειδικότερα της ετερόρρυθμης εταιρείας ο μη εταίρος de facto διαχειριστής της, δηλαδή ο τρίτος που ενεργεί με τη ρητή ή σιωπηρή συναίνεση ή έγκριση των εταίρων διαχειριστικές πράξεις για λογαριασμό της εταιρείας, αφού όργανα διοίκησης της ετερόρρυθμης εταιρείας μπορούν να είναι μόνο οι ομόρρυθμοι εταίροι της. Στην περίπτωση αυτή η σχέση του τρίτου με τους εταίρους είναι εξωεταιρική και αποτελεί στην ουσία σχέση εντολής ή εργασίας. Επομένως ο de facto διαχειριστής τρίτος, που δεν διαθέτει ως εκ τούτου γενική διαχειριστική εξουσία, ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και τη δεσμεύει έγκυρα, εφόσον διαθέτει την αναγκαία για τη συγκεκριμένη συναλλαγή πληρεξουσιότητα, η οποία όταν η κύρια δικαιοπραξία είναι τυπική, πρέπει και αυτή να υποβληθεί στον αντίστοιχο τύπο (ΑΠ 477/2021,478/2021,1859/2011). Το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920, το οποίο προστέθηκε στο Ν. 2190/1920 με το άρθρο 4 του Ν. 5076/1931, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του π.δ. 409/1986 και το άρθρο 2 του π.δ. 498/1937, ορίζει, ότι: "1. Δάνεια της Εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου ή συζύγου των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον, η παροχή εγγυήσεως υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Επίσης δάνεια της Εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της εταιρείας απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 2. Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της Εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκρισις δεν παρέχεται, αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεων μη εξερχομένων των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της. 3. Η απαγόρευσις της παραγράφου 1 ισχύει και προκειμένου για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται από θυγατρικές εταιρείες κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 5, καθώς επίσης και από ομόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος είναι η ανώνυμη εταιρεία... 5. Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω. 6. Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν και στις συμβάσεις που συνάπτουν τα πρόσωπα της παραγράφου 5 με νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα από την εταιρεία κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε ή με ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμο μέλος είναι η εταιρεία, καθώς και στις συμβάσεις εγγυήσεων ή ασφαλειών που παρέχονται από τα πρόσωπα αυτά. Από τη διάταξη του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 180 και 183 ΑΚ, προκύπτει, ότι: α) Η μεταξύ ανώνυμης εταιρείας και μέλους του Διοικητικού αυτής συμβουλίου συναπτόμενη σύμβαση και επομένως και αυτή της μίσθωσης εργασίας ή της έμμισθης εντολής, εφόσον εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, πρέπει να υποβληθεί, με ποινή ακυρότητος, σε προηγούμενη έγκριση, δηλαδή άδεια της γενικής συνελεύσεως, η οποία συμπληρώνει την εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου, β) την ελλείπουσα άδεια της γενικής συνελεύσεως δεν αποκαθιστά η εκ των υστέρων έγκριση, η οποία δεν θεραπεύει την ακυρότητα της συμβάσεως, αλλ' ισχύει, κατ' άρθρο 183 ΑΚ, ως νέα κατάρτιση αυτής και με την προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν οι κατά νόμο απαιτούμενοι όροι για την απ' αρχής κατάρτισή της. Το άρθρο 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 εξαιρεί από τους ανωτέρω περιορισμούς τις συμβάσεις που δεν εξέρχονται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας με τους πελάτες της. Ως κριτήριο υπαγωγής μιας σύμβασης στην έννοια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας είναι το γεγονός, ότι αυτή η σύμβαση κατά το αντικείμενό της εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρείας και κατά το περιεχόμενό της είναι σύμφωνη με τους όρους των συμβάσεων, τις οποίες καταρτίζει η εταιρεία με τους συναλλασσόμενους (ΑΠ 1036/2017, 791/2015). Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων και συγκεκριμένα του άρθρου 23α περ. α και β του Ν.2190/1920, προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οποιοδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές προσώπων μετά της εταιρίας και ότι, κατ' εξαίρεση, οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες, στις περιπτώσεις της προηγούμενης ειδικής έγκρισης αυτών από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή της ένταξής τους εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας. Έτσι, προβάλλοντας η εταιρεία την ακυρότητα ορισμένης σύμβασης, λόγω της κατάρτισής της με κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, απόκειται στον μαχόμενο υπέρ του κύρους αυτής και προτείνει νομίμως και να αποδείξει την προηγούμενη έγκρισή της από τη γενική συνέλευση των μετόχων, με την οποία συμπληρώθηκε η αντίστοιχη εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή ότι το αντικείμενο της σύμβασης αυτής εντάσσεται στα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας υπό την ως άνω έννοια (Ολ ΑΠ 452/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1477/2021, 938/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, προβάλλοντας αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 δέχθηκε ότι είναι νόμιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί κατάρτισης σύμβασης εντολής μεταξύ αυτών και των αναιρεσειουσών, για τον αποκλειστικό χειρισμό υποθέσεων που αφορούσαν δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, παρά την ακυρότητα των συμβάσεων, σύμφωνα με τις παρ.2, 5 και 6 του άρθρου 23α του ως άνω Νόμου, καθ' όσον οι αναιρεσίβλητες ήταν μέλη του ΔΣ των ανωνύμων εταιρειών, οι οποίες ήταν ομόρρυθμοι εταίροι εκάστης αναιρεσείουσας. Ο ως άνω πρώτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφ' όσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι τον ως άνω ισχυρισμό, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη ( ΑΠ 2182/2007) τον είχαν προτείνει παραδεκτά στα Δικαστήρια της ουσίας και ειδικότερα ότι τον προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τον επανέφεραν παραδεκτά με λόγο έφεσης ως εκκαλούσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ή ότι τον προέβαλαν παραδεκτά για πρώτη φορά ως εκκαλούσες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' άρθρο 527 του ιδίου Κώδικα. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 108/2020, 837/2019, 1864/2011, 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, 1573/1981, ΑΠ 515/2016, 991/2014, 57/2005). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, 34/2015, 1192/2012, 220/2012, 1125/2011). Στην περίπτωση της κατάρτισης σύμβασης εργολαβίας δίκης, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση της αμοιβής μετά την επιτυχή περάτωση της ανατεθείσας στο δικηγόρο εργασίας αρκεί στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνονται: α) η συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του για την κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης και το αντικείμενο αυτής, με περαιτέρω μνεία του ρητώς συμφωνηθέντος όρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα δικαιούται να λάβει την αμοιβή, β) το ύψος της αμοιβής με μνεία του συμφωνηθέντος ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης ή της αναληφθείσας εργασίας και της αξίας αυτών μετά την ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας και γ) η επιτυχής τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς με τη δικαίωση του εντολέα ή η επιτυχής ολοκλήρωση της ανατεθείσας εργασίας με τη διενέργεια των αναγκαίων προς τούτο δικαστικών ή εξώδικων πράξεων εκ μέρους του δικηγόρου (σχετ. ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 57/2005). Αντιθέτως στις περιπτώσεις εκείνες που δεν έχει καταρτισθεί σύμβαση εργολαβίας δίκης, ούτε έχει συναφθεί καθαρά άνευ αιρέσεως συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου ως προς το ύψος της οφειλομένης στον τελευταίο αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 91 παρ. 1 αυτού ή όπου η τυχόν υπάρχουσα συμφωνία προβλέπει αμοιβή κατώτερη των ελάχιστων ορίων ή όπου η συμφωνηθείσα αμοιβή καθορίσθηκε στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 98 επ. του Κώδικα των Δικηγόρων ελαχίστη αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της δικαιοπραξίας ή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας, για το ορισμένο της αγωγής του δικηγόρου πρέπει στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνεται: α) η συμφωνία των διαδίκων για ανάθεση της εντολής στο δικηγόρο και το αντικείμενο αυτής, β) οι όροι αυτής για το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής στα ανωτέρω πλαίσια ή η μνεία ότι δεν υπήρξε μεταξύ των μερών συμφωνία ως προς το ύψος της οφειλομένης αμοιβής, γ) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας εντολής δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τον δικηγόρο που πρέπει να διαλαμβάνονται λεπτομερώς στο οικείο δικόγραφο και δ) η αναγραφή της αξίας του αντικειμένου της δίκης ή της αξίας της δικαιοπραξίας ή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας σε συνάρτηση με τις επί μέρους διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκάστοτε ελάχιστης αμοιβής και η αναφορά της οφειλομένης για κάθε επί μέρους ενέργεια αμοιβής, με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα των δικηγόρων ελάχιστα όρια (ΑΠ 1251/2018, 396/2017, 441/2016, 556/2009). Ομοίως για το ορισμένο της αγωγής επιδίκασης των εξόδων, στα οποίο προέβη ο δικηγόρος για την εκτέλεση της εντολής, πρέπει στο οικείο δικόγραφο να αναγράφονται λεπτομερώς κατ' είδος και δαπάνη αυτά σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος για τη διεκπεραίωση της εντολής, με παράθεση αυτών στον προβλεπόμενο από το άρθρο 680 του ΚΠολΔ πίνακα. Αν τυχόν με την αγωγή διώκεται η καταβολή μεγαλύτερου ποσού σε σχέση με το προκύπτον με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια για επί μέρους ενέργειες στις οποίες προέβη ο δικηγόρος, λόγω της επιστημονικής εργασίας, του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των ιδιαζουσών περιστάσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του Κώδικα περί δικηγόρων, πρέπει να γίνεται μνεία και των στοιχείων αυτών στο οικείο αγωγικό δικόγραφο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, ο ακριβής χρόνος διενεργείας των επί μέρους εργασιών του δικηγόρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής ή ο χρόνος περάτωσης των σχετικών εργασιών (ΑΠ 108/2020, 1881/1987 σχετ. ΑΠ 568/1999, 1439/1990). Και τούτο, διότι, πλην εξαιρέσεων που δεν αφορούν την προκείμενη διαφορά, κρίσιμο για την επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής είτε στο πλαίσιο σύμβασης εργολαβίας δίκης, είτε με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστα όρια, είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της εκτέλεσης της ανατεθείσας εντολής (στην πρώτη περίπτωση) ή η εκτέλεση των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης επί μέρους δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τον δικηγόρο (στη δεύτερη περίπτωση), είναι δε αδιάφορος ο συγκεκριμένος χρόνος που εκτελέσθηκαν οι επί μέρους εργασίες εκ μέρους του δικηγόρου ή ο συγκεκριμένος χρόνος περάτωσης αυτών (ΑΠ 108/2020). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς την διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση, κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 899/2019, 128/2008). Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ. εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 1/1999, 12/2000, ΑΠ 145/2014, 204/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 27.12.2017 αγωγής των εναγουσών δικηγόρων και ήδη αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι οι τελευταίες ισχυρίσθηκαν ότι περί το τέλος Απριλίου 2014 και καθ' υποφοράν με την αγωγή τους, περί τον Οκτώβριο του έτους 2010, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες ανέθεσαν σε αυτές τον αποκλειστικό χειρισμό των υποθέσεων που αφορούσε τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του έργου δημιουργίας και διασύνδεσης φωτοβολταϊκών σταθμών με το δίκτυο της ΔΕΗ έναντι αμοιβής, καταβλητέας μετά τη σύνδεση των σταθμών με το άνω δίκτυο. Ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω εντολής προέβησαν στις απαιτούμενες εργασίες και ότι ελλείψει έγγραφης συμφωνίας το συνολικό ποσό της αμοιβής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Περί Δικηγόρων ανέρχεται στα αναφερόμενα σε αυτή ποσά. Ότι με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενες να τους τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση της εντολή και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Ειδικότερα: αναφέρονται α) η συμφωνία των διαδίκων για ανάθεση της εντολής στις δικηγόρους και το αντικείμενο αυτής, β) η μνεία ότι δεν υπήρξε μεταξύ των μερών συμφωνία ως προς το ύψος της οφειλομένης αμοιβής, γ) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας εντολής δικαστικών και εξώδικων πράξεων από τις ενάγουσες - δικηγόρους που διαλαμβάνονται λεπτομερώς στο οικείο δικόγραφο και δ) η αναγραφή του είδους της διεκπεραιωθείσας εργασίας σε συνάρτηση με τις επί μέρους διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι δικηγόροι, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης εκάστοτε ελάχιστης αμοιβής και η αναφορά της οφειλομένης για κάθε επί μέρους ενέργεια αμοιβής, με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα των δικηγόρων ελάχιστα όρια. Συνεπώς και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας ισχυρισμό περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) μη υποπίπτοντας επομένως στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και επιπλέον ορθά η προσβαλλομένη απόφαση δεν κήρυξε ακυρότητα του δικογράφου της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας. Συνεπώς ο από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 19 πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα από τις αναιρεσίβλητες και συγκεκριμένα ότι ο Χ. Ρ. ήταν εντολοδόχος διαχειριστής της πρώτης αναιρεσείουσας βάσει πληρεξουσιότητας που του παρέσχε η καταστατική διαχειρίστρια αυτής Μ. Κ.. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα και πρέπει να απορριφθεί. Με τον έκτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και χωρίς νόμιμη βάση ότι η εντολή ανατέθηκε από εκάστη από αυτές (αναιρεσείουσες) προς εκάστη των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και ότι δικαιούται εκάστη δική της αμοιβή ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η αμοιβή είχε συμφωνηθεί και για τις δύο ενάγουσες από κοινού. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά τις αναιρεσείουσες αναιρετικές πλημμέλειες και ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι εκάστη αναιρεσίβλητη δικηγόρος δικαιούται από εκάστη αναιρεσείουσα την αναγραφόμενη σ' αυτή αμοιβή. Επίσης ο ενδέκατος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ( σελ.6 και 59-60) ότι την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους των εναγουσών (που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ΑΠ 1214/2022, 1215/2022, 295/2010) τον οποίο προέβαλαν με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τον είχαν προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εναγόμενες, ή ότι πρόκειται για νέο πραγματικό ισχυρισμό που μπορούσαν παραδεκτά να τον προτείνουν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εκκαλούσες με λόγο έφεσης καθ' ότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ και επιπρόσθετα δεν προκύπτει από το αναιρετήριο, αν η ως άνω ένσταση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, ( οπότε όφειλαν να παραθέτουν στο αναιρετήριο την ιστορική βάση της ένστασης) ή ως κατ' ουσία αβάσιμη ( οπότε όφειλαν να παραθέτουν στο αναιρετήριο και τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης). Περαιτέρω από την επισκόπηση της αγωγής, της προσβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Περί το έτος 2007 συνεβλήθησαν ο ισραηλινός επενδυτής I. O. και ο Χ. Ρ., ασχολούμενος με κατασκευές και αδειοδοτήσεις φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, με σκοπό εκμεταλλευόμενοι την ευνοϊκή νομοθεσία της περιόδου εκείνης να κατασκευαστούν και αδειοδοτηθούν φωτοβολταϊκά πάρκα. Ειδικότερα, για την υλοποίηση του ανωτέρω επιχειρηματικού σχεδίου, ο ανωτέρω επενδυτής ανέθεσε στον Χ. Ρ. να υποβάλει αιτήσεις για την έκδοση αδειών παραγωγής για φωτοβολταϊκά πάρκα στα νησιά που δεν είναι συνδεδεμένα με το κεντρικό δίκτυο διανομής στην Ελλάδα (την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κάρπαθο, την Κω, τη Σάμο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο), καθώς και στην Κοζάνη και την Καστοριά. Για τον σκοπό αυτόν συμφωνήθηκε να δημιουργηθούν επτά προσωπικές εταιρείες ειδικού σκοπού με δαπάνες του επενδυτή και ειδικά αναφορικά με τη εταιρική σύνθεση συμφωνήθηκε ότι εταίροι θα αποτελούσαν προσωπικά οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι. Ειδικότερα, συστήθηκαν οι ακόλουθες προσωπικές εταιρείες 1) Μ. Κ. Κ. Σ. Ε..Ε.. (δ.τ. Η. Ε..Ε.), 2) Κ. Μ. Κ. Σ. Ο.Ε. (δ.τ. Φ. Ο..Ε..), 3) Ρ. Χ. Κ. Σ. Ε..Ε.. (δ.τ. Φ. Ο..Ε..) [πρώτη εναγομένη], 4) Ρ. Χ. - Μ. Κ. O..Ε.. (δ.τ. Φ. Ο..Ε..) [δεύτερη εναγομένη], 5) Ρ. Χ. Κ. Δ. Ο..Ε.. (δ.τ. Ρ. Χ. Ε. Ο..Ε..) [τρίτη εναγόμενη], 6) Τ. Ε. & Σ. Ο..Ε.. (δ.τ. Η. O.Ε.), [τέταρτη εναγομένη], 7) Ρ. Χ. Κ. Σ. Ε..Ε.. (δ.τ. Η. Ε..Ε..) [πέμπτη εναγομένη]. Περαιτέρω, δυνάμει της από 15.3.2011 σύμβασης-πλαισίου των ανωτέρω, συμφωνήθηκε ότι ο Χ. Ρ. θα μεταβίβαζε στον I. O. προοδευτικά το σύνολο των εταιρικών μεριδίων του των εν λόγω εταιρειών, δεδομένου ότι ο τελευταίος θα κατέβαλε αποκλειστικά το σύνολο της επενδυτικής δαπάνης και τα έξοδα για τη σύσταση των εταιρειών, ενώ η συμμετοχή του Χ. Ρ. θα είχε αποκλειστικά διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Για λογαριασμό των παραπάνω προσωπικών εταιρειών ειδικού σκοπού υποβλήθηκαν αιτήσεις για άδειες παραγωγής ενέργειας έως 100 KW από 160 περίπου έργα στα ανωτέρω νησιά. Περί τον Οκτώβριο του 2010, η αδειοδοτική διαδικασία είχε προχωρήσει και έπρεπε να αρχίσουν οι καταβολές με χρηματικά ποσά του I. O. προς τη Δ. Υ. Η. (... ΑΕ) για τους όρους σύνδεσης των φωτοβολταϊκών σταθμών με το δίκτυο της ...ΑΕ, ώστε να προωθηθεί ομαλά και να διεκπεραιωθεί με επιτυχία η αδειοδοτική διαδικασία. Σε εκείνο το χρονικό σημείο ο ανωτέρω I. O., με βάση την αρχική του συμφωνία με τον Χ. Ρ., έπρεπε να καταβάλει στις εναγόμενες εταιρείες, που ανήκαν έως τότε στον τελευταίο και σε άτομα επιρροής του ποσό υπερβαίνον το 1.500.000 €. Προκειμένου ωστόσο να διασφαλιστεί ο επενδυτής ώστε να μην κινδυνεύσει να απωλέσει το υψηλό ποσό της επικείμενης χρηματοδότησης που θα έδιδε σε τρίτο πρόσωπο αλλά και παράλληλα να διασφαλιστεί η συνέχιση του έργου κατασκευής και αδειοδότησης των φωτοβολταϊκών πάρκων και η απόκτηση της κυριότητας των εναγομένων εταιρειών από τον επενδυτή ακόμη και με αυτοσύμβαση, αναζητήθηκε κοινή λύση. Έτσι, οι I. O. και Χ. Ρ. περί τον Μάρτιο - Απρίλιο του 2011 συναποφάσισαν να δημιουργηθούν πέντε (5) ανώνυμες εταιρείες με μετόχους τα ίδια πρόσωπα που ετύγχαναν εταίροι των προσωπικών εταιρειών (όπως επέβαλλε ο νόμος για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), οι οποίες (ανώνυμες εταιρείες) απέκτησαν λόγω μεταβίβασης το 97% ή 98% των προσωπικών - εκκαλουσών εταιρειών. Οι ανώνυμες εταιρείες που δημιουργήθηκαν ήταν οι εξής: 1) "Φ. Π. Φ. Α.Ε", 2) "Φ. Π. Φ. Α.Ε", 3) "Φ. Π. Π. Ε. Η. Α.Ε", 4) "Φ. Π. Π. Ε. Η. Α.Ε" και 5) "Φ. Π. Π. Ε. Ρ. Χ. Α.Ε". Επιπλέον, συστάθηκε ενέχυρο επί των μετοχών των ανωνύμων εταιρειών υπέρ του I. O. με παραχώρηση σε αυτόν αποκλειστικού δικαιώματος ψήφου στις Γενικές Συνελεύσεις και με συγκρότηση των Διοικητικών Συμβουλίων το 2011 από πρόσωπα της εμπιστοσύνης και επιλογής του ως ενεχυρούχου δανειστή, προς εξασφάλισή του, λόγω της εκ μέρους του αποκλειστικής χρηματοδότησης του έργου. Στα ΔΣ των ανωτέρω εταιρειών συμμετείχαν και οι ενάγουσες ως απλά μέλη και εντολοδόχοι του I. O., αλλά και ο Ισραηλινός σύμβουλος του D. I.. Ταυτόχρονα υπογράφηκαν συμβολαιογραφικά προσύμφωνα μεταβίβασης των μετοχών ανωνύμων εταιρειών και των εταιρικών μερίδων προσωπικών εταιρειών με δικαίωμα αυτοσύμβασης, σε εκτέλεση των οποίων ο I. O. θα αποκτούσε στην κυριότητά του τις μετοχές των ανωνύμων εταιρειών και τις εταιρικές μερίδες των εκκαλουσών εταιρειών με αυτοσύμβαση, μετά από την μεταξύ τους εκκαθάριση των οικονομικών σχέσεων και απόληψη του συμβατικού τιμήματος, που είχε συμφωνήσει με τον Χ. Ρ. και τους συνεργάτες του για την ανάπτυξη του εν λόγω έργου. Η συμφωνία αυτή υλοποιήθηκε με την ίδρυση των ανωνύμων εταιρειών και την απόκτηση από αυτές μερίδων στις εναγόμενες εταιρείες και, ακολούθως, υπό το ανωτέρω ασφαλές για τον επενδυτή I. O. νομικό σχήμα, ο τελευταίος ξεκίνησε να καταβάλλει τα ποσά που είχαν οριστεί από τη ... ΑΕ για τους όρους σύνδεσης των σταθμών των εκκαλουσών εταιρειών με το δίκτυο της ... ΑΕ. Έτσι συνεχίσθηκε η διαδικασία της αδειοδότησης και εν συνεχεία της υλοποίησης, εγκατάστασης, λειτουργίας και σύνδεσης των φωτοβολταϊκών σταθμών με το δίκτυο, η οποία ολοκληρώθηκε για όλους τους φ/β σταθμούς τον Μάρτιο του 2013. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω συμφωνιών και σε εκτέλεση αυτών αποδείχθηκαν αναφορικά με τις εναγόμενες εταιρείες τα ακόλουθα: Η πρώτη των εναγομένων με την επωνυμία "Μ. Κ. Κ. Σ. E.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Η. Ε..Ε.." ιδρύθηκε το έτος 2007 από την Μ. Κ. και τον Β. Α.. Στις 23.3.2011, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, η Μ. Κ. μεταβίβασε στην ανώνυμη εταιρεία με το την επωνυμία "Φ. Π. Π. Ε. Η. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (η "Η. ΑΕ") μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 97% του εταιρικού κεφαλαίου. Εν συνεχεία, την 2.5.2012, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, ο Β. Α. μεταβίβασε το ποσοστό του 2% που κατείχε στην εταιρεία στον Χ. Ρ. κι έτσι εξήλθε της εταιρείας. Κατ' αυτό τον τρόπο, εταίροι της πρώτης εναγομένης κατέστησαν από το Μάρτιο του 2011 οι: Μ. Κ. (1%), ο Χ. Ρ. (2%) και η εταιρεία "Η. ΑΕ" (97%). Η δεύτερη των εναγομένων με την επωνυμία "Χ. Ρ. - Μ. Κ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Φ. O.Ε." ιδρύθηκε το έτος 2007 από την Μ. Κ. και τον Χ. Ρ.. Η εταίρος Μ. Κ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 25% του εταιρικού κεφαλαίου και ο εταίρος Χ. Ρ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 75% του εταιρικού κεφαλαίο. Την 17η.2.2011, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, η Μ. Κ. μεταβίβασε ποσοστό 24% και ο Χ. Ρ. μεταβίβασε ποσοστό 74% στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Π. Φ.. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (η "Φ. ΑΕ"). Κατ' αυτό τον τρόπο, εταίροι της δεύτερης εναγομένης κατέστησαν από το Φεβρουάριο του 2011 οι: Μ. Κ. (1%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Φ. ΑΕ" (98%). Η τρίτη των εναγομένων με την επωνυμία "Χ. Ρ. Κ. Σ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Φ. Ο..Ε.." ιδρύθηκε το έτος 2007 από τον Χ. Ρ. και τον Ε. Τ.. Ο εταίρος Χ. Ρ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 98% του εταιρικού κεφαλαίου και ο εταίρος Ε. Τ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 2% του εταιρικού κεφαλαίου. Την 29η.12.2009, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού κατόπιν θανάτου του Ε. Τ., εταίρος της εταιρείας με ποσοστό 2% κατέστη η Β. Ρ. κατόπιν αγοράς του μεριδίου του κ. Τ. από τους κληρονόμους αυτού. Εν συνεχεία, την 17η.2.2011, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, ο Χ. Ρ. μεταβίβασε ποσοστό 97% και η Β. Ρ. μεταβίβασε ποσοστό 1% στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Π. Φ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (η "Φ. ΑΕ"). Κατ' αυτό τον τρόπο, εταίροι της τρίτης των εναγομένων κατέστησαν από το Φεβρουάριο του 2011 και για το επίδικο χρονικό διάστημα οι: Β. Ρ. (1%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Φ. ΑΕ" (98%). Η τέταρτη των εναγομένων με την επωνυμία "Ρ. Χ. Κ. Σ. Ε..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "Η. Ε..Ε.." ιδρύθηκε το έτος 2007 από τον Χ. Ρ. και τον Β. Α.. Ο εταίρος Χ. Ρ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 98% του εταιρικού κεφαλαίου και ο ετερόρρυθμος εταίρος Β. Α. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 2% του εταιρικού κεφαλαίου Την 17η.2.2011, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, ο Χ. Ρ. μεταβίβασε ποσοστό 97% στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Π. Η. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (η "Η. ΑΕ"). Κατ' αυτό τον τρόπο, εταίροι της τέταρτης των εναγομένων κατέστησαν από το Φεβρουάριο του 2011 και για το επίδικο χρονικό διάστημα οι: Β. Α. (2%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Η. ΑΕ" (97%). Η πέμπτη των εναγομένων με την επωνυμία "Ρ. Χ. - Κ. Δ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ρ. Χ. Ε. Ο..Ε.." ιδρύθηκε το έτος 2007 από τον Χ. Ρ. και τον Δ. Κ.. Ο εταίρος Χ. Ρ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 98% του εταιρικού κεφαλαίου και ο εταίρος Δ. Κ. κατείχε μερίδια που αντιστοιχούσαν στο 2% του εταιρικού κεφαλαίο. Την 23η.3.2011, δυνάμει σχετικής τροποποίησης του καταστατικού της ανωτέρω εταιρείας, ο Χ. Ρ. μεταβίβασε ποσοστό 97% και ο Δ. Κ. μεταβίβασε ποσοστό 1% στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Π. Π. Ε. Ρ. Χ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ή "P. Χ. ΑΕ". Κατ' αυτό τον τρόπο, εταίροι της των εναγομένων κατέστησαν από το Μάρτιο του 2011 και για το επίδικο χρονικό διάστημα οι: Δ. Κ. (1%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Ρ. Χ. ΑΕ" (98%). Σύμφωνα με τα καταστατικά των εναγομένων εταιρειών, τη διοίκηση της πρώτης των εναγομένων ασκούσε ως διαχειρίστρια αυτής η ομόρρυθμη εταίρος Μ. Κ. έως την 13.5.2013, οπότε και ανακλήθηκε. Δυνάμει δε, του από 13.5.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης διαχειρίστρια ανέλαβε η πλειοψηφούσα εταίρος της πρώτης εναγομένης, δηλαδή η ανώνυμη εταιρεία "Η. ΑΕ". Επισημαίνεται ωστόσο ότι η εν λόγω διαχειρίστρια δυνάμει του με αριθμό ... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Αικατερίνης Ευφραιμίδου παρέσχε στον Χ. Ρ. ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητα σε σχέση, μεταξύ των άλλων, και για την πρώτη εναγομένη να ενεργεί κάθε υπόθεση της σε σχέση με την ιδιότητά της ως ομορρύθμου εταίρου να την υποκαθιστά σε όλα της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το καταστατικό αυτής. Χαρακτηριστικό δε είναι ότι του έδωσε τη δυνατότητα να την εκπροσωπεί ενώπιον κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου (κατά τον 1° όρο του πληρεξουσίου), να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει όλο ή μέρος των εταιρικών μεριδίων (κατά τον 2° όρο ως άνω), και ιδίως να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει ως ομόρρυθμο εταίρο των ανωτέρω εταιρειών και να ενεργεί όλες τις πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης των εταιρειών στις οποίες δύναται να προβαίνει ο εντολέας, σύμφωνα με τα καταστατικά των εταιρειών, ειδικότερα δε να προσλαμβάνει και να απολύει προσωπικό και γενικά να προβαίνει σε κάθε εργασία και πράξη η οποία περιλαμβάνεται στο σκοπό των εταιριών. Περαιτέρω, τη διοίκηση της δεύτερης των εναγομένων ασκούσε ως διαχειριστής ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. έως την 13.5.2013, οπότε και ανακλήθηκε δυνάμει του από 13.5.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης και διαχειρίστρια ανέλαβε η πλειοψηφούσα εταίρος της δεύτερης των εναγομένων, δηλαδή η ανώνυμη εταιρεία "Φ. ΑΕ". Τη διοίκηση της τρίτης των εναγομένων ασκούσε ως διαχειριστής ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. έως την 13.5.2013, οπότε και ανακλήθηκε δυνάμει του από 13.5.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης και διαχειρίστρια ανέλαβε η πλειοψηφούσα εταίρος της τρίτης εναγομένης, δηλαδή η ανώνυμη εταιρεία "Φ. ΑΕ". Τη διοίκηση της τέταρτης των εναγομένων ασκούσε ως διαχειριστής ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. έως και την 13.5.2013, οπότε και ανακλήθηκε δυνάμει του από 13.5.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης και διαχειρίστρια ανέλαβε η πλειοψηφούσα εταίρος της τέταρτης εναγομένης, δηλαδή η ανώνυμη εταιρεία "Η. ΑΕ". Τη διοίκηση της πέμπτης από εμάς ασκούσε ως διαχειριστής ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. έως και την 13.5.2013, οπότε και ανακλήθηκε δυνάμει του από 13.5.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης και διαχειρίστρια ανέλαβε η πλειοψηφούσα εταίρος της πέμπτης εναγομένης, δηλαδή η ανώνυμη εταιρεία "Ρ. Χ. ΑΕ". Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι σε όλες τις εναγόμενες έως την στιγμή της ανακλήσεως της διαχείρισης, καθήκοντα καταστατικού ή εντολοδόχου (για την πρώτη εναγομένη) διαχειριστή ασκούσε ο Χ. Ρ.. Παράλληλα δε, όπως συνάγεται από τον πανομοιότυπο όρο εμπεριεχόμενο στα καταστατικά των εναγομένων (ειδικότερα δε, στον όρο 7.1.ε για την δεύτερη, τρίτη και πέμπτη εναγόμενη και στον όρο 8.1.ε για την πρώτη και τέταρτη εναγομένη) ορίστηκε ότι ο διαχειριστής θα δικαιούται να αναλαμβάνει χρήματα από λογαριασμούς της εταιρίας σε οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα αλλά περιορισμένα μέχρι το ποσό των 10.000 €, θα δικαιούται να εκδίδει, αποδέχεται, οπισθογραφεί αξιόγραφα (συναλλαγματικές, επιταγές), υπογράφοντες κάτω από την εταιρική επωνυμία, για λογαριασμό της εταιρίας αλλά περιορισμένα μέχρι το ποσό των 10.000 €, θα δικαιούται να αναλαμβάνει καταθέσεις από τράπεζες, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα αλλά περιορισμένα μέχρι το ποσό των 10.000 €. Περαιτέρω, ο διαχειριστής θα είναι γενικά υπεύθυνος για την τήρηση των διατάξεων αναφορικά με το σκοπό της εταιρίας, ειδικά όμως για την πληρωμή των όρων σύνδεσης των φωτοβολταϊκών έργων που ανήκουν στην εταιρεία ρητά συμφωνήθηκε ότι ο διαχειριστής θα δικαιούται να καταθέτει και να αναλαμβάνει από τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας οποιαδήποτε ποσά ανεξαρτήτως ύψους, αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό. Ειδικής σημασίας είναι το γεγονός ότι ορίζεται πως η απαρίθμηση των ανωτέρω εξουσιών του διαχειριστή είναι περιοριστική, ενώ οτιδήποτε άλλο θα απαιτείται θα πράττεται μόνο μετά από απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των Εταίρων της ομόρρυθμης εταιρείας, που θα λαμβάνεται με πλειοψηφία. Συνεπώς, το τεκμήριο της αρμοδιότητας αποδόθηκε στην Γενική Συνέλευση, όπου πλειοψηφούσαν πλέον οι ελεγχόμενες από τον I. O. ανώνυμες εταιρείες. Περαιτέρω, ορίστηκε ότι με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των εναγομένων θα γίνονται όλες οι παραπάνω περιγραφόμενες πράξεις για ποσά άνω των 10.000 € και θα διορίζονται πληρεξούσιοι δικηγόροι. Ευχερώς συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι στην ανάπτυξη του επιχειρηματικού τους σχεδίου, από το οποίο προσδοκούσαν αμφότεροι πολλαπλάσια κέρδη σε σχέση με την συνολική επένδυση, συμμετείχαν μεν αμφότεροι, πλην όμως κυρίως ο I. O. ήταν εκείνος που μεθόδευε την νομική και οικονομική του διασφάλιση στον ύψιστο δυνατό βαθμό. Αυτό κρίνεται εύλογο δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν μόνιμος κάτοικος ..., αγνοούσε την γραφειοκρατική πραγματικότητα της Ελλάδας, δεν είχε κανέναν συνεργάτη στην χώρα και επενδύοντας ποσά άνω του 1.5000.000 € προσδοκούσε την υπερπολλαπλάσια απόδοση της επένδυσής του, ανερχόμενη κατά ορισμένους μάρτυρες σε 40.000.000 € για όλη τη διάρκεια εκμετάλλευσης της επένδυσης. Επί ενός τόσο σημαντικού έργου και μίας τέτοιας μορφής επένδυση δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην μεριμνήσει, αφενός μεν, για τον απόλυτο, στενό και καθημερινό έλεγχο της επενδυτικής διαδικασίας, αφετέρου δε, για την αποσόβηση κάθε μορφής κινδύνου για τα συμφέροντά του. Αντιστοίχως, ο Χ. Ρ., ως μελετητής, κατασκευαστής και υπεύθυνος της διαδικασίας της αδειοδότησης των φωτοβολταϊκών πάρκων, είχε άμεσο και ενεργό όφελος για την ευόδωση της συμφωνίας τους, αφού έτσι θα λάμβανε την υψηλή αμοιβή του, η οποία, αν ναυαγούσε το επενδυτικό σχήμα που είχε συναποφασίσει με τον I. O., θα χάνονταν και επιπλέον (ως ομόρρυθμος εταίρος ο ίδιος) θα κινδύνευε ατομικά και ενόψει των τυχόν συσσωρευμένων χρεών επ' ονόματι της ομόρρυθμης εταιρείας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διαπιστώσεων, συνάγεται ότι παρόλο που την διαχειριστική εξουσία των εναγομένων (είτε δυνάμει ειδικής εντολής - πληρεξουσιότητας είτε δυνάμει καταστατικής ρύθμισης) είχε ο Χ. Ρ., εντούτοις ο τελευταίος διερμήνευε και εφάρμοζε πάντοτε τις ειδικές εντολές του I. O., ο οποίος λειτουργούσε ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής. Θεσμικά αυτό διασφαλίζονταν με τον ποσοτικό περιορισμό των ουσιωδών ενεργειών του Χ. Ρ. έως του ποσού των 10.000 €, αλλά ιδίως με το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ της Γενικής Συνέλευσης των εναγομένων, όπου (οι ελεγχόμενες απολύτως από τον I. O.) ανώνυμες εταιρείες μέτοχοι των εναγομένων είχαν συντριπτική πλειοψηφία ποσοστού 97% και 98%. Αποδείχθηκε δε, περαιτέρω, ότι καμία διαχειριστική πράξη αναφορικά με τις εναγόμενες δεν λάμβανε χώρα χωρίς την γνώση και έγκριση του I. O.. .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες ανέθεσαν τον Οκτώβριο του 2010 στις ενάγουσες την εντολή να μεριμνήσουν για όλες τις μνημονευθείσες εργασίες (περί ών κατωτέρω θα υπάρξει αναλυτική καταγραφή) αντί του νομίμου αντιτίμου, και δη με χρονοχρέωση, για τις εκτός δικαστηρίων εργασίες τους, αλλά και με πίστωση. Ειδικότερα, ανατέθηκε σε αυτές με σταδιακές εντολές, εντασσόμενες στην γενική εντολή μέριμνας της διαδικασίας αδειοδοτήσεως των εναγομένων, να μεριμνήσουν για το νομικό και συναφές με αυτό έργο α) να συνταχθούν τρεις εργολαβικές συμφωνίες, κατόπιν επίπονων και χρονοβόρων διαπραγματεύσεων, και οι αντίστοιχες συμβάσεις κατασκευής και παροχής ασφαλειών, αξίας άνω των 8.000.000 € (βλ. για αυτό όλες τις ένορκες βεβαιώσεις των εναγουσών), β) να ετοιμαστούν οι λεγόμενοι "φάκελοι ετοιμότητας" για πάνω από 50 φωτοβολταϊκούς σταθμούς, δράση που απαιτούσε συντονισμένη συλλογή, και οργάνωση εκατοντάδων εγγράφων κατόπιν νομικής αξιολόγησης αυτών και επιλογή με βάση νομικά κριτήρια των αναγκαίων για να πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, γ) να συναλλαχθούν με δημόσιες υπηρεσίες, κατά τις οποίες με βάση και πάλι νομικές αξιολογήσεις, δίνονταν λύσεις, δ) να διαπραγματευτούν με τους ιδιοκτήτες των αγροτεμαχίων στα νησιά και με τους δικηγόρους τους την μίσθωση των ακινήτων τους για να επιτρέψουν την κατασκευή των σταθμών με καταβολή μικρού μέρους των έως τότε οφειλομένων μισθωμάτων και, εν συνεχεία, να μην προχωρήσουν σε εξώσεις για να μην απωλέσουν οι εναγόμενες τα δικαιώματα γης επί των ήδη κατασκευασμένων σταθμών, ε) να διαπραγματευτούν με τους πιστωτές των εναγομένων για την καθυστέρηση άσκησης των δικαιωμάτων των τελευταίων και την νομική διασφάλιση των εναγομένων έως ότου αδειοδοτηθεί το έργο και εν τέλει να εκπροσωπήσουν τις εναγόμενες σε ό,τι απαιτήθηκε για να διασφαλιστούν αυτές μετά την έναρξη των ενδοεταιρικών συγκρούσεων. Όλες οι εργασίες αυτές συναρτώνται αναγκαία με το δικηγορικό λειτούργημα, αφού κατά πρώτον συναρτώνται με αξιολόγηση των δεδομένων της εμπειρικής πραγματικότητας με κριτήριο νομικό και ακολούθως την ανάληψη δράσης με βάση το πόρισμα του συνάγεται από τη υπαγωγή των δεδομένων στις νομικές διατάξεις......... Ότι σε σχέση με την αμοιβή των εναγουσών, αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε πως αυτές θα λάμβαναν την οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή τους με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης του έργου των φωτοβολταϊκών σταθμών που ανήκαν σε αυτήν και την ολοκλήρωση των σχετικών κατασκευών και την έναρξη καταβολής εισοδημάτων, προερχομένων από την λειτουργία των φωτοβολταϊκών σταθμών, από μέρους της ... ΑΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε στα τέλη του Αυγούστου του έτους 2013 και συγκεκριμένα την 23η.8.2013. Στο σημείο αυτό χρειάζεται η αναγκαία διευκρίνηση ότι οι εναγόμενες δεν έπαυσαν να έχουν παράλληλα εντολή από τον I. O. για την διεκπεραίωση των ατομικών του υποθέσεων. Δεδομένου δε, ότι οι ατομικές υποθέσεις του ανωτέρω στην Ελλάδα σχετίζονταν μόνο το έργο της κατασκευής και των αδειοδοτήσεων επιχειρείται να δημιουργηθεί σύγχυση σε σχέση με το είδος και το εύρος της εντολής των εναγουσών.... Ότι οι τελευταίες, ως εντολοδόχοι του I. O., μεριμνούσαν για τη διασφάλιση των ατομικών του συμφερόντων και τη διασφάλιση ότι δεν υπήρχε ιδίως απώλεια χρημάτων από παράτολμες επιχειρηματικές κινήσεις και παράλληλα, ως εντολοδόχοι των εναγομένων είχαν αναλάβει την διεκπεραίωση όλων των εργασιών που απαιτούνταν για την λειτουργία της επένδυσης. Η ανάθεση της εντολής από τις εναγόμενες έγινε από τον Χ. Ρ. και τον I. O., κατόπιν συμφωνίας όλων των μελών των εναγομένων, ήτοι τόσο του πρώτου όσο και των ελεγχόμενων από τον τελευταίο ανωνύμων εταιρειών. Προφανώς, ο I. O., ως ο μόνος επενδυτής, επέβαλε την παρουσία τους, πλην όμως ουδεμία αντίρρηση υπήρξε από τον Χ. Ρ., ο οποίος και ρητά, όπως γίνεται δεκτό, τους παρέσχε την σχετική εντολή. Ο τελευταίος απαίτησε μόνο την ανελλιπή ενημέρωση των δικηγόρων του, Γ. Ν. και Ν. Π., για την παρακολούθηση των ενεργειών των εναγουσών προκειμένου να μην απωλέσει την προσδοκία απόληψης της αμοιβής του από τον I. O.. Για την ανάθεση αυτή της εντολής δεν τηρήθηκε τύπος, αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτούνταν, κυρίως όμως ήταν ανώφελο, δεδομένης και της κυρίαρχης παρουσίας του επενδυτή στις εναγόμενες, του οποίου οι επιλογές δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Αν εκείνη την περίοδο κάποιος επιθυμούσε να κατέχει έγγραφη πιστοποίηση της ανάθεσης της εντολής αυτές θα ήταν μόνο οι ενάγουσες, πλην όμως λόγω της μακράς ήδη και ευδόκιμης συνεργασίας τους με τον I. O. δεν υπήρχε κάποιος αποχρών λόγος να ζητήσουν έγγραφη αποτύπωση της ανάθεσης της εντολής και από τις νέες εντολείς τους. Άλλωστε, δεν είχαν προσληφθεί με πάγια αντιμισθία, αλλά αναλάμβαναν συνεχώς την διεκπεραίωση έργων εντασσόμενα στο πλαίσιο μίας ευρύτερης εντολής αποσκοπούσας στην ολοκλήρωση του έργου της αδειοδότησης των πάρκων. Σε σχέση με την ανάθεση της εντολής, πέραν του όγκου των κατεχόμενων από αυτές εγγράφων που έλαβαν κατά την εκτέλεσή της και πέραν των εγγράφων που συνέταξαν προς τρίτους αλλά και προς τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χ. Ρ. προς ενημέρωσή του, καταθέτουν με σαφήνεια τόσο ο μάρτυράς τους εξετασθείς επ' ακροατηρίω στον πρώτο βαθμό, όσο και όλοι οι λοιποί καταθέσαντες με ένορκη βεβαίωση μάρτυρές τους. Χαρακτηριστική, μεταξύ των άλλων, είναι και η ένορκη βεβαίωση του Γ. Τ., ο οποίος συνεργάστηκε ως σύμβουλος επιχειρήσεων, τόσο με τον I. O. ατομικά, όσο και με τις εναγόμενες. Μάλιστα, διατελέσας και διευθύνων σύμβουλος των μνημονευθεισών ανωνύμων εταιρειών που συμμετείχαν στις εναγόμενες εξέθεσε με αξιοσημείωτη σαφήνεια ότι οι ενάγουσες λάμβαναν εντολές από τους εκάστοτε διαχειριστές των εναγομένων. Οι σαφείς καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων, δεν αντικρούονται επαρκώς από τους μάρτυρες των εναγομένων, Χ. Ρ. και Μ. Κ., οι οποίοι αρνούνται την ανάθεση της εντολής από τις τελευταίες και όλως ασαφώς εκθέτουν ότι οι ενάγουσες είχαν εντολή μόνο από τον επενδυτή. Χαρακτηριστική, μάλιστα, είναι ειδικά όσον αφορά τον Χ. Ρ. η όλως διαφορετική του τοποθέτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, όπου δικαζόμενος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος των εναγουσών, ομολόγησε με την από 21.1.2021 έγγραφη δήλωσή του (που ενσωματώθηκε στο σώμα της εκδοθείσας 60/2021 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου) ότι οι τελευταίες λειτουργούσαν στο πλαίσιο της δικηγορικής τους ιδιότητας ως πληρεξούσιες δικηγόροι, μεταξύ των άλλων, και των επτά (7) προσωπικών εταιρειών, εκ των οποίων οι πέντε εξ αυτών είναι οι εναγόμενες. Προβάλλεται, εντούτοις, ο ισχυρισμός ότι ο Χ. Ρ., ουδέποτε θα συναινούσε σε κοινής αποδοχής δικηγόρο με τον I. O., δεδομένου ότι ήδη από του έτους 2010 οι ανωτέρω ευρίσκονταν σε διαμάχη και διαπραγματεύσεις ενόψει αμφισβητήσεων από πλευράς του πρώτου της αμοιβής του. Κατά τον ισχυρισμό αυτό, δεν είναι δυνατόν ο Χ. Ρ. να συναινεί στην ανάθεση του έργου στις ενάγουσες, δικηγόρους του I. O. Όντως, γίνεται δεκτό ότι ήδη από του έτους 2010 οι ανωτέρω είχαν διαφωνήσει για το ύψος της αμοιβής του Χ. Ρ.. Συνομολογείται, ωστόσο, ότι η αντιπαράθεσή τους αυτή δεν οδήγησε σε διακοπή της συνεργασίας τους, αλλά απεναντίας αυτή συνεχίστηκε επί μακρόν έως ότου αδειοδοτήθηκαν τα πάρκα. Το γεγονός αυτό, αποδεικνύει ότι οι ανωτέρω, παρά τις όποιες διαφωνίες τους, ενώνονταν κάτω από την επίτευξη του κοινού τους συμφέροντος και συνέχισαν να συνεργάζονται προς το σκοπό της ευόδωσης του σκοπού τους. Άλλωστε, ο Χ. Ρ. ευχερώς αντιλαμβανόταν ότι το όποιο δικαίωμα αμοιβής διατείνονταν ότι δικαιούται, θα το λάμβανε μόνο μετά την επίτευξη της αδειοδότησης και την συνέχιση της συνεργασίας του με τον επενδυτή. Συνεπώς, δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί την εντολή προς τις ενάγουσες, δεδομένου ότι αυτές θα λειτουργούσαν κατ' αποτέλεσμα και υπέρ των δικών του ατομικών συμφερόντων, αφού περατουμένου του έργου θα ανακτούσε το δικαίωμα λήψης της αμοιβής του. Άλλωστε, η εντολή προς τις ενάγουσες αφορούσε το ζήτημα της μέριμνας για την αδειοδότηση και την ετοιμασία των φακέλων, ήτοι ένα εν πολλοίς τεχνικό ζήτημα, και όχι την μεταξύ του ιδίου και του I. O. αναφανείσα διαφωνία. Μάλιστα, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγομένων δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άλλη ομάδα δικηγόρων ή έστω άλλων προσώπων που θα μπορούσε να αναλάβει το επίδικο έργο που εν τέλει ανέλαβαν οι ενάγουσες. Προβάλλεται επίσης, ο ισχυρισμός ότι οι ενάγουσες ναι μεν διεκπεραίωσαν όλες τις αναφερόμενες στην αγωγή τους ενέργειες, πλην όμως εντολέας τους ήταν ατομικά μόνο ο επενδυτής, παρόλο που οι εργασίες τους αφορούσαν το όφελος του νομικού προσώπου των εναγομένων. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού οι ενάγουσες με τα εκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία απέδειξαν ότι είχαν λάβει εντολή από τις εναγόμενες και δη τόσο από τον καταστατικό τους διαχειριστή, όσο και από τον εν τοις πράγμασι αντίστοιχο. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, αντικρούεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι προσκομίζεται πλήθος email που έχουν αποσταλεί από τις εναγόμενες προς τους διαχειριστές των εναγομένων και ιδιαίτερα στους Χ. Ρ. και ενίοτε στην Μ. Κ., με τα οποία τους ενημερώνουν για την πορεία των εργασιών τους σε κάθε στάδιο. Μία τέτοιου είδους ενδελεχής και ιδίως συνεχής ενημέρωση των καταστατικών διαχειριστών των εναγομένων δεν δικαιολογείται αν δεν υφίσταται η σχέση εντολής. Άλλωστε, όταν επρόκειτο να ενημερώσουν τους διαχειριστές των εναγομένων για τυχόν ζητήματα που ατομικά τους αφορούσαν, αυτό αποτυπώνονταν και στην συνομιλία που είχαν με τους ατομικούς τους δικηγόρους... Σε όμοιο συμπέρασμα περί ανάθεσης της εντολής από τις εναγόμενες, δια του εν τοις πράγμασι διαχειριστή τους, προς τις ενάγουσες κατέληξε και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο με την με αριθμό 368-369-370/2021 απόφασή του αθώωσε τις ενάγουσες για το αδίκημα της απιστίας με εγκαλούντα τον I. O., δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι το έτος 2010 ο εγκαλών ανέθεσε στις κατηγορούμενες δικηγόρους τη διενέργεια νομικών ενεργειών για λογαριασμό τόσο δικό του όσο και των επτά εταιρειών συμφερόντων του που ίδρυσε στην Ελλάδα με σκοπό τη διαχείριση των επενδύσεων του. Σημειώνεται ότι οι ενάγουσες έχουν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του I. O. την από 14.12.2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 116604/2015 αγωγή τους για οφειλόμενες αμοιβές του από δικηγορικές εργασίες, εκ των οποίων καμία δεν συμπίπτει με τις επίδικες στην παρούσα δίκη. Εντούτοις, οι επίδικες εργασίες περιλαμβάνονται στην με αριθμό 330/2016 έκθεση λογοδοσίας που παρείχαν οι εναγόμενες στον I. O., για το λόγο ότι ο ίδιος κατέβαλε τα χρήματα τόσο για τις εργασίες που αφορούσαν αυτόν προσωπικά, όσο και για τις εργασίες που γίνονταν κατόπιν εντολών του, με την ιδιότητα του εν τοις πράγμασι διαχειριστή των εναγομένων και για λογαριασμό τους. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης κατά τον οποίο οι εκκαλούσες αιτιώνται την εκκαλουμένη για το γεγονός ότι δέχτηκε πως έδωσαν εντολή στις ενάγουσες για την επιμέλεια των υποθέσεών τους. Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στις εναγόμενες εταιρείες για όλες τις ενέργειες που διαλαμβάνονται στους κατωτέρω πίνακες από κοινού, λόγω ακριβώς του όγκου των εργασιών που έπρεπε να διεκπεραιωθεί. Περί τούτου, άλλωστε κατέθεσαν και οι μάρτυρες των εναγουσών στις ένορκες βεβαιώσεις τους εκθέτοντας ειδικά ότι αυτές εργάζονταν από κοινού και παράλληλα, για όλες τις εργασίες του πίνακα, είτε αυτές ελάμβαναν χώρα στην Αθήνα στα γραφεία τους, είτε στα πολυάριθμα ταξίδια που πραγματοποιήσαν όπου μετέβαιναν τις περισσότερες φορές συνοδεία και λοιπών συνεργατών, όπως ο τεχνικός σύμβουλος Γ. Τ. ή ο λογιστής Ν. Μ.. Μάλιστα ο Χ. Ρ. κατά την επ' ακροατηρίω κατάθεσή του στον πρώτο βαθμό, επιβεβαίωσε ότι οι εναγόμενες εργάζονταν και οι δύο ταυτόχρονα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος έφεσης κατά τον οποίο οι εκκαλούσες αιτιώνται την εκκαλουμένη για το γεγονός ότι δέχτηκε πως έδωσαν εντολή στις ενάγουσες για την από κοινού επιμέλεια των υποθέσεών τους. Συνεπώς, στα πλαίσια της δοθείσας εντολής οι ενάγουσες διενήργησαν τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που αναφέρονται στους πίνακες αμοιβών που μνημονεύονται κατωτέρω, οι οποίες επί της ουσίας δεν αμφισβητούνται, δικαιούμενες στην αντίστοιχη αμοιβή. Οι εξώδικες εργασίες όλες παρά το γεγονός ότι σε κάποιες από αυτές δεν επιφυλάσσεται η παροχή τους αποκλειστικώς σ' αυτούς από το νόμο σε δικηγόρους και δεν προβλέπεται γι' αυτές κατώτατο όριο αμοιβής από τις οικείες διατάξεις του προϊσχύσαντος και του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων, συνδέονται όλες στενώς με άλλες για τις οποίες υπάρχει η σχετική επιφύλαξη και πρόβλεψη (πχ υπογραφή συμβολαίων) και επίσης η διεξαγωγή όλων προϋπόθετε νομική ενασχόληση από τις ενάγουσες που ήτο οι νομικοί που είχαν καλύψει νομικά το σύνολο του έργου και ήτο γνώστριες όλων των νομικών και πραγματικών θεμάτων που άπτονταν με την υλοποίησή του. Η εντολή διεκπεραιώθηκε με την ολοκλήρωση του έργου των φωτοβολταϊκών σταθμών που ανήκαν στις εναγόμενες και τη σύνδεση του έργου με τη ... ΑΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε στα τέλη του Αυγούστου του έτους 2013 και συγκεκριμένα την 23.8.2013. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων για εργασίες που παρασχέθηκαν το έτος 2011 εφόσον οι αμοιβές αυτές αποδεικνύεται ότι κατέστησαν κατά την συμφωνία των μερών απαιτητές τον Αύγουστο του 2013 και συνεπώς, η πενταετής παραγραφή τους άρχισε την 1η.1.2014 και δεν είχε συμπληρωθεί έως της ασκήσεως της αγωγής την 27η.12.2017 [βλ. τα υπ' αρ. 821/27.12.2017 (για την α' εναγομένη, 824/27.12.2017 (για τη β' εναγομένη, 823/27.12.2017 (για τη γ' εναγομένη), 822/27.12.2017 (για τη δ' εναγομένη) και 825/27.12.2017 (για την ε' εναγομένη) αποδεικτικά επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου Γ. Ι.. Π.]. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος έφεσης. Ότι συνολικά οι εναγόμενες - αναιρεσείουσες οφείλουν για τις άνω αιτίες : " Η πρώτη εναγόμενη το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (203,42 + 9.644,98 + 841,12 + 12.695,02 + 1.336,59 + 841,45 + 1.176,66 + 1.373,07 + 556,16= 28.668,47 €) πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών. Η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (187,42 + 7.841,88 + 2.517,12+ 10.898,70 + 1.432,59 + 852,11 + 1.292,40+ 1.317,07 + 620,16 = 26.959,45 €) πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών. Η τρίτη εναγόμενη το ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων διακοσίων τριάντα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (443,42 + 7.048,38 + 7.053,12 + 26.681,90 + 1.379,27 + 769,44 + 1.003,32 + 1.231,74 + 620,16 = 46.230,75 €) πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών. Η τέταρτη εναγόμενη το ποσό των σαράντα χιλιάδων πενήντα πέντε ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (363,42 + 6.844,94 + 4.626,72 + 22.870,26 + 1.336,60 + 836,11 + 1.131,32 + l.415,74 + 630,82 = 40.055,93 €) πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών και η πέμπτη εναγόμενη το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων εκατόν εβδομήντα πέντε ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (363,42 + 7.591,57+ 2.628,32 + 10.87 + 1.091,27 + 825,44 + 928,65 + 1.287,74 + 588,16 = 26.175,59 €) πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2014 ο I. O. προέβη στην ανάκληση των εναγουσών από τις θέσεις τους ατομικά ως πληρεξουσίες δικηγόρους του και ως εντολοδόχους του στα Διοικητικά Συμβούλια των ΑΕ, δολίως. Αμέσως, οι ενάγουσες απέστειλαν το από ... ... 2014 και ώρα 8:32 μ.μ. μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της πρώτης ενάγουσας προς τον H. D., τον Γ. Τ., την A. U., τον Λ. Χ. και την δεύτερη ενάγουσα, με τίτλο "ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΕΣ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ", μετά 5 συνημμένων αρχείων μορφής xls με τίτλους α) «O. Χ. Ν. Ε. Χ. Ρ.-Κ. Δ. OE.xls", β) "ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΕΣ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ Χ. Ρ. Κ. Σ. OE.xls", γ) "ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΕΣ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ Κ. Μ. Κ. Σ. OE.xls", δ) "ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΕΣ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ Ρ. Κ. OE.xls" και ε) "ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΕΣ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ Ρ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ EE(l).xls", μετά συνημμένης αυτού μετάφρασης, τα οποία εμπεριέχουν όλους τους πίνακες που αναφέρθηκαν ανωτέρω και στο σώμα της παρούσας απόφασης. Οι αποδέκτες του μηνύματος αυτού είναι τα ΔΣ των ανωνύμων εταιρειών "Φ. ΑΕ", "Η. ΑΕ", "Ρ. Χ. ΑΕ", "Η. ΑΕ", "Φ. ΑΕ", οι οποίες ανώνυμες εταιρείες ασκούσαν εκείνη την περίοδο την διαχείριση των πέντε εναγομένων. Μάλιστα, το μήνυμα αυτό απευθύνονταν σε αυτούς για την εκκαθάριση και αποπληρωμή των δικηγορικών τους υπηρεσιών στις πέντε διαχειριζόμενες από αυτούς εναγόμενες εταιρείες και όχι για άλλα τυχόν ζητήματα των ανωνύμων εταιρειών. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν απεστάλησαν οι ανωτέρω πέντε πίνακες, αλλά ένα άλλο έγγραφο σε μορφή excel, το οποίο και προσκομίζουν. Το ανυπόγραφο αυτό έντυπο σαφώς και δεν σχετίζεται με τους πέντε πίνακες που απεστάλησαν. Από το από .... 2014 και ώρα 8:32 μ.μ. μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο προσκομίζεται σε εκτύπωση σαφέστατα συνάγεται ότι αυτό συνοδεύονταν από πέντε αρχεία, και όχι ένα. Επίσης, από τη εκτύπωση των αρχείων αποδεικνύεται και η προφανής διαφορά περιεχομένου. Ακολούθως, οι διαχειρίστριες των εναγομένων, μνημονευθείσες ανωτέρω ανώνυμες εταιρείες ενεργούσες δια του νομίμου ΔΣ τους, αποδέχθηκαν σιωπηρά τις αξιώσεις των εναγουσών, αδιαφόρησαν για το ζήτημα της αποπληρωμής τους, αλλά εντούτοις, πρότειναν τη συνέχιση της συνεργασίας τους. Ειδικότερα, από τα πέντε προσκομιζόμενα με επίκληση από ...2014 πρακτικά της Έκτακτης Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου των πέντε ανωνύμων εταιρειών ενεργώντας ως διαχειριστές των εναγομένων προκύπτει η συνέχιση της συνεργασίας των εναγουσών. Πιο συγκεκριμένα, από τα πρακτικά αυτά συνάγεται ότι οι εναγόμενες, δια των διαχειριστριών τους ανωνύμων εταιρειών, αποφάσισαν την συνέχιση της συνεργασίας τους με τις ενάγουσες, αντί μηνιαίας αμοιβής εξ ευρώ 400 πλέον ΦΠΑ για καθ' έκαστη. ............ Ότι και από το με χρονολογία 7 Μαρτίου 2014 και ώρα 5:45 μ.μ. απαντητικό στο ως άνω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Γ. Τ. προς τις ενάγουσες, κοινοποιούμενου προς τον H. D., την A. U., τον Λ. Χ., όπου εκφράζεται η ευαρέσκεια του αποστολέως για τη συνέχιση της συνεργασίας. Ομοίως, στο με χρονολογία 7 Μαρτίου 2014 και ώρα 8:54 μ.μ. μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της A. U. προς τον Γ. Τ., κοινοποιούμενου προς τις ενάγουσες, τον H. D., τον Λ. Χ. περί ευαρέσκειας για την συνέχιση της συνεργασίας. Με βάση τη συμφωνία αυτή οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες παρείχαν υπηρεσίες το Φεβρουάριο καθώς και τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2014 πλην όμως εξακολουθούν να οφείλονται: η μηνιαία αμοιβή για τους μήνες Μάρτιο 2014 εξ ευρώ 492 για κάθε μία εκ των εναγομένων (400 ευρώ + 92 ευρώ ΦΠΑ) και Απρίλιο 2014 εξ ευρώ 492 για κάθε μία εκ των εναγομένων (400 ευρώ + 92 ευρώ ΦΠΑ) για καθ' έκαστη ενάγουσα, καθώς και ευρώ 92 για καθ' έκαστη ενάγουσα από κάθε εναγόμενη για το ΦΠΑ του μηνός Φεβρουαρίου 2014, ήτοι συνολικά ευρώ χίλια εβδομήντα έξι ευρώ (1.076 ευρώ = 492 + 492 + 92) για καθ' έκαστη των εναγομένων και για καθ' έκαστη ενάγουσα. Από τα ίδια έγγραφα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκύπτει και η σύναψη με τις πέντε εκκαλούσες, νομίμως εκπροσωπούμενες από τους διαχειριστές τους, χωριστής συμφωνίας για την σύνταξη σχεδίου μισθωτηρίου συμβολαίου μεταξύ των εναγομένων και απάντων των ιδιοκτητών των αγροτεμαχίων εφ' ων εδράζονταν οι ήδη κατασκευασμένοι 50 φωτοβολταϊκοί σταθμοί με στόχο την εξασφάλιση των δικαιωμάτων γης για χρόνο μακρύτερο της εικοσαετίας, την δυνατότητα μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης σε περίπτωση πώλησης μεμονωμένων φωτοβολταϊκών σταθμών αλλά και την συμβατική παραίτηση των εκμισθωτών από τα δικαιώματα ιδιόχρησης, ανοικοδόμησης, αντί συμφωνημένης αμοιβής 5.300 ευρώ πλέον ΦΠΑ για το σχέδιο του μισθωτηρίου και για συνολικά τριάντα εννέα φωτοβολταϊκούς σταθμούς των εκκαλουσών εταιρειών, και κατά συνέπεια συμφωνηθείσα αμοιβή ευρώ χίλια εξήντα (1060 €) πλέον ΦΠΑ για κάθε εναγόμενη εταιρεία και δι' αμφότερες τις ενάγουσες, ήτοι ευρώ πεντακόσια τριάντα (530 €) πλέον ΦΠΑ για κάθε εναγόμενη εταιρεία και για καθ εκάστη των εναγόντων. Προκύπτει δε, από τα έγγραφα αυτά ότι η πρόταση και η οικονομική προσφορά έγινε αποδεκτή από τα ΔΣ, ως διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων των εκκαλουσών. ....... Ότι ακολούθως, κατόπιν ΓΣ των μετόχων των ανωνύμων εταιριών που έλαβε χώρα στις 9.5.2014 εκλέχθηκαν νέα Διοικητικά Συμβούλια, στα οποία συμμετείχαν τρεις εκπρόσωποι του I. O. και τρεις εκπρόσωποι της προμηθεύτριας - κατασκευάστριας των φωτοβολταϊκών εταιρείας "S. C. Μ.". Τα νέα Διοικητικά Συμβούλια, ενεργώντας ως διαχειριστές των εναγομένων εταιρειών, απέστειλαν στις ενάγουσες το από ...2014 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το προαναφερόμενο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υπογραφόταν από το νέο Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. Λ. Χ. (εκπρόσωπο της S. C. Μ.) και κοινοποιημένο στα λοιπά μέλη του ΔΣ, με το οποίο ενημέρωναν τις εναγόμενες ότι λόγω οικονομικής στενότητας και με σκοπό την μείωση των εξόδων των εναγομένων αποφάσισαν να συνεχίσουν την συνεργασία τους με την δεύτερη ενάγουσα. Μάλιστα, ο εν λόγω Λ. Χ., εκπροσωπών διαχρονικά τα συμφέροντα του I. O., υπήρξε κατά το παρελθόν αποδέκτης του από .... 2014 και ώρα 10:58 π.μ. μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο οι ενάγουσες ενημέρωναν τις εναγόμενες για τις εργασίες τους και τις οφειλόμενες αμοιβές τους, χωρίς να αποδεικνύεται ότι αντέδρασε εκθέτοντας ότι δεν αναγνωρίζει τις προς τις εναγόμενες απαιτήσεις των εναγόντων, και χωρίς να αποδεικνύεται έστω ότι αναζήτησε την γνώμη του I. O. για όλα αυτά. Κρίνεται δε, ότι αυτό ουδόλως έλαβε χώρα εκείνη την χρονική στιγμή (ήτοι τη .... 2014), διότι ήταν προφανές ότι ουδέποτε έως τότε τέθηκε ζήτημα για τις εργασίες που είχαν διεκπεραιώσει οι ενάγουσες και για τις οφειλόμενες αμοιβές τους. ....... Ότι πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριζομένης της υποχρέωσης των εναγομένων να καταβάλουν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα στην αγωγή τους (κατόπιν των γενομένων παραιτήσεων από κονδύλια) ποσά, ήτοι η πρώτη εναγόμενη το ποσό των 28.668,47 € πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών, νομιμοτόκως το ποσό της αμοιβής από την επίδοση της αγωγής και του αναλογούντος ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού και μέχρι εξοφλήσεως, η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 26.959.45 € πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών νομιμοτόκως το ποσό της αμοιβής από την επίδοση της αγωγής και του αναλογούντος ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού και μέχρι εξοφλήσεως, η τρίτη εναγόμενη το ποσό των 46.230,75 € πλέον Φ.Π.Α σε εκάστη των εναγουσών νομιμοτόκως το ποσό της αμοιβής από την επίδοση της αγωγής και του αναλογούντος ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού και μέχρι εξοφλήσεως, η τετάρτη εναγόμενη το ποσό των 40.055,93 € πλέον ΦΠΑ σε εκάστη των εναγουσών νομιμοτόκως το ποσό της αμοιβής από την επίδοση της αγωγής και του αναλογούντος ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού και μέχρι εξοφλήσεως, η πέμπτη εναγόμενη το ποσό των 26.175,59 € πλέον ΦΠΑ σε εκάστη των εναγουσών νομιμοτόκως το ποσό της αμοιβής από την επίδοση της αγωγής και του αναλογούντος ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού και μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης, επιπλέον κάθε μια των εναγομένων: για το Μάρτιο 2014, 492 ευρώ νομιμοτόκως τα 400 ευρώ από 1.4.2014 και τα 92 από την έκδοση του σχετικού παραστατικού, σε εκάστη ενάγουσα, για τον Απρίλιο 2014, 492 ευρώ νομιμοτόκως τα 400 ευρώ από 1.5.2014 και τα 92 από την έκδοση του σχετικού παραστατικού, σε εκάστη ενάγουσα, για το ΦΠΑ του μηνός Φεβρουαρίου 2014, 92 ευρώ νομιμοτόκως από την έκδοση του σχετικού παραστατικού, σε εκάστη ενάγουσα, και, τέλος, κάθε μία των εναγομένων το ποσό των 530 ευρώ πλέον ΦΠΑ σε έκαστη ενάγουσα, νομιμοτόκως το ποσό της αμοιβή από την 17.6.2014 και το ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού." Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 27.2.2020 έφεση των αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 810/2019 απόφασή του δέχθηκε την από 27.12.2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91, 92, 94 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), καθώς και στις προαναφερθείσες διατάξεις περί προσωπικών εταιρειών, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενώ εξ άλλου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, της διαχείρισης των αναιρεσειουσών προσωπικών εταιρειών έως την 13.5.2013 από τον Χ. Ρ. και στη συνέχεια από τον I. O., ως de facto διαχειριστή, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καταφάσκουν την υποχρέωση των αναιρεσειουσών προς καταβολή της συμφωνηθείσας με την εργολαβία δίκης αμοιβής προς τις αναιρεσίβλητες δικηγόρους, κατόπιν εντολής προς αυτές, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση εξής παραδοχές, ήτοι: α) ότι η πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσείουσα με το διακριτικό τίτλο "Η. Ε..Ε.." ιδρύθηκε από την Μ. Κ. και τον Β. Α., μετά από τροποποίηση του καταστατικού αυτής, από τον Μάρτιο του 2011, κατέστησαν εταίροι αυτής οι: Μ. Κ. (1%), Χ. Ρ. (2%) και η εταιρεία "Η. ΑΕ" (97%),β) ότι η δεύτερη εναγομένη - δεύτερη αναιρεσείουσα με το διακριτικό τίτλο "Φ. Ο..Ε..", ιδρύθηκε από τη Μ. Κ. και τον Χ. Ρ., μετά από τροποποίηση του καταστατικού αυτής στις 17.2.2011, κατέστησαν εταίροι αυτής οι: Κ. (1%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Φ. ΑΕ" (98%), γ) ότι η τρίτη εναγομένη - τρίτη αναιρεσείουσα με το διακριτικό τίτλο "Φ. Ο..Ε.." μετά από τροποποίηση του καταστατικού αυτής, από τον Φεβρουάριο του 2011, κατέστησαν εταίροι αυτής οι: Β. Ρ. (1%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Φ. ΑΕ" (98%), δ) ότι η τέταρτη εναγομένη - τέταρτη αναιρεσείουσα με το διακριτικό τίτλο "Η. Ε..Ε..", μετά από τροποποίηση του καταστατικού αυτής, από τον Φεβρουάριο του 2011, κατέστησαν εταίροι αυτής οι: Β. Α. (2%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Η. ΑΕ" (97%), ε) ότι η πέμπτη εναγομένη - πέμπτη αναιρεσείουσα και το διακριτικό τίτλο "Ρ. Χ. Ε. Ο..Ε.." μετά από τροποποίηση του καταστατικού αυτής, από τον Μάρτιο του 2011, κατέστησαν εταίροι αυτής οι: Δ. Κ. (1%), Χ. Ρ. (1%) και η εταιρεία "Ρ. Χ. Α.Ε." (98%). Επίσης: Α) Ότι σύμφωνα με τα καταστατικά των εναγομένων - αναιρεσειουσών εταιρειών, α) διαχειρίστρια της πρώτης αναιρεσείουσας ήταν αρχικά η ομόρρυθμη εταίρος Μ. Κ. και στη συνέχεια δυνάμει του από 13.5.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης η ΑΕ "Η. ΑΕ", η δε αρχική διαχειρίστρια δυνάμει ειδικής πληρεξουσιότητας σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Κομοτηνής Αικατερίνης Ευφραιμίδου παρέσχε στον Χ. Ρ. ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί κάθε υπόθεση της 1ης αναιρεσείουσας σε σχέση με την ιδιότητά της ως ομορρύθμου εταίρου και να την υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, β) διαχειριστής της δεύτερης αναιρεσείουσας έως την 13.5.2013 ήταν ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. και στη συνέχεια ήταν η πλειοψηφούσα εταίρος "Φ. ΑΕ", γ) διαχειριστής της τρίτης αναιρεσείουσας έως την 13.5.2013 ήταν ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. και στη συνέχεια ήταν η πλειοψηφούσα εταίρος "Φ. ΑΕ", δ) διαχειριστής της τέταρτης αναιρεσείουσας έως την 13.5.2013 ήταν ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. και στη συνέχεια ήταν η πλειοψηφούσα εταίρος "Η. ΑΕ" και ε) διαχειριστής της πέμπτης αναιρεσείουσας έως την 13.5.2013 ήταν ο ομόρρυθμος εταίρος Χ. Ρ. και στη συνέχεια ήταν η πλειοψηφούσα εταίρος "Ρ. Χ. ΑΕ". Β) Ότι έως τη στιγμή της ανακλήσεως της διαχείρισης στις 13.5.2013 καθήκοντα καταστατικού ή εντολοδόχου διαχειριστή ασκούσε ο Χ. Ρ., πλην όμως ο I. O. ήταν εκείνος που μεθόδευε τη νομική και οικονομική διασφάλιση, ο οποίος λειτουργούσε ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής και σύμφωνα με καταστατική ρήτρα η πρόσληψη δικηγόρου ήταν μόνο με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των ΑΕ, ήτοι με συμφωνία των ανωνύμων εταιρειών που ασκούσαν έλεγχο σε αυτές σε ποσοστό 97% - 98%. Γ) Ότι οι εναγόμενες ανέθεσαν τον Οκτώβριο του έτους 2010 στις ενάγουσες - αναιρεσίβλητες την εντολή να μεριμνήσουν για όλες τις μνημονευθείσες στην ένδικη αγωγή εργασίες αντί του νομίμου αντιτίμου και μάλιστα με χρονοχρέωση, για τις εκτός δικαστηρίων εργασίες τους αλλά και με πίστωση, Δ) Ότι ανατέθηκε στις αναιρεσίβλητες με σταδιακές εντολές η μέριμνα για τη διαδικασία αδειοδοτήσεως των αναιρεσειουσών εταιρειών σχετικά με το νομικό και συναφές για αυτές έργο, συνιστάμενο: στη σύνταξη τριών εργολαβικών συμφωνιών, ετοιμασία "φακέλων ετοιμότητας", συναλλαγή με δημόσιες υπηρεσίες, διαπραγματεύσεις με ιδιοκτήτες αγροτεμαχίων και με δικηγόρους αυτών καθώς και με πιστωτές τους, Ε) Ότι οι εργασίες αυτές των αναιρεσιβλήτων συναρτώνται με το δικηγορικό λειτούργημα των αναιρεσιβλήτων και επιπλέον συμφωνήθηκε ότι θα ελάμβαναν την οφειλόμενη νόμιμη αμοιβή τους με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης, η οποία πραγματοποιήθηκε την 23.8.2013, ΣΤ) Ότι η ανάθεση της εντολής προς τις αναιρεσίβλητες έγινε από τον Χ. Ρ. και τον I. O. μετά από συμφωνία όλων των μελών των αναιρεσειουσών και οι αναιρεσίβλητες ενήργησαν ως εντολοδόχοι αυτών, Ζ) Ότι επιπλέον οι αναιρεσίβλητες κατόπιν συμφωνίας παρείχαν υπηρεσίες το Φεβρουάριο καθώς και το Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2014 και οφείλονται σε κάθε μία από αυτές η μηνιαία αμοιβή για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2014 ποσού 492 ευρώ το μήνα πλέον 92 ευρώ για ΦΠΑ καθώς και το ΦΠΑ του μηνός Φεβρουαρίου. Περαιτέρω το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εντολής που έλαβαν οι αναιρεσίβλητες για τη διενέργεια των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών προς ολοκλήρωση του έργου δημιουργίας και διασύνδεσης φωτοβολταϊκών σταθμών με το δίκτυο της ..., για λογαριασμό εκάστης αναιρεσείουσας τόσο από τον καταστατικό τους όσο και από τον εν τοις πράγμασι διαχειριστή ήτοι από τον I. O. ως de facto διαχειριστή αυτών, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί τρίτος, τέταρτος (ως εκτιμάται) και δέκατος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Με τον έβδομο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και χωρίς νόμιμη βάση έκρινε ότι η αξίωση των εναγουσών για το έτος 2011 δεν έχει παραγραφεί ενώ θα έπρεπε να κάνει δεκτό το λόγο έφεσης τους και την επικουρική ένσταση παραγραφής που είχαν προβάλλει. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά τις αναιρεσείουσες υπάρχουσες αναιρετικές πλημμέλειες και οι ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η ένδικη αξίωση εκάστης αναιρεσίβλητης δικηγόρου του έτους 2011 δεν έχει παραγραφεί. Ακολούθως με τον όγδοο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη της τον ισχυρισμό τους ότι οι αναιρεσίβλητες α) είχαν λάβει από τον επενδυτή I. O. υπέρογκες αμοιβές γεγονός που είχε αποδειχθεί στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των εναγουσών και του ως άνω επενδυτή, β) ελάμβαναν μηνιαίως αμοιβές για τη συμμετοχή τους στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών από τη σύστασή τους μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2014 και γ) για όσες μεμονωμένες ενέργειες έλαβαν εντολή να διενεργήσουν, εξοφλήθηκαν πλήρως κατόπιν συμφωνίας από τα διοικητικά συμβούλια των ανωνύμων εταιρειών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί οι ως άνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε , αλλά αρνητικοί ισχυρισμοί ότι οι αναιρεσίβλητες δεν δικαιούνται αμοιβή από αυτές, εφ' όσον ελάμβαναν αμοιβές για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους από τα αναγραφόμενα στο λόγο αυτό τρίτα πρόσωπα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ104/2014). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 31/2019, 1241/2019, 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 625/2018, 45/2014, 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον ένατο λόγο, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενες ότι, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο από τις αναιρεσίβλητες, το Εφετείο δέχθηκε τη βασιμότητα της αγωγής και συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσίβλητες ενήργησαν κατόπιν εντολής των νομίμων εκπροσώπων αυτών και ειδικότερα από τον " de facto διαχειριστή". Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον το Εφετείο, μετά από εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενες ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τροποποιήσεων των καταστατικών των αναιρεσειουσών εταιρειών και συγκεκριμένα α) της από ... τροποποίησης ως προς την πρώτη, β) της από ... τροποποίησης ως προς τη δεύτερη, γ) της από ...., ως προς την τρίτη, δ) της από ... ως προς την τέταρτη και της από .... ως προς την πέμπτη, από το περιεχόμενο των οποίων σχετικά με την εξουσία του διαχειριστή δεν προκύπτει ότι καταστατικός διαχειριστής ήταν ο I. O.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών (καταστατικών) αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, αφού δέχθηκε ότι καθήκοντα καταστατικού διαχειριστή των εναγομένων ασκούσε ο Χ. Ρ. πλην της πρώτης εναγομένης στην οποία ασκούσε καθήκοντα εντολοδόχου διαχειριστή, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ότι ο I. O. λειτουργούσε ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής των εναγομένων που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. ... Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον δέκατο τρίτο λόγο της αιτήσεως μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα γιατί το Εφετείο, με το να εξετάσει και να απορρίψει την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' ότι το Εφετείο εξετάζοντας λόγο έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών. με τον οποίο προσέβαλαν την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή ως προς τη βάση της αυτή έπρεπε να απορριφθεί καθότι στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιωνόταν η κύρια από τις συμβάσεις εντολής βάση της αγωγής, απέρριψε το λόγο αυτό κρίνοντας ότι εφ' όσον οι ενάγουσες επικαλούνταν ως προς την επικουρική βάση της αγωγής ακυρότητα της συμβατικής σχέσης που τις συνέδεε με τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, ορθά κατά δικονομική επικουρικότητα σώρευσαν την ως άνω επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση και συνεπώς το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ούτε επιδίκασε κάτι πλέον του αιτηθέντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες με τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις από κοινού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτές, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αριθμ. ... παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στις αναιρεσείουσες. Απορρίπτει την από 12.1.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 193/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ