Γ.Β Αριθμός 302/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) Χ. Α. του Α., κατοίκου ... 3) Μ. Γ. του Ε., συζύγου Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κοσμά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1765/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 866/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2021 αίτησή τους και τους από 12/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση η από 10-9-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 866/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς ΕφετείουΘεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 15-6-2020 έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 1765/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσ/κης, η οποία είχε δεχθεί την από 29-1-2018 αγωγή της ενάγουσας, νυν αναιρεσίβλητης για τη διάρρηξη των εκεί αναφερόμενων δικαιοπραξιών λόγω καταδολίευσης δανειστών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως παραδεκτό είναι και το από 12-12-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α' και 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη δυνάμει νόμου αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος του διαδίκου, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο. Ανεξάρτητα απ' αυτό, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς συνηγορεί και το ότι ο καταστάς αποκλειστικώς μη δικαιούχος διάδικος με διάταξη νόμου, που δικαιολογεί και το έννομο συμφέρον εκ του νόμου για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, δεν μπορεί να εξαρτά τη δικονομική του θέση από την δικονομική θέση του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη και πρέπει να του αναγνωριστούν εξουσίες κύριου διαδίκου πλασματικώς αναγκαίου ομοδίκου, κάτι που δεν ισχύει εάν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως απλή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως "ιδιωτική τοποθέτηση" θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. "Μεταβιβάζων", κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και "αποκτών" νομικό μόνο πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και "τιτλοποιεί" τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα "ομολογίες" ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000€ η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§ 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (§ 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (§ 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 - ΦΕΚ Β' 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 - ΦΕΚ Β' 4944/09-11-2020 - απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυση τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μία τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (§ 16), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχείρισης, η παράγραφος 14 του ως άνω άρθρου 10, ορίζει τα ακόλουθα: "Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένο με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή". Εξ άλλου, με τον ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι "εταιρείες απόκτησης" (ΕΑΑΔΠ) και οι "εταιρείες διαχείρισης" απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 § 1 στ. α7, β', 1 § 1 στ. γ', 2 § 1 Ν. 4354/2015 κ.α.). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 στ. β' ν. 4354/2015 συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον ΕΑΑΔΠ ως αγοραστές. Αντίστοιχα στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Ειδικότερα, οι ΕΔΑΔΠ είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ (παρ. Ια). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. Ια), οι οποίες μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Το άρθρο 2 §§ 1 - 3 ν. 4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (2 § 1 Ν. 4354/2015 και 2 § 5 στ. δ' Ν. 4261/2014 σε συνδυασμό). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της. Αφενός εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ, ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (1 § 1 στ. α' Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις που ρυθμίζεται στο άρθρο 3 Ν.4354/2015, μπορεί να γίνεται μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (ή αλλοδαπή ανάλογη εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 § 1 β στ' ββ και γγ' Ν.4354/2015). Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (2 § 2 εδ. α' Ν.4354/2015) και περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 - 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013- (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Με βάση τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 προκύπτει ότι ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του, δεν φαίνεται να απονέμει στην εταιρεία διαχείρισης (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία απόκτησης) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτέλεσης εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Με βάση όμως την αντικειμενική θεωρία του κανόνος δικαίου με την οποίαν αναζητείται η ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική και κατά την τελολογική ερμηνεία σύμφωνα με την οποίαν αναζητείται μεταξύ των περισσότερων δυνατών νοημάτων που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του δηλ. την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, στο περιεχόμενο της έννοιας της διαχείρισης ή είσπραξης των απαιτήσεων εντάσσεται αναμφίβολα και η δικαστική επιδίωξη αυτής με την άσκηση των πρόσφορων ενδίκων βοηθημάτων από πλευράς της εταιρείας διαχείρισης. Τούτο επιρρωνύεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, οι οποίες παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, έτσι ώστε ο κανόνας δικαίου που χρήζει ερμηνείας να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο που να βρίσκεται σε αρμονία με τους λοιπούς κανόνες του συστήματος και με το τελευταίο ως σύνολο, εν όψει του ότι και οι δύο ως άνω νόμοι ορίζουν την διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων ως βασικό τους αντικείμενο, με περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τις δικονομικά δικαιώματα που μπορούν να ασκήσουν οι εταιρείες διαχείρισης στην μία ή στην άλλη περίπτωση. Δηλ οι ως άνω διατάξεις που ισχύουν παράλληλα, αφού με το ν. 4904/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα απόκτησης και διαχείρισης επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. με τιτλοποίηση, δεν αλληλοσυγκρούονται ή δεν αλληλοαναιρούνται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και αποδείχνουν την αληθινή βούληση του νομοθέτη για την επέκταση της διαχείρισης μιας απαίτησης και στο πεδίο της δικαστικής τους επιδίωξης, εν όψει και του ότι οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 ν. 4354/2015 μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο τιτλοποίησης και κατά το ν. 3156/2003, ο οποίος εφαρμόστηκε αποκλειστικά για απαιτήσεις τραπεζικών ιδρυμάτων, και οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρόσωπο του αγοραστή στα άρθρα 1 παρ. 1 ν. 4354/2015 και 10 παρ. 2 ν. 3156/2003 είναι ίδιες. Η μη αναφορά το ν. 3156/2003 του περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 4354/2015 δεν σημαίνει ότι δεν θα ίσχυαν τα οριζόμενα στο περιεχόμενό της περί χαρακτηρισμού της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου ή υπόχρεου διαδίκου, αν δεν οριζόταν κάτι σχετικό στο ν. 4354/2015, εν όψει του ότι η ως άνω έννοια είναι γνωστή στη θεωρία και νομολογία. Με άλλα λόγια η πηγή της νομιμοποίησης της ΕΔΑΠΔ δεν είναι μόνον η προαναφερόμενη συγκεκριμένη, ειδική, νομοθετική ρύθμιση, η οποία "απονέμει" στις εν λόγω εταιρίες την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου με πανηγυρική διατύπωση. Η διαφορετική εκδοχή κείται έξω του σκοπού του νομοθετικών διατάξεων του ν. 3156/2003 με βάση τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία του κανόνος δικαίου, κατά τα προαναφερθέντα. Ο νομοθέτης με το ν. 4354/2015 στην ουσία εξειδικεύει τις δικονομικές εξουσίες του διαχειριστή της απαίτησης ως μη δικαιούχου διαδίκου με βάση τη θεώρηση ότι αυτός είναι πλέον εκείνος που μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης με τα παρεχόμενα ένδικα βοηθήματα, με τις απ' εδώ απορρέουσες συνέπειες ως προς την επέκταση του δεδικασμένου της απόφασης ρυθμίζοντας μόνον την υπόθεση της δέσμευσης του δικαιούχου διαδίκου από το δεδικασμένο της απόφασης που εκδίδεται σε δίκη με τον δικαιούχο διάδικο (Ολ ΑΠ 1/2023, ΑΠ 1871/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25-11-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ύστερα από διαταχθείσα σύντμηση της 60νθήμερης προθεσμίας σε σαράντα ημέρες (άρθρο 150 ΚΠολΔ), στους αναιρεσείοντες και στην αναιρεσίβλητο (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. 4705Ζ, 4711Ζ4704Ζ/6-12-2022 και 9853Ζ/8-12-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Εφετείο Θες/κης και Αθηνών Π. Θ. και Π. Ρ. αντίστοιχα), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας. Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις ομολογιακού δανείου με εκδότρια την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 17-12-2021 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ..., έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 4-2-2002 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειριστή απαιτήσεων και της εκ του νόμου αποκλειστικής νομιμοποίησής του για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ) (πρβλ. ΑΠ 467/2021). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων : α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ συνιστά και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας από τον οφειλέτη σε τρίτο δανειστή του, ο οποίος τελεί σε γνώση ότι ο οφειλέτης χορηγεί σε αυτόν το δικαίωμα τούτο προς βλάβη των άλλων δανειστών του, διότι με αυτή ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση εκ του νόμου κανόνας περί της σειράς κατατάξεως των δανειστών. Τέτοια δε εμπράγματη ασφάλεια, που παρέχει στο δανειστή δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης από την αξία του πράγματος, αποτελεί και η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1274 ΑΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 56§1 ΕισΝΚΠολΔ, προσημείωση υποθήκης, αφού η τελευταία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1277 εδαφ. β ΑΚ, όταν η απαίτηση επιδικαστεί τελεσίδικα, τρέπεται σε υποθήκη, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης (ΟλΑΠ 15/2012). Τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος ((Α.Π. 1800/2008, Α.Π.1112/2004). Στην περίπτωση αυτή ναι μεν καθεμία από τις περισσότερες υποθήκες ή προσημειώσεις είναι κατ' αρχήν ανεξάρτητη από τις λοιπές, πλην όμως όλες τις συνδέει το γεγονός, ότι ασφαλίζουν την ίδια απαίτηση. Έτσι, η ολική εξόφληση της ασφαλισμένης με αυτές απαίτησης επιφέρει αναγκαίως την απόσβεση όλων των υποθηκών και των προσημειώσεων, αποτέλεσμα το οποίο δεν επέρχεται, όταν γίνει, μερική μόνον εξόφληση. Η πρόθεση βλάβης εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 Α.Κ. (ΑΠ 1902/2013). Έτσι, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (Ολ. ΑΠ 12/2012, ΑΠ 1116/2018, 1902/2013), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (Ολ. ΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 278/2011). Πρέπει δε η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, η οποία αποτελεί ένα από τα στοιχεία της βάσεως της περί διάρρηξης αγωγής, να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή. Από αυτά έπεται, ότι στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται αφ' ενός μεν το ποσόν της απαίτησης του δανειστού, αφ' ετέρου δε η αξία του απαλλοτριωθέντος στοιχείου κατά τον χρόνο της άσκησής της (Α.Π. 1800/2008, Α.Π.1112/2004). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει, ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014). Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 1116/2018, 708/2017). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ' ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων (συνθηκών και περιστάσεων) και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ολ. ΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1246/2008). Έτσι, όμως, η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως ανύπαρκτου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα αρνείται το δικαίωμα της αντιδίκου της, η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται (απλά ή αιτιολογημένα) να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 894/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : " Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη "... ΑΕ", από κοινού με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", τυγχάνει δικαιούχος και νόμιμη κομίστρια δύο πολλαπλών τίτλων κοινού ομολογιακού δανείου κατ' άρθρο 6 του Ν. 3156/2003, συνολικού ποσού 20.000.000 ευρώ, έκδοσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε ". Ο πρώτος από τους τίτλους αυτούς, όπως αντικαταστάθηκε, δυνάμει των κάτωθι αναφερομένων πρόσθετων πράξεων, φέρει αριθμό 1, εκδόθηκε την 27.10.2011 και ενσωματώνει 10.000.000 ανώνυμες ομολογίες, ονομαστικής αξίας ενός (1,00) ευρώ εκάστη, με αύξοντες αριθμούς από 1 έως 10.000.000, ενώ ο δεύτερος, όπως αντικαταστάθηκε, δυνάμει των κάτωθι αναφερομένων πρόσθετων πράξεων, φέρει αριθμό 2, εκδόθηκε την 27.10.2011 και ενσωματώνει 10.000.000 ανώνυμες ομολογίες, επίσης ονομαστικής αξίας ενός (1,00) ευρώ εκάστη, με αύξοντες αριθμούς 10.000.001 έως 20.000.000. Η έκδοση του ως άνω δανείου αποφασίσθηκε με την από 1.7.2021 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της παραπάνω εκδότριας ανωνύμου εταιρείας, σε συνδυασμό με την από 18.7.2021 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, σκοπός του δε ήταν η αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων μεσοπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων, κατά την ημέρα έκδοσης των ομολογιών, οφειλών της εκδότριας προς τις δύο ομολογιούχες Τράπεζες, ήτοι προς την ... και την ... Τράπεζα. Σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων, καταρτίστηκε την 09.08.2011 η υπ' αρ. ... "Σύμβαση - πρόγραμμα έκδοσης κοινού ενυπόθηκου ομολογιακού δανείου μέχρι ποσού ευρώ 20.000.000 ευρώ μετά συμβάσεων κάλυψης, πρωτογενούς διαθέσεώς του, ορισμού πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων" μεταξύ αφενός μεν της ενάγουσας και της ... Τράπεζας, αφετέρου δε της προμνησθείσας ανώνυμης εταιρείας ως εκδότριας και του πρώτου και δευτέρου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, του Ε. Α. και του Κ. Α. ως εγγυητών, στην οποία παρατίθενται με λεπτομέρεια κι όλοι οι όροι του δανείου. Το δάνειο καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από την ενάγουσα και την ... Τράπεζα, οι οποίες κατέβαλαν στην εκδότρια εταιρεία το συνολικό ποσό των 20.000.000 ευρώ κατά ποσοστό 50% έκαστη και παρέλαβαν από αυτήν τους προμνησθέντες πολλαπλούς τίτλους ομολογιών, καθιστάμενες τοιουτοτρόπως ομολογιούχες δανείστριες και νόμιμες κομίστριες των ομολογιών αυτών και συνακόλουθα δικαιούχες και φορείς όλων των αξιώσεων και απαιτήσεων, που απορρέουν από το εν λόγω ομολογιακό δάνειο. Με την ίδια ως άνω σύμβαση ανατέθηκε στην ενάγουσα η διαχείριση του δανείου και ορίστηκε αυτή ως εκπρόσωπος των ομολογιούχων, ενώ η αποπληρωμή του συνολικού κεφαλαίου των ομολογιών του δανείου συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί σταδιακά εντός χρονικού διαστήματος επτά (7) ετών και ειδικότερα σε 10 εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας 30 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης των ομολογιών και της τελευταίας, 84 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης των ομολογιών, με δυνατότητα ωστόσο παράτασης της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης, το ποσό της οποίας συμφωνήθηκε σε 750.000 ευρώ, για άλλα τρία (3) έτη. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιοσδήποτε οφειλής (κεφαλαίου και τόκων) προς τους ομολογιούχους, τότε με τον υπ' αριθμ. 16 όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η εκδότρια εταιρία θα καθίσταται αυτοδίκαια και χωρίς όχληση, με μόνη την πάροδο της ημέρας κατά την οποία ήταν πληρωτέο το σχετικό ποσό, υπερήμερη και θα βαρύνεται από την πρώτη μέρα καθυστέρησης με τόκους, που θα λογίζονται ανά εξάμηνο και θα υπολογίζονται με το επιτόκιο υπερημερίας, ήτοι το Τελικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά δύο και μισή (2,5) εκατοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με την Π.Δ.Τ.Ε. 2393/96 και θα επέρχεται ανατοκισμός των τόκων αυτών ανά εξάμηνο. Στην περίπτωση αυτή οι Ομολογιούχοι, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 31 όρο της σύμβασης, θα είχαν το δικαίωμα να κηρύξουν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το δάνειο, επί του οποίου θα λογίζεται πλέον τόκος υπερημερίας ανά εξάμηνο και ανατοκισμός τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο και προβαίνοντας σε καταγγελία της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στους όρους 30-33 αυτής υπό τον τίτλο "Εταιρικά γεγονότα-καταγγελία", να επιδιώξουν την εξόφληση και του υπολοίπου κεφαλαίου, μαζί με τους αναλογούντες τόκους καθυστέρησης,μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Μάλιστα στην τρίτη παράγραφο του υπ' αριθμ. 35 όρου (35) συμφωνήθηκε ρητά ότι σε περίπτωση καταγγελίας οι ομολογίες, που δεν έχουν ακόμη εξοφληθεί, καθίστανται ληξιπρόθεσμες και αμέσως απαιτητές μαζί με τους δεδουλευμένους μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας τόκους και με το επιτόκιο υπερημερίας. Στην ως άνω σύμβαση, όπως ήδη αναφέρθηκε, συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, καθώς και οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, Ε. Α. και Κ. Α., άπαντες δε εγγυήθηκαν την εμπρόθεσμη, προσήκουσα και ολοσχερή εξόφληση των πάσης φύσεως απαιτήσεων της ε\/άγουσας κατά της εκδότριας εταιρείας, που απορρέουν ή θα απορρεύσουν από τις ένδικες ομολογίες, ακόμη και σε περίπτωση καταγγελίας του δανείου για οποιονδήποτε προβλεπόμενο στη σύμβαση λόγο, ενεχόμενοι εις ολόκληρον μ' αυτήν ως αυτοφειλέτες, ενώ παραιτήθηκαν και από το δικαίωμα της διζήσεως (όρος 74 της υπ' αρ. ... σύμβασης). Προς παρακολούθηση της ένδικης σύμβασης τηρήθηκαν τρεις (3) λογαριασμοί και ειδικότερα: I) ο υπ' αριθμ. ... ειδικός λογαριασμός, που αφορούσε όλους τους ομολογιούχους δανειστές, II) ο υπ' αριθμ. ... ειδικός λογαριασμός, που αφορούσε τη συμμετοχή της ενάγουσας και III) ο υπ' αρ.... ειδικός λογαριασμός, που αφορούσε τη συμμετοχή της "... ΒΑΝΚ". Εν συνεχεία, επειδή η εκδότρια ανώνυμη εταιρία αδυνατούσε να αποπληρώσει τις δόσεις κατά τις αρχικώς συμφωνηθείσες ημερομηνίες, υπογράφθηκαν μεταξύ των αυτών ως άνω συμβαλλομένων οι υπ' αρ. ... πρόσθετες πράξεις σύμβασης, με τις οποίες μετατέθηκε διαδοχικά η ημερομηνία λήξης και εξόφλησης των ομολογιών. Εντούτοις η ως άνω εκδότρια εταιρεία, παρά τη μετάθεση των ημερομηνιών αποπληρωμής των ομολογιών δια των προαναφερθέντων προσθέτων πράξεων, δεν κατέστη δυνατόν να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις, ειδικότερα δε έως την 27.04.2017 δεν είχε κατορθώσει να αποπληρώσει ούτε μία από τις ομολογίες που έως τότε είχαν λήξει, με αποτέλεσμα να οφείλει κατά την άνω ημερομηνία το ποσό των 8.750.000 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας ποσού 2.668.345,25 ευρώ. Ενόψει της ανωτέρω εξελίξεως, συγκλήθηκε η Συνέλευση των Ομολογιούχων δανειστριών και καταγγέλθηκε η σύμβαση, με αποτέλεσμα να καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και οι ομολογίες, οι οποίες δεν είχαν ακόμη λήξει, το δε συνολικό οφειλόμενο κατά την άνω ημερομηνία της καταγγελίας (22.06.2017) κεφάλαιο, μαζί με τους μέχρι τότε δεδουλευμένους τόκους και με το επιτόκιο υπερημερίας, ανήρχετο στο ποσό των 22.895.189,69 ευρώ και ανά εκάστη ομολογιούχο δανείστρια (... και ... Τράπεζα) στο ποσό των 11.827.257,30 ευρώ. Η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων, στις 23.06.2017 επέδωσε την ως άνω καταγγελία στην εκδότρια-πιστούχο εταιρεία και σε άπαντες τους εγγυητές, μεταξύ αυτών και στους δύο πρώτους εναγομένους, τους κάλεσε δε να προβούν άμεσα στην καταβολή του ποσού των 22.895.189,69 ευρώ, πλην όμως οι τελευταίοι σε ουδεμία καταβολή προέβησαν, γεγονός, που δεν αμφισβητείται άλλωστε από αυτούς. Μάλιστα, με την επίκληση της ως άνω απαίτησής της ύψους 11.827.257,30 ευρώ, η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 1175/29-1-2018 διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εκδότριας "... ΑΕ" και των τεσσάρων (4) εγγυητών, με την οποία αυτοί υποχρεώνονται να της καταβάλουν το ποσό των 6.000.000 ευρώ εις ολόκληρον ο καθένας, πλην όμως εκ των προσκομιζομένων εγγράφων δεν προκύπτει εάν κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ ή εάν αυτή έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αίτησης της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης εκκαλούσας, συζύγου του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου των εκκαλούντων, εκδόθηκε την 26.01.2017 η υπ' αρ. 43/26.01.2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, νομίμως καταχωρηθείσα στα βιβλία υποθηκών του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης την 30.01.2017 με αριθμό καταχώρισης ..., με την οποία διατάχθηκε, συναινούντος σχετικώς του πρώτου εναγομένου, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 800.000 ευρώ και συγκεκριμένα του ποσού των 50.000, 200.000 και 550.000 ευρώ αντιστοίχως επί των κάτωθι ακινήτων, που ανήκουν στη συγκυριότητα του πρώτου εναγομένου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ήτοι: Α) Επί ενός διαμερίσματος του δευτέρου (2ου) ύπερθεν του ισογείου ορόφου της επί της οδού ... της πόλεως της Θεσσαλονίκης οικοδομής, εμβαδού μικτού 85 τ.μ., με ποσοστό 3,50% εξ αδιαιρέτου επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής και με αριθμό ..., Β) Επί ενός διαμερίσματος του ογδόου (8ου) ορόφου (εν εσοχή ρετιρέ) της ιδίας ως άνω οικοδομής, εμβαδού καθαρών 190 τ.μ., με ποσοστό 8,50% εξ αδιαιρέτου επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής και με αριθμό ΚΑΕΚ ... και Γ) Επί ενός διαμερίσματος του έκτου (6ου) ύπερθεν του ισογείου κυρίου όροφου της επί της γωνίας των οδών ... της πόλεως της Θεσσαλονίκης οικοδομής, εμβαδού καθαρού 215,12 τ.μ. και μικτού 247,39 τ.μ., με ποσοστό 3,68% εξ αδιαιρέτου επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής και με αριθμό ΚΑΕΚ .... Η ως άνω προσημείωση, όπως προκύπτει από την προμνησθείσα απόφαση, εγγράφηκε προς εξασφάλιση απαίτησης της τρίτης εναγομένης κατά του πρώτου εναγομένου, απορρέουσας εκ του από 25.1.20017 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλής ύψους 730.000 ευρώ, προερχόμενης από παλαιότερη σύμβαση δανείου, το ποσό της οποίας ο πρώτος εναγόμενος φέρεται να υπόσχεται να αποπληρώσει εντός 5 ετών από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού σε δόσεις, εκ δε του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλής, που μετ' επικλήσεως οι εναγόμενοι- εκκαλούντες προσκομίζουν, προκύπτει ότι η εξόφληση του ποσού των 730.000 ευρώ συμφωνήθηκε να γίνει εκ μέρους του πρώτου εναγομένου σταδιακά σε πέντε (5) δόσεις πληρωτέων στις 31.12.2017 η πρώτη, 31.12.2018 η δεύτερη, 31.12.2019 η τρίτη, 31.12.2020 η τέταρτη και 31.12.2021 η πέμπτη. Η εμπορική αξία του 50% εξ αδιαιρέτου των παραπάνω τριών ακινήτων, επί των οποίων παρεσχέθη συναινετικώς η ως άνω εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση υποθήκης), τόσο κατά το χρόνο χορήγησής της (26.01.2017), όσο και κατά το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής (29-1-2018), που είναι κι ο κρίσιμος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, ανερχόταν στα ποσά των 45.441 ευρώ, 121.196,25 ευρώ και 367.166,25 ευρώ αντιστοίχως, που αντιστοιχούν στην αντικειμενική αξία του ως άνω ιδανικού μεριδίου των ακινήτων, γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε άλλωστε από τους εναγομένους με τις πρωτόδικες προτάσεις τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αίτησης της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης εκκαλούσας, μητρός του δευτέρου των εναγομένων και ήδη δευτέρου των εκκαλούντων, εκδόθηκε την 26-1-2017 η υπ' αριθμ. 42/26.01.2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, νομίμως καταχωρηθείσα στα βιβλία υποθηκών του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς την 03.02.2017 με αριθμό καταχώρισης ..., με την οποία διατάχθηκε, συναινούντος σχετικώς του δευτέρου εναγομένου, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 400.000 ευρώ, επί του κάτωθι ακινήτου, κυριότητάς του, ήτοι επί της με αριθμό ... είκοσι δύο (Α 22) αυτοτελούς και διαιρεμένης διώροφης κατοικίας, τύπου μεζονέτας, με ημιυπόγειο και κελλάρι, εμβαδού του κάθε ορόφου 88,56 τ.μ. μικτών, κειμένης σε συγκρότημα κατοικιών στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., με αριθμό ΚΑΕΚ ... και με ποσοστό 4,73% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών, χώρων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων του όλου συγκροτήματος κατοικιών, μετά του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των προκηπίων γύρω από την κατοικία, εγκαταστάσεων πισίνας και λοιπά. Η ως άνω προσημείωση, όπως προκύπτει από την προμνησθείσα απόφαση, εγγράφηκε προς εξασφάλιση απαίτησης της τρίτης εναγόμενης κατά του δεύτερου εναγομένου, απορρέουσας εκ του από 25.01.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλής ύψους 350.000 ευρώ, προερχόμενης από παλαιότερη σύμβαση δανείου, το ποσό της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος φέρεται να υπόσχεται να αποπληρώσει εντός 5 ετών από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού σε δόσεις, όπως οι τελευταίες αναλυτικά αναφέρονται στο εν λόγω συμφωνητικό, εκ δε του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης οφειλής, που μετ'επικλήσεως οι εναγόμενοι- εκκαλούντες προσκομίζουν, προκύπτει ότι η εξόφληση του ποσού των ευρώ συμφωνήθηκε να γίνει εκ μέρους του πρώτου εναγομένου σταδιακά σε πέντε (5) δόσεις πληρωτέων στις 31.12.2017 η πρώτη, 31.12.2018 η δεύτερη, 31.12.2019 η τρίτη, 31.12.2020 η τέταρτη και 31.12.2021 η πέμπτη. Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου, επί του οποίου παρεσχέθη συναινετικώς η ως άνω εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση υποθήκης), τόσο κατά το χρόνο χορήγησής της (26-1-2017), όσο και κατά το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής (29-1-2018), που είναι κι ο κρίσιμος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, ανερχόταν για τη μεν μεζονέτα στο ποσό των 250.489,50 ευρώ, για δε το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των λοιπών χώρων του οικοπέδου στο ποσό των 145.064,46 ευρώ, που αντιστοιχούν στην αντικειμενική αξία αυτών, γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε άλλωστε από τους εναγομένους με τις πρωτόδικες προτάσεις τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συντέλεσης των ανωτέρω απαλλοτριώσεων (26-1-2017 εκδόθησαν οι ανωτέρω αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης), η απαίτηση της ενάγουσας εκ της υπ' αριθμ. ... σύμβασης κοινού ομολογιακού δανείου, ύψους 11.827.257,30 ευρώ, ήταν ήδη γεννημένη, καθόσον είχαν συντελεστεί τα παραγωγικά αυτής γεγονότα (σύναψη σύμβασης, καταβολή του ποσού των 20.000.000 ευρώ κατά ποσοστό 50% από εκάστη ομολογιούχο δανείστρια κλπ), οι δε εναγόμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εκδότριας "... ΑΕ" και ο δεύτερος υιός τούτου και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω εταιρία, τελούσαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σε γνώση τόσο της αδυναμίας της τελευταίας να αποπληρώσει τα χρέη της προς την ενάγουσα ... Τράπεζα, γι' αυτό, άλλωστε, και προέβησαν στις 24.10.2011, 24.11.2014, 27.01.2015, 31,3,2015, 31.07.2015 και 19.10.2016 στην κατάρτιση των προαναφερθέντων έξι (6) προσθέτων πράξεων, με τις οποίες συμφώνησαν διαδοχικά τη μετάθεση της ημερομηνίας λήξης και κατ' επέκταση της εξόφλησης των ομολογιών, όσο και της δικής τους εγγυητικής ευθύνης, με βάση την οποία ευθύνονται ως αυτοφειλέτες για τα απορρέοντα εκ της ενδίκου συμβάσεως χρέη της πρωτοφειλέτριας εταιρίας. Και ναι μεν το εκ της ως άνω συμβάσεως χρεωστικό υπόλοιπο, υπέρ της ενάγουσας, ήταν ύψους 4.855.476,58 ευρώ κατά το χρόνο των παραπάνω απαλλοτριώσεων και δεν είχε καταγγελθεί ακόμη η σχετική σύμβαση, πλην όμως η εξ αυτής απαίτηση της ενάγουσας κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή τόσο κατά την άσκηση (29-1-2018), όσο και κατά την πρώτη συζήτηση της υπό κρίση περί διαρρήξεως αγωγής (11-11-2019), δοθέντος ότι η καταγγελία της σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε, συνετελέσθη νομοτύπως από αυτήν στις 23.06.2017, όταν υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων επέδωσε στην πρωτοφειλέτρια και στους εγγυητές δια σχετικής εξωδίκου της την εν λόγω καταγγελία. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους, ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των ακινήτων τους δεν δύναται να χαρακτηριστεί απαλλοτρίωση κατά την έννοια του 939 ΑΚ, κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, όπως αναλυτικώς εκτίθεται στην προηγούμενη νομική σκέψη, απαλλοτρίωση κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης συνιστά και η παραχώρηση εμπράγματης ασφάλειας από τον οφειλέτη σε τρίτο δανειστή, διότι με αυτήν ανατρέπεται ο ισχύων κατά την εκτέλεση εκ του νόμου κανόνας περί της σειράς κατάταξης των δανειστών, τέτοια δε εμπράγματη ασφάλεια αποτελεί και η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1274 ΑΚ προσημείωση υποθήκης, αφού η τελευταία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1277 εδαφ. β ΑΚ, όταν η απαίτηση επιδικαστεί τελεσίδικα, τρέπεται σε υποθήκη, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγράφει από την ημέρα της προσημείωσης. Ο ισχυρισμός των δύο πρώτων των εναγομένων, που επαναφέρεται με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους ότι, καθ' ον χρόνο παραχώρησαν τις συναινετικές προσημειώσεις επί των ακινήτων τους υπέρ της τρίτης εναγομένης, η απαίτηση της ενάγουσας από το ένδικο κοινό ομολογιακό δάνειο δεν κινδύνευε, διότι αφ' ενός η "... ΑΕ" ήταν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερη, εξακολουθούσε να εκτελεί έργα αξίας 83.840.155 ευρώ, είχε απαιτήσεις σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και διαφόρων ΟΤΑ συνολικού ύψους 10.252.563 ευρώ, καθώς και ακίνητη περιουσία αξίας 8.211.209 ευρώ και αφ' ετέρου ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Α' τάξης για ποσό 20.000.000 ευρώ, επί ακινήτου εκτάσεως 12.846 τ.μ., ανήκοντος στη συνιδιοκτησία των τεσσάρων εγγυητών, κατά 25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, κειμένου στη Δημοτική Ενότητα ... του Δήμου ..., επί των οδών ... (πρώην εγκαταστάσεις….), του οποίου η συνολική εμπορική αξία ανέρχεται στο ποσό των 16.202.000 ευρώ, ελέγχεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, όπως αναλυτικώς εκτίθεται στην προηγούμενη νομική σκέψη, η πρόθεση βλάβης του δανειστή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικώς και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε, συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 486 του ΑΚ. Αν λοιπόν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, όπως εν προκειμένω, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής, εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του οφειλέτη, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών. Ο ισχυρισμός των ιδίων, που εμπεριέχεται στον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους, ότι δεν είχαν δόλο κατά την παραχώρηση των ενδίκων προσημειώσεων, διότι ο καθείς εξ αυτών διέθετε ατομική εμφανή περιουσία ελεύθερη βαρών, η αξία της οποίας υπερκάλυπτε το κατά την 26- 1-2017 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 4.855.476,58 ευρώ και ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος περιουσία αξίας 6.083.252,89 ευρώ και ο δεύτερος αξίας 4.259.562 ευρώ (στο εν λόγω ποσό ο καθείς συνυπολογίζει και την αξία του ιδανικού μεριδίου του -1/4 εξ αδιαιρέτου- επί του κειμένου στη ... Θεσσαλονίκης ως άνω κοινού ακινήτου, επί του οποίου η ενάγουσα είχε εγγράφει προσημείωση υποθήκης Α' τάξης για ποσό 20.000.000 ευρώ), αλυσιτελώς προτείνεται, διότι η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία αποτελεί ένα από τα στοιχεία της βάσης της περί διαρρήξεως αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Συνεπώς, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη είναι αυτός του χρόνου άσκησης της αγωγής και όχι αυτός της κατάρτισης των επιδίκων απαλλοτριώσεων, όπως εσφαλμένως διατείνονται οι εκκαλούντες, ενόψει δε του ότι η αξία της εκ μέρους τους επικαλούμενης εμφανούς περιουσίας τους παρέμεινε, καθ' ομολογία τους, η ίδια και κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, τότε η αφερεγγυότητά τους είναι δεδομένη και συνακόλουθα και η βλάβη της ενάγουσας, δοθέντος ότι η απαίτηση αυτής ανέρχεται στο ποσό των 11.827.257,30 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ την αξία της περιουσίας ενός εκάστου των α' και β' εναγομένων. Σημειωτέον, ότι κρίσιμο εν προκειμένω τυγχάνει, όχι το ληξιπρόθεσμο ύψος της απαίτησης κατά το χρόνο των επιδίκων απαλλοτριώσεων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εκκαλούντες, αλλά το σύνολο της γεγενημένης απαίτησης της ενάγουσας, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε μετά την καταγγελία της συμβάσεως. Οι α' και β' εναγόμενοι, δια της παραχωρήσεως των ενδίκων εμπραγμάτων ασφαλειών στη συνεναγομένη σύζυγο και μητέρα τους αντιστοίχως, σκοπό είχαν να μειώσουν την πραγματική εμπορική αξία της υπέγγυας περιουσίας τους και να βλάψουν την ενάγουσα, στην οποία, σημειωτέον, η πρωτοφειλέτρια "... ΑΕ" όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά κι από άλλες δανειστικές συμβάσεις, στις οποίες οι άνω εναγόμενοι είχαν συμβληθεί ως εγγυητές και οι οποίες (συμβάσεις) καταγγέλθηκαν από την ενάγουσα μετά πάροδο δύο (2) περίπου μηνών (ήτοι περί τα μέσα Μαρτίου του 2017) από την παραχώρηση των ενδίκων συναινετικών προσημειώσεων. Μάλιστα, προς είσπραξη των εκ των ως άνω δανειστικών συμβάσεων οφειλομένων, η ενάγουσα επέτυχε την έκδοση τεσσάρων (4) διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί τη βάσει δε των εν λόγω διαταγών πληρωμής και προς εξασφάλιση των ενσωματωμένων σε αυτές απαιτήσεών της ενέγραψε στις 17-3-2017, ήτοι πολύ πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής διαρρήξεως (29-1-2018), προσημειώσεις υποθήκης επί όλων των ανηκόντων στους δύο πρώτους εναγομένους ακινήτων για ποσά, που υπερκαλύπτουν την αξία τους, γεγονός, που συνομολογείται, άλλωστε, από τους τελευταίους δια του δικογράφου της υπό κρίση εφέσεώς τους και που καταδεικνύει την, κατά το χρόνο άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ακόμη μεγαλύτερη μείωση της αξίας της υπέγγυας ακινήτου περιουσίας του καθενός εξ αυτών. Πρόκειται ειδικότερα για: α) την υπ' αριθμόν ... διαταγή πληρωμής κατά της "... ΑΕ", ως πρωτοφειλέτριας και του πρώτου εναγομένου, ως εγγυητή, με την οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το ποσό των 3.515.700,77 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από την 14-03-2017, για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, β) την υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής κατά της "... ΑΕ", ως πρωτοφειλέτριας, καθώς και κατά των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων, του Ε. Α. και του Κ. Α., ως εγγυητών, με την οποία της επιδικάσθηκε το ποσό των 4.000.000 ευρώ, πλέον τόκων από την 14-03-2017, για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ... και ήδη με νέο αριθμό ... κύρια σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, γ) την υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής κατά της "... ΑΕ", ως πρωτοφειλέτριας, καθώς και κατά των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων, ως εγγυητών, με την οποία της επιδικάσθηκε ποσό 2.288.253,31 ευρώ, πλέον τόκων από την 14-3-2017, για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ... (νέος αριθμός σύμβασης ...) σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δ) την υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής κατά της εταιρίας "... ΑΕ", ως πρωτοφειλέτριας και των πρώτου εναγομένου και της "... ΑΕ", ως εγγυητών, με την οποία της επιδικάστηκε το ποσό των 500.000 ευρώ, πλέον τόκων από την 15-3-2017, για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της απορρέουσα από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου. Εάν στα ως άνω ανεξόφλητα χρέη, συνολικού ύψους άνω των 10.303.953 ευρώ, προστεθεί και το κατά την 26-1-2017 χρεωστικό υπόλοιπο εκ της ενδίκου υπ' αριθμ. ... συμβάσεως κοινού ομολογιακού δανείου, ποσού 4.855.476,58 ευρώ, άμεσα γίνεται αντιληπτό ότι η πρωτοφειλέτρια εταιρία κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο της παραχώρησης των ενδίκων προσημειώσεων υποθήκης εμφάνιζε μεγάλη αδυναμία ανταπόκρισης στις οικονομικές της υποχρεώσεις, γεγονός, που οι δύο πρώτοι των εναγομένων γνώριζαν, ενόψει και της θέσεως που κατείχαν στη ... ΑΕ, ο δε ισχυρισμός αυτών περί πλήρους φερεγγυότητας της άνω πρωτοφειλέτριας εταιρίας και περί έλλειψης κάθε δόλου στο πρόσωπό τους (υποστηρίζουν ότι ουδεμία προοπτική αφερεγγυότητας της πρωτοφειλέτριας είχε ανακύψει κατά το ως άνω κρίσιμο χρόνο, με αποτέλεσμα να μη μπορούν οι ίδιοι να πιθανολογήσουν, πόσο μάλλον να επιδιώξουν την ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της αντιδίκου τους), πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Εξάλλου, ο το πρώτον προβαλλόμενος ισχυρισμός των ιδίων (α' και β' εναγομένων), ότι δεν είχαν ουδεμία πρόθεση (δόλο) πρόκλησης βλάβης στην ει/άγουσα, αφού η περιουσία τους ούτως ή άλλως δεν επαρκούσε, ακόμη και πριν από την εγγραφή των ως άνω προσημειώσεων, για την ικανοποίηση της εκ της ενδίκου συμβάσεως απαιτήσεώς της, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι έρχεται σε πλήρη αντίφαση με όσα οι ίδιοι υποστήριξαν πρωτοδίκως και συνεχίζουν να υποστηρίζουν δια του δικογράφου της υπό κρίση εφέσεώς τους, ότι δηλαδή κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων ήταν απολύτως φερέγγυοι, διαθέτοντας τουλάχιστον ο πρώτος εξ αυτών περιουσία αξίας 6.083.252,89 ευρώ, που υπερέβαινε την τότε αξίωση της ενάγουσας, ύψους 4.855.476,58 ευρώ. Ο ισχυρισμός, περαιτέρω, που επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους, ότι η παραχώρηση των επιδίκων προσημειώσεων έγινε προς εξόφληση ληξιπροθέσμου χρέους των δύο πρώτων εναγομένων έναντι της τρίτης εναγόμενης συζύγου και μητρός τους αντιστοίχως, με συνέπεια να μη θεωρείται απαλλοτρίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 εδ. α' του ΑΚ, ελέγχεται απορριπτέος προεχόντως ως νόμω αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγούμενη νομική σκέψη, όταν η καταβολή συνίσταται σε μεταβίβαση ή σύσταση δικαιώματος, δεν εμπίπτει στην ως άνω εξαίρεση, καθώς διαφορετικά θα μπορούσε η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 εδ. α' του ΑΚ να εφαρμοστεί στο σύνολο, σχεδόν, των απαλλοτριώσεων του οφειλέτη, που έχουν τη μορφή εκπλήρωσης ενοχικής υποχρέωσης, με αποτέλεσμα να καταστρατηγείται η προστασία των δανειστών μέσω του θεσμού της διάρρηξης. Εξάλλου, ενόψει του ότι η παραχώρηση των ως άνω προσημειώσεων συνιστά προσπάθεια εξεύρεσης των μέσων προς πληρωμή ληξιπροθέσμου χρέους, εξομοιώνεται προς αντί καταβολής δόση, η οποία κατά τη διάταξη του εδαφίου β' της ιδίας ως άνω παραγράφου του άρθρου 940 ΑΚ συνιστά απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και υπόκεινται σε διάρρηξη από τους άλλους δανειστές. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση των από 25-1-2017 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών αναγνώρισης οφειλής, που μνημονεύονται στις υπ' αριθμ. 42 και 43/26.01.2017 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από τους εκκαλούντες, προκύπτει ότι οι τελευταίοι, αφού αναγνώρισαν ότι οφείλουν στην τρίτη εκκαλούσα από παλαιότερη σύμβαση δανείου ο μεν πρώτος εκκαλών το ποσό των 700.000 ευρώ, ο δε δεύτερος το ποσό των 350.000 ευρώ, ανέλαβαν την υποχρέωση να εξοφλήσουν τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά σταδιακά εντός 5 ετών από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού και δη σε δόσεις εκ των οποίων η πρώτη συμφωνήθηκε πληρωτέα στις 31.12.2017, η δεύτερη τις 31.12.2018, η τρίτη στις 31.12.2019, η τέταρτη στις 31.12.2020 και η πέμπτη στις 31.12.2021. Συνεπώς, δεν επρόκειτο περί ληξιπροθέσμου χρέους, όπως όλως αβασίμως αυτοί διατείνονται, ώστε να δύναται να εφαρμοστεί εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 εδ. σ' του ΑΚ, η δε παραχώρηση των ενδίκων προσημειώσεων προς εξασφάλιση της μη εισέτι ληξιπροθέσμου απαίτησης της τρίτης εκκαλούσας καταδεικνύει πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, δοθέντος ότι στις 26-1-2017 ουδέν ποσό είχε καταβληθεί προς αυτήν έναντι του ομολογιακού δανείου, ύψους 20.000.000 ευρώ, που είχε ληφθεί το έτος 2011, ενώ υπήρχαν οφειλές άνω των 10.000.000 ευρώ κι από άλλες καταρτισθείσες μετ' αυτής δανειστικές συμβάσεις, οι οποίες εξετέθησαν ανωτέρω και οι οποίες είχαν πάψει από ετών να εξυπηρετούνται. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η τρίτη εναγομένη τυγχάνει σύζυγος και μητέρα αντιστοίχως των δύο πρώτων εναγομένων οφειλετών, η γνώση της αναφορικώς με τα στοιχεία που συνθέτουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ενδίκων απαλλοτριωτικών πράξεων, καθώς και ότι οι τελευταίοι προέβησαν στις εν λόγω απαλλοτριώσεις προς βλάβη της δανείστριας ενάγουσας, τεκμαίρεται κατά τη διάταξη του άρθρου 941 § 2 εδ. σ' ΑΚ, δοθέντος ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής συνετελέσθη εντός έτους από αυτές (απαλλοτριώσεις). Ειδικότερα, εφόσον οι υπ' αριθ. 42 και 43 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκαν στις 26-1-2017, η ενιαύσιο προθεσμία του τεκμηρίου του ως άνω άρθρου άρχισε από την επομένη (άρθρο 241 § 1 ΑΚ), ήτοι από την 27-1-2017 και έληξε, κατ' άρθρ. 243 § 3 ΑΚ, την 27-1 - 2018, επειδή όμως ήταν ημέρα Σάββατο, δηλαδή εξαιρετέα ημέρα, παρατάθηκε, κατ' άρθρ. 242 ΑΚ, μέχρι την επομένη μη εξαιρετέα ημέρα ήτοι μέχρι τη Δευτέρα 29-1-2018, ημέρα που ασκήθηκε (κατατέθηκε και επιδόθηκε) η υπό κρίση αγωγή (βλ. τις υπ' αριθμ ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ι. Β. αντίστοιχα). Συνεπώς, το προβλεπόμενο στο άρθρο 941 § 2 εδ. σ' ΑΚ τεκμήριο τυγχάνει σε ισχύ, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον 4° λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί μεν η τρίτη εκκαλούσα να μην είχε ενεργό ανάμειξη στη διοίκηση της πρωτοφειλέτριας "... ΑΕ", πλην όμως, ενόψει της στενής συγγενικής σχέσης της τόσο με τον ιδρυτή και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, Α. Α., που τυγχάνει σύζυγός της, όσο και με τους λοιπούς μετόχους και εγγυητές, που τυγχάνουν τέκνα της, ο ισχυρισμός αυτής περί πλήρους άγνοιάς της αναφορικώς με τα χρέη της ως άνω εταιρίας, που μόνο προς την ... Τράπεζα υπερβαίνουν το ποσό των 22.000.000 ευρώ, ελέγχεται ως μη πειστικός και μη ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του.... Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες με τον 5° λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους επαναφέρουν την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, διατεινόμενοι: α) ότι η απαίτησή της είναι πλήρως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 20.000.000 ευρώ, επί του ευρισκομένου στη ... Θεσσαλονίκης ακινήτου, συνιδιοκτησίας των τεσσάρων εγγυητών και ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο απερρίφθη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 10412/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), η υπ' αριθμ. καταθ. ... αίτησή της (ενάγουσας) με την οποία ζητούσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και συντηρητητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της πρωτοφειλέτριας και των εγγυητών μέχρι του ποσού των 3.000.000 ευρώ, β) ότι η υπολειπόμενη περιουσία των δύο πρώτων εξ αυτών, η αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 10.506.647,72 ευρώ, είναι ικανή να καλύψει την όποια απαίτηση της ενάγουσας εκ της ενδίκου σύμβασης ομολογιακού δανείου, ενώ κατά το χρόνο παραχώρησης των προσημειώσεων η πρωτοφειλέτρια είχε σε εξέλιξη έργα, ύψους 83.840.155,29 ευρώ, από τα οποία θα αποκόμιζε σημαντικά οφέλη, γεγονός, το οποίο ήταν σε γνώση της ενάγουσας, υ) ότι οι εκ των λοιπών δανειστικών συμβάσεων απαιτήσεις της τελευταίας, συνολικού ποσού 10.303.953,90 ευρώ, τυγχάνουν πλήρως εξασφαλισμένες με προσημειώσεις που ενεγράφησαν, μετά την παραχώρηση των ενδίκων προσημειώσεων, επί του συνόλου σχεδόν της ακίνητης περιουσίας της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των εγγυητών, συνολικής αξίας άνω των 26.500.000 ευρώ και τέλος, δ) ότι η αξία των εγγεγραμμένων βαρών ανέρχεται περίπου σε ποσοστό 4,5% της συνολικής αξίας της ως άνω υπέγγυας, έναντι της ενάγουσας, περιουσίας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής εξετέθη στην προηγούμενη νομική σκέψη. Οι ενάγοντες δεν επικαλούνται, έστω και ακροθιγώς, τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 281 ΑΚ, όπως τη μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει το δικαίωμά της για καταδολίευση των επιδίκων απαλλοτριώσεων ή άλλες ενέργειές της, που τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της αυτό, όπως επίσης δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά που να αποδεικνύουν ότι οι πράξεις τους και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτών, επάγονται ιδιαιτέρως επαχθείς για τους ίδιους επιπτώσεις, που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας. Εξάλλου, τυγχάνει άκρως αντιφατικό από τη μια οι εναγόμενοι να αρνούνται τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, διατεινόμενοι ότι δεν είχαν πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και ότι ήταν φερέγγυοι κατά το χρόνο συντέλεσης των απαλλοτριώσεων και άσκησης της εναντίον τους αγωγής και από την άλλη να προβάλουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση η οποία μόνο επί δικαιώματος, του οποίου τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά έχουν συντελεσθεί και δεν αμφισβητούνται, δύναται να θεμελιωθεί. Συνακόλουθα, απορριπτέα κρίνεται η ως άνω ένσταση, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον 5° λόγο της εφέσεώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, οφειλέτες της ενάγουσας και ήδη εφεσιβλήτου, προέβησαν στις ένδικες απαλλοτριωτικές πράξεις με πρόθεση να βλάψουν την τελευταία και τελώντας σε γνώση ότι θα περιέλθουν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία τους να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, περί της τοιαύτης δε πρόθεσης των α' και β' εναγομένων γνώση είχε, κατά τα αποδειχθέντα, και η συνεναγομένη σύζυγος και μητέρα αυτών. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη των ενδίκων απαλλοτριωτικών πράξεων και μάλιστα στο σύνολό τους, διότι η διάρρηξη μόνο μέρους αυτών δεν επαρκεί για την ικανοποίησή της, δοθέντος ότι η απαίτησή της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 11.827.257,30 ευρώ, ενώ ήδη έχει προσαυξηθεί κατά το ποσό των αναλογούντων τόκων. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο έπρεπε η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να απαγγελθεί η διάρρηξη των επιδίκων απαλλοτριωτικών πράξεων στο σύνολό τους. Το Πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, κατέληξε στην αυτή κρίση και, κάνοντας δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, απήγγειλε την ολική διάρρηξη των επιδίκων απαλλοτριώσεων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. και 939 επ. του ΑΚ και ορθά τις ενώπιον του προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, οι δε περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 15-6-2020 έφεση των νυν αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1765/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης που είχε δεχθεί την από 29-1-2018 αγωγή της ενάγουσας και διέρρηξε τις αναφερόμενες εκεί προσημειώσεις υποθηκών που είχαν διαταχθεί με τις υπ' αριθμ. 42 και 43 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης. Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις ως προς την ένδικη αγωγή καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου ως προς την ύπαρξη της απαίτησης ποσού 11.827.257,30 ευρώ της ενάγουσας κατά των δύο πρώτων εναγομένων εγγυητών, (για την οποίαν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1175/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης), η οποία ήταν γεννημένη και απαιτητή κατά το χρόνο που οι τελευταίοι επιχείρησαν την επίδικη απαλλοτρίωση, που έλαβε χώρα με τις προαναφερθείσες προσημειώσεις υποθηκών με τις υπ' αριθμ. 42 και 43 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης επί των προαναφερόμενων ακίνητων περιουσιακών τους, την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανειστή, την τεκμαιρόμενη γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση τρίτης εναγομένης, συζύγου και μητέρας των δύο πρώτων εναγομένων, υπέρ της οποίας εγγράφηκαν οι παραπάνω προσημειώσεις υποθηκών της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ενδίκων απαλλοτριώσεων, και την αφερεγγυότητα των οφειλετών εγγυητών δύο πρώτων εναγομένων, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτων δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Όπως, επίσης, δεν παραβίασε τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ δεχόμενη αφενός, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την δήθεν καταχρηστική άσκηση της αγωγής αποτελούν άρνηση της ύπαρξης του ίδιου του δικαιώματος, ενώ η ως άνω ένσταση μπορεί να προβληθεί μόνον όταν τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά έχουν συντελεστεί, και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπαχθούν στο άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Κατ' ακολουθία, οι πρώτος, δεύτερος (που έχει το ίδιο περιεχόμενο με τον πρώτο), τρίτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου του Αρεοπαγίτη Σ. Π., ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έπρεπε να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν. Διότι η συναινετική προσημείωση υποθήκης αποτελεί ένα νέο νομικό μόρφωμα που διαπλάστηκε νομολογιακά στο πλαίσιο μιας υπερβατικής περαιτέρω διάπλασης του δικαίου με νομιμοποιητικό παράγοντα την αναπόδραστη ανάγκη των συναλλαγών λόγω των υπέρογκων εξόδων για τη σύσταση της υποθήκης. Στην πράξη ο δανειστής και ο οφειλέτης αλλά και ο τρίτος κύριος του ακινήτου προσέρχονται στο δικαστήριο αυθόρμητα κατά το άρθρο 687 παρ. 2 ΚΠολΔ και με τη συναίνεσή τους προκαλούν την έκδοση απόφασης για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης. Όμως η σχετική δικαστική απόφαση δεν στηρίζεται κατά κυριολεξία στη συναίνεση των ενδιαφερομένων, αλλά στην ομολογία εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη ζητούμενη προσημείωση υποθήκης, ενδεχομένως δε και στην αποδοχή της αίτησης με έκδοση απόφασης σύμφωνα με το περιεχόμενό της κατά το άρθρο 298 ΚΠολΔ στο πλαίσιο της εξουσίας διάθεσης που ισχύει και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υποκαθιστά τη συναίνεση του οφειλέτη που λείπει, εφόσον η απόφαση αυτή εκδίδεται και όταν είναι προϊόν αντιδικίας και όταν είναι αποτέλεσμα ομολογίας. Βέβαια επειδή η δικαστική ομολογία του καθ' ου η αίτηση το δικαστήριο πείθεται για την ύπαρξη της οφειλής και δέχεται την αίτηση με το ενδεχόμενο να μετατρέπεται η συναινετική προσημείωση σε καταδολιευτική, δικαιολογούσα όμως στην περίπτωση αυτή μόνον την άσκηση της αίτησης ανάκλησης της απόφασης για την προσημείωση υποθήκης κατά το άρθρο 696 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία χαρακτηρίζεται ως τριτανακοπή του άρθρου 586 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί ειδική μορφή τριτανακοπής και μπορεί να ασκηθεί από οποιοδήποτε τρίτο έχει έννομο συμφέρον (βλ. και ΑΠ 1508/2011). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της άλλα πραγματικά περιστατικά που μπορούν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής της ενάγουσας και συγκεκριμένα ότι η δανείστρια μπορούσε να ικανοποιηθεί με βεβαιότητα από την περιουσία άλλου συνοφειλέτη, ότι η απαίτηση της ενάγουσας ποσού 4.000.000 ευρώ επρόκειτο να ικανοποιηθεί από το εκπλειστηρίασμα ύψους 6.000.000 ευρώ του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου, ότι με την απόρριψη της αίτησης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης της ενάγουσας κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν νέοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω εξασφάλιση των απαιτήσεών της και ότι το τελικώς απομένον ποσό των 3.000.000 ποσό πρόκειται να ικανοποιηθεί πλήρως από τον πλειστηριασμό της 25-4-2018 και η έτσι απαίτηση της ενάγουσας είναι πλήρως εξασφαλισμένη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τα ως άνω αποτελούν άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής εκ του άρθρου 939 ΑΚ ως προς την αφερεγγυότητα των δύο πρώτων εναγομένων καθώς και επιχειρήματα και δεν συνιστούν πράγμα, κατά τα προαναφερθέντα, ανεξάρτητα από το ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και σιωπηρώς απορρίφθηκαν ως μη εντασσόμενα στην έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο επίσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό τους, για την αντίθετη κύρια απόδειξη της κατά τεκμήριο γνώσης της τρίτης εναγομένης περί της πρόθεσης βλάβης της ενάγουσας, συνιστάμενο στο ότι αυτή "από το έτος 1996 και εφεξής δεν είχε καμία ανάμειξη, παρουσία και συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρείας καθώς είχαμε αποφασίσει από κοινού να μην απασχοληθεί αυτή περαιτέρω στην οικογενειακή μας επιχείρηση, προκειμένου να αφοσιωθεί στις εν γένει ανάγκες της οικογενειακής μας εστίας, ενώ εξ άλλου η τελευταία δεν είχε παράσχει οποιουδήποτε είδους εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις υπέρ της εταιρείας μας". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ανεξάρτητα από το ότι ουσιαστικά πρόκειται για άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής ως προς την γνώση του υπέρ η απαλλοτρίωση, καθότι εδώ με τη χρήση του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 941 ΑΚ διευκολύνεται η απόδειξή της από την ενάγουσα και το βάρος απόδειξης του αντιθέτου, ότι παρά δηλ. την ύπαρξη του οριζόμενου στο νόμο συγγενικού δεσμού δεν αποδεικνύεται γνώση της ως άνω εναγομένης, πίπτει σ' αυτήν, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ και το προαναφερθέν αιτιολογικό της έλαβε υπόψη της τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε, δεχόμενο τα αντίθετα περί της προαναφερθείσας γνώσης της τρίτης εναγομένης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα τη αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθεισών ως προς αυτήν διατάξεων (άρθρα 179, 182 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 866/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης, ενώ δέχεται την από 24-11-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, και συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη ως προς την από 24-11-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ