Αριθμός 1316/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ο. - Ρ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Δερμιτζάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2139/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2766/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 9-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ: Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού, με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ. γ' του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται, ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003. Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ ΑΕ). Β) Στο άρθρο 5 αυτού (Π.Δ. 81/2003), όπως το άρθρο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για τη πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός..... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (180/2004). Γ) Στο άρθρο 8Α (Μεταβατικές Διατάξεις) αυτού (Π.Δ. 81/2003), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. 164/2004..... 3) Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών. Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 2 του Ν. 3302/2004 ορίζεται ότι: Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση..... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Δυνάμει έγγραφων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ της ενάγουσας Ο. - Ρ. Μ. (δεύτερης στην ένδικη αγωγή) και ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ Α.Ε.) και χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, η ενάγουσα αυτή προσλήφθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, ως εξειδικευμένη υπάλληλος, από 1-11-2001 έως 31-10-2002, κατόπιν δε ανανεώσεως της αρχικής συμβάσεως από 19-12-2002 έως 18-12-2003 και κατόπιν και άλλης ανανεώσεως από 19-12-2003 έως 18-12-2004. Καθ' όλα τα παραπάνω χρονικά διαστήματα η ενάγουσα παρείχε εξαρτημένη εργασία πλήρους απασχολήσεως, ενταγμένη σε οργανωτικό πλαίσιο Υπηρεσίας της εναγομένης ("Δορυφορική Ψηφιακή Πλατφόρμα"), υποκείμενη στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης εργοδότριάς της, εκδηλούμενο με δεσμευτικές εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας της και με άσκηση εποπτείας και ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς της προς αυτές. Επομένως - είπε το Εφετείο - ο χαρακτηρισμός των παραπάνω διαδοχικών συμβάσεων ως συμβάσεων έργου δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού τα βασικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων αυτών και δη ο εκ μέρους της εναγομένης καθορισμός του τόπου εργασίας (Διοικητικό Μέγαρο του ΟΤΕ στο Μαρούσι Αττικής), του χρόνου εργασίας (πλήρης απασχόληση), του είδους της εργασίας (συλλογή στοιχείων και ενημέρωση του προγράμματος καναλιών της πλατφόρμας του ΟΤΕ, καθώς και ταξινόμηση του άνω υλικού και επιμέλεια εισαγωγής του) και η παροχή των μέσων εργασίας (τεχνολογικού εξοπλισμού), αλλά και η ασφάλιση της ενάγουσας στον ασφαλιστικό οργανισμό του ΙΚΑ, καθώς και οι δεσμευτικές εντολές και οδηγίες προς αυτήν, καταδεικνύουν σαφώς και αναμφιβόλως ότι πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι για συμβάσεις έργου, όπως ανακριβώς και κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν, ενώ από τη φύση και την προαναφερθείσα λειτουργία της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσεως για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών συνολικά, αναδεικνύεται η πραγματική μορφή και το είδος των επίδικων συμβάσεων, καθώς και η βούληση των μερών να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ τους μία ενιαία σύμβαση εργασίας, με τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων, διαρκών, τακτικών και προβλέψιμων αναγκών της εναγόμενης εταιρείας, που ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες απασχολήσεως της ενάγουσας, οι οποίες ήταν ίδιες με αυτές του μόνιμου προσωπικού της εναγομένης. Με βάση τα παραπάνω - καταλήγει το Εφετείο - η ενάγουσα εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, σε συνδυασμό με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, καθόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις αυτές, αφού η ενάγουσα 1) είχε συμπληρώσει έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 184/2004, στις 23-8-2004, χρόνο συνολικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και συγκεκριμένα τριάντα δύο (32) μήνες, 2) μεταξύ των επίδικων διαδοχικών συμβάσεών της δεν μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου, 3) οι συμβάσεις της αυτές είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 184/2004 και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, 4) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της διανύθηκε στον ίδιο φορέα, ήτοι στην εναγομένη, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, 5) το αντικείμενο της συμβάσεώς της και οι ίδιες με αυτό υπηρεσίες που πράγματι προσέφερε αφορούν σε δραστηριότητα, η οποία σχετίζεται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και 6) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της παρασχέθηκε κατά πλήρες ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Έτσι επικύρωσε το Εφετείο, με απόρριψη της εφέσεως της εναγομένης, την πρωτόδικη απόφαση (2139/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε αποφανθεί ομοίως, δηλαδή ότι όσον αφορά την ήδη αναιρεσίβλητη (δεύτερη ενάγουσα) συνέτρεχαν αθροιστικά οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις (του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003 και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004) προϋποθέσεις και είχε αναγνωρίσει ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) συνδεόταν με την εναγομένη (αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η καταγγελία της οποίας εκ μέρους της τελευταίας ήταν άκυρη (λόγω μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003 και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις τους, με τις οποίες προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 2 παρ. 2 του ΓΚΠ - ΟΤΕ, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η λύση της ως άνω τελευταίας συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα στις 18-12-2004 και ότι, επομένως, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 άρχισε την επομένη της ημερομηνίας αυτής (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), δηλαδή στις 19-12-2004 και συμπληρωνόταν στις 19-3-2005, ενόψει δε του ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα (εναγομένη), όπως και η ίδια συνομολογεί, στις 18-3-2005, δεν είχε συμπληρωθεί η παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως και απαραδέκτως εκ του λόγου τούτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, τον οποίο ακολούθως απέρριψε το Εφετείο. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-2-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2766/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ