Αριθμός 12/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Ευσταθίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) … 19) Ν. Ρ. του Μ. και Μ., κατοίκων .... Η υπό στοιχείο 1 και η υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητες, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανώλη και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: α) η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις …, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου … , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 2, 3, 4, 5, και 6 αναιρεσίβλητες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, β) η υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις …, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου… , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 18 και 19 αναιρεσιβλήτοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3429/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 657/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 18.12.2020 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 657/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 3429/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή των αναιρεσίβλητων περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς (συγκυριότητας) τους επί του αναφερομένου στο δικόγραφο του ακινήτου και διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου … ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, από την εσφαλμένη αναγραφή ως κυρίου αυτού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να καταχωριστούν οι ίδιοι και είχε απορριφθεί ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο λόγος εφέσεως του εναγομένου περί της κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψης ως αόριστου του ισχυρισμού του ως προς τον δασικό χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , και για λόγους ενιαίας κρίσης της υποθέσεως αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κρατήθηκε και εκδικάσθηκε από το ίδιο η αγωγή, η οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 και 290 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000). Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει , ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, Δημήτριος Μανώλης δήλωσε: α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Α., χήρα Π. Β. αποβίωσε στις…, ήτοι μετά την άσκηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, προσκόμισε δε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου από … απόσπασμα της … ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου .. και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, τέκνα αυτής, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου … πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου … Νομού Αττικής και το … πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου …, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης), β) ότι η δέκατη έβδομη οναιρεσίβλητη, Μ. χήρα Μ. Ρ. αποβίωσε στις …, επίσης μετά την άσκηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, προσκόμισε δε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου από … απόσπασμα της … ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου … και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου της δέκατης έβδομης αναιρεσίβλητης συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, τέκνα αυτής, δέκατη όγδοη και δέκατος ένατος των αναιρεσιβλήτων (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου … πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …. Νομού Αττικής και το … πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου .., περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης). Ενόψει τούτων , νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του. Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως. Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του. εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016 ). Ακόμη όμως και αν το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, αυτή δεν καθίσταται αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, του οποίου αιτήθηκαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή του στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας ότι το ακίνητο αυτό (αγροτεμάχιο) εκτάσεως 20.000 τ.μ. βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, με ακριβή προσδιορισμό αφενός μεν της θέσης και των ορίων των ευρύτερων εκτάσεων στις οποίες ανήκει, καθώς και της θέσης, των ορίων, των πλευρικών διαστάσεων και τον προσανατολισμό του ίδιου, αλλά και αναφορά των αριθμών ΚΑΕΚ των ευρύτερων εκτάσεων στις οποίες περιλαμβάνονται τα επί μέρους τμήματα αυτού, τα οποία επίσης προσδιορίζονται και με τη μνεία του αριθμού τους, με αποτέλεσμα να μη γεννάται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου. Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι σε αυτήν προσδιορίζονται πλήρως και ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια τόσο οι ευρύτερες εκτάσεις εντός των οποίων βρίσκεται το επίδικο ακίνητο , όσο και το ίδιο ώστε να μην επέρχεται σύγχυση ως προς την ταυτότητά του, με τη μνεία ότι για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνταν η ενσωμάτωση σε αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος και απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας αυτής ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου , τον οποίο είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επαναφέρει νομίμως ενώπιον του, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ . Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ως άνω διατάξεως επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω ποσοτικής αοριστίας της είναι αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 v. ΑΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως της οριοθεσίας των δασών", στο οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά ο ορισμός της έννοιας του δάσους στο ελληνικό δίκαιο, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Έκτοτε, ο ορισμός αυτός του δάσους και της δασικής έκτασης επαναλήφθηκε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, όπως στο άρθρο 57 ν. 3077/1924, στο άρθρο 45 ν. 4173/1929, στο άρθρο 1 ν.δ. 69/1969 και βασικά δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του με το ν. 3208/24.12.2003 και τους μεταγενέστερους, αλλά ούτε και από τον ορισμό του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 του ανωτέρω ν. 3208/2003 που αντικατέστησε, εκτός των άλλων, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979 (ΑΠ 202/2016, ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1291/2011). Με τις διατάξεις αυτές καθορίστηκε η έννοια του δάσους, όπως ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή , δηλαδή, ότι το δάσος είναι κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή σποραδικά από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία αποτελούν, με την μεταξύ τους απόσταση και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη οργανική ενότητα (βιοκοινότητα- δασοβιοκοινότητα), που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα άνω φυτά και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον. Ως δάσος, άλλωστε, νοείται ανέκαθεν και κάθε έκταση εδάφους, στην οποία η φυόμενη άγρια ξυλώδης βλάστηση οποιασδήποτε διάπλασης, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά ή πενιχρή (δασική έκταση). Κρίσιμη, συνεπώς, για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 1495/2015). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στην έννοια του δάσους ή στις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι, εντός αυτών, οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων, ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατες κλυτίες αυτών. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα τους και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατασπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τέτοιων δένδρων , στο πραγματικό δε γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου, δεν ασκεί επιρροή το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς βλάστηση (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 693/2017 ΑΠ 1330/2015 ΑΠ 479/2015 ΑΠ 384/2014). Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι , για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου αυτού είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 481/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 303/2015). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011). Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο παραπάνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων , οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Μονομελές Εφετείο Πειραιά τις πλημμέλειες της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 του ΑΧΝ'/1889, 57 του ν. 3077/1914, 45 του ν. 4173/1929, 1 του ν.δ/τος 86/1969 και 3 του v. 998/1979 και των άρθρων 1 και 2 του από 17/29.11.1836 β.δ/τος, που αφορούν στη δασική νομοθεσία, αιτιώμενο ότι αυτό εσφαλμένα δεν τις εφάρμοσε και έτσι στέρησε από νόμιμη βάση, την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, καθόσον με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του (ένσταση) περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως με την έφεση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Μονομελές Εφετείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερευνώντας την ουσία της υποθέσεως, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιον του δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. … συμβολαίου αγοραπωλησίας... που έχει νόμιμα μεταγραφεί... ο Σ. Β. του Γ. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στους Θ. Β., Π. Β., Α. Β. και Μ. Ρ. κατά πλήρη κυριότητα και κατ' ισομοιρίαν, ένα αγρόκτημα εκτάσεως 18 περίπου στρεμμάτων ή όσης έκτασης ήθελε ευρεθεί, κείμενο στη θέση "…" της περιφέρειας του Δήμου…. .. Το συγκεκριμένο, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού, ακίνητο αποτυπώνεται στα από Ιουνίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών και τοπογραφικό δάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Κ....απαρτιζόμενο από τμήμα του γεωτεμαχίου … και έτερο τμήμα του γεωτεμαχίου …, και στο δεύτερο, με τους αριθμούς …, ως έχον έκταση (17.199,08+2.081,43+719,49) 20.000 τμ συνολικά , και περιμετρικά με τους αριθμούς… , ως τμήμα (υπ' αριθμ …) του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ … και έτερα τμήματα (υπ' αριθμ….) του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ … ...Το ακίνητο αυτό είχε προηγουμένως περιέλθει στον δικαιοπάροχο τους ,αιτία πωλήσεως, από τον Γ. Β. του Δ., κτηματία, δυνάμει του υπ'αριθμ. … συμβολαίου... που έχει νομίμως μεταγραφεί,... Στον πωλητή Γ. Β. είχε αυτό περιέλθει προηγουμένως κατά κυριότητα, αιτία πωλήσεως, από τον Κ. Π. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. … συμβολαίου του Ειρηνοδίκη … και ενεργούντος ως συμβολαιογράφου, Γ. Π., που έχει νομίμως μεταγραφεί... Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο τίτλο, το πωληθέν έχει έκταση 10 στρέμματα "ως έγγιστα" , όση δηλαδή μνημονεύεται και στον αμέσως επόμενο του έτους 1930, ενώ στον μεταγενέστερο τίτλο του 1965, το επίδικο φέρεται να έχει έκταση 18 στρέμματα. Δεν υφίσταται, ωστόσο, αμφιβολία ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, αφού τα μνημονευόμενα όρια σε όλους αυτούς τους τίτλους είναι σταθερά και αμετάβλητα και συγκεκριμένα, κατ'αυτούς δυτικώς του επιδίκου υφίσταται ρέμα, βόρεια και νότια, βουνό, όπως κυλούν τα νερά, περιγραφή που συμπίπτει με εκείνη του προαναφερθέντος τοπογραφικού διαγράμματος. Εξάλλου, με βάση την από Σεπτεμβρίου 2018 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας, που συνέταξαν οι Μ. Γ., δασολόγος και Φ. Γ. και Π. Δ., πολιτικοί μηχανικοί, κατόπιν αναθέσεως από την πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη..., οι οποίοι προέβησαν σε φωτοερμηνεία και φωτογραμμετρική απόδοση από ζεύγη αεροφωτογραφιών των ετών 1945,1960, 1965, 1969, 1979, 1988, 1998, 2000 και 2007-2009, της επίδικης έκτασης, και της μορφολογίας του εδάφους, της τυχόν φυσικής βλάστησης εντός αυτής καθώς και των λοιπών γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών του εδάφους της, και χρήση ορθοφωτοχαρτών από τις αντίστοιχες αεροφωτογραφίες, των ετών 2000 και 2007-2009, κατέληξαν στο έμμεσο πλην σαφές συμπέρασμα ότι το ακίνητο που περιγράφεται στα συμβόλαια αυτά ταυτίζεται κατά θέση και όρια με εκείνο που αποτυπώνεται στα παραπάνω από Ιουνίου 2017 διαγράμματα. Επίσης, διαπίστωσαν ότι η επίδικη εδαφική έκταση, ευρισκόμενη μεταξύ δύο επικλινών εδαφών, σχηματίζοντας "μικρή κοιλάδα", σχήματος "U", όπου διαχρονικά συγκεντρώνονταν φερτά υλικά, με αποτέλεσμα το έδαφος να καθίσταται γόνιμο και κατάλληλο για καλλιέργεια με απουσία μητρικού πετρώματος, όπως έγινε αντιληπτό από την απόχρωση των εδαφών σε σχέση με εκείνα των όμορων ιδιοκτησιών, ήταν ήδη από το έτος 1945, αρχικά, γεωργική, καλλιεργούμενη έκταση (αεροφωτογραφίες 1945 και 1960), με χαρακτηριστική την ύπαρξη αναβαθμίδων και μάλιστα και προς τα δυτικά, γεγονός από το οποίο συνάγεται η γεωργική χρήση και της γειτονικής περιοχής, αλλά και στοιχείων άροσης και επιμέλειας (αεροφωτογραφίες του 1960), στη συνέχεια, ήδη από το έτος 1969, παρατηρείται αλλαγή χρήσης της, ως βοηθητικής πλέον παρακείμενου λατομείου με την ύπαρξη κτισμάτων εντός αυτής, με δύο τμήματά της, ωστόσο, εμβαδού 1.700 και 900 τμ να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για γεωργική καλλιέργεια , την ίδια δε μορφή και χρήση είχε έως το 1979 αλλά και μέχρι το 1998, έχοντας δημιουργηθεί στο μεσοδιάστημα και αγροτικός δρόμος εντός αυτής. Το έτος 1998, η ίδια έκταση δεν χρησιμοποιείται πλέον ως βοηθητικός χώρος και εμφανίζεται ως επιμελημένη έκταση με απουσία φερτών υλικών και παντελή έλλειψη δασικής βλάστησης, ενώ το 2000 κάποια εδαφικά τμήματα που παλαιότερα είχαν τη μορφή καλλιεργούμενης έκτασης, παρουσίαζαν πλέον χορτολιβαδική μορφή, και την περίοδο 2007-2009 εμφανίζεται ως εγκαταλελειμμένος αγρός, με αραιά χόρτα, στον οποίο εναποτίθεντο υλικά πιθανώς από το διπλανό λατομείο...Σημειώνεται ότι το εκκαλούν προσκομίζει τα ακόλουθα έγγραφα και συγκεκριμένα : 1) Το υπ' αριθμ.πρωτ. … έγγραφο του Δασαρχείου … της Διεύθυνσης Δασών … , σύμφωνα με το οποίο τα ακίνητα με αριθμό ΚΑΕΚ … και … αποτελούν έκταση με εγκαταλελειμένο λατομικό χώρο και δασική έκταση, με βάση δε τη στερεοσκοπική εξέταση ζευγών αεροφωτογραφιών, το έτος 1945, καλύπτοντο από δασική βλάστηση, το έτος 1969 στο βόρειο τμήμα διαμορφώθηκε το λατομείο και στο νότιο εξακολουθούσε να υπάρχει δασική βλάστηση , ενώ όμοια ήταν η εικόνα και κατά τα έτη 1984, οπότε είχε εγκαταλειφθεί πλέον το λατομείο, και το 1998. 2) Το υπ'αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης επίσης Δασών … , που επιβεβαιώνουν τον δασικό χαρακτήρα των δύο αυτών γεωτεμαχίων, με βάση τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1998, στο οποίο επισυνάπτεται δήλωση του ν. 2308/1995 του Ελληνικού Δημοσίου , για τις εκτάσεις της περιοχής της … , για τις οποίες ισχύει το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου, λόγω του δασικού χαρακτήρα τους, συνολικής επιφάνειας 21.884.533 τμ. 3) Το υπ'αριθμ.πρωτ. … έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας … ….. , με συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα άνευ χρονολογίας. 4) Το υπ'αριθμ. πρωτ. … έγγραφο της άνω Κτηματικής Υπηρεσίας , στην οποία επισυνάπτεται δήλωση του εκκαλούντος προς το Εθνικό Κτηματολόγιο , περί εκτάσεως 56.500 τμ, με χρήση ως λατομείου, που φέρεται ότι ήταν ανέκαθεν δημόσια. Επίσης επισυνάπτεται το από … τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Σ. , στο οποίο αποτυπώνεται η δηλωθείσα αυτή έκταση , εντός της οποίας εμπίπτει τμήμα του γεωτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ … , εκτάσεως 9606 τ.μ. Επίσης , έκταση 9.956 τμ στην ίδια περιοχή, με την υπ'αριθμ. … απόφαση του Νομάρχη .. και δυνάμει της από 1-1- 1995 σύμβασης χρησιδανείου , που επίσης επισυνάπτονται , είχε παραχωρηθεί στον … , χωρίς αντάλλαγμα με αποκλειστικό σκοπό τη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων , από την 1-1-1995 έως τις 31-12-2004. Σε πρωτόκολλο δε παράδοσης - παραλαβής και εγκατάστασης του δασολόγου και υπαλλήλου του Δασαρχείου … Ζ. Π., ο Δήμος … εγκαταστάθηκε σε δημόσια δασική έκταση 9.956 επίσης τμ, στην ίδια περιοχή, η οποία συνόρευε γύρωθεν με δασικές εκτάσεις, 5) Το υπ'αριθμ.πρωτ. … έγγραφο της ίδιας ως άνω Κτηματικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με το οποίο το μεν τμήμα με ΚΑΕΚ … φέρεται να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ενώ για εκείνο με αριθμό ΚΑΕΚ … δεν είχε διερευνηθεί έρευνα ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Σε αυτό επισυνάπτεται το από Ιανουαρίου 1977 τριγωνομετρικό τοπογραφικό διάγραμμα του λατομείου αδρανών υλικών των " … " στη θέση "…", που ενισχύει την παραδοχή περί ιδιωτικής - και σε κάθε περίπτωση μη δασικής - έκτασης σε ανύποπτο χρόνο. Από τα έγγραφα αυτά ωστόσο" συνεχίζει το Εφετείο, " στα οποία γίνεται λόγος επιγραμματικά για δασική έκταση ή δημόσια δασική έκταση, δεν αποδεικνύεται ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου ήδη κατά τον απελευθερωτικό αγώνα και ιδίως το έτος 1836 αλλά ούτε και μεταγενέστερα, διαχρονικά, στον οποίο θεμελιώνει το εκκαλούν το δικαίωμα κυριότητάς του και επί του επιδίκου, αφενός διότι τα εδαφικά τμήματα με τους παραπάνω αριθμούς ΚΑΕΚ …, που φέρονται να καλύπτονται με μη περιγραφόμενη καθ' οιονδήποτε τρόπο δασική βλάστηση, σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες ήδη του έτους 1945, είναι ευρύτερες εκτάσεις , επιφανείας 38.015 τμ η πρώτη και 31.279 τμ αντίστοιχα, η δεύτερη, ενώ τα αντίστοιχα τμήματά τους που εμπίπτουν στο επίδικο είναι 17.199,08 τμ από το πρώτο και 719,49 και 2081,43 τμ, από το δεύτερο, αφετέρου δε η φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών από το Δασαρχείο … είναι καταφανώς ελλιπής, διότι δεν γίνεται σε αυτές μνεία ούτε των γεωργικών αναβαθμίδων που εντοπίσθηκαν αλλά ούτε και των κτισμάτων που προαναφέρθηκαν, ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη για την αναγνώριση της μορφής του εδάφους και οι αεροφωτογραφίες του έτους 1960. Παράλληλα, δεν προσδιορίζεται και η ακριβής θέση εντός του τμήματος του γεωτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ…., εκτάσεως 9.606 τμ, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Σ., ούτε και εκείνου που φέρεται ότι παραχωρήθηκε στον …, στις οποίες δεν αποκλείεται να εμφανίζεται , κατά τα προεκτεθέντα δασική βλάστηση. Άλλωστε από το έτος 1990 που η εξετασθείσα ενώπιον συμβολαιογράφου μάρτυρας ... που γεννήθηκε το έτος 1947 και κατοικεί στη …, στην οποία είχε παραχωρηθεί το επίδικο με τα επ' αυτού κτίσματα , προφορικά ήδη από το 1990 και από το 1999 και εγγράφως για τέσσερα έτη, το χρησιμοποιούσε για καλλιέργεια σανού και κριθαριού, για τη βόσκηση των αιγοπροβάτων της αλλά και για την αποθήκευση των ζωοτροφών στα υπάρχοντα κτίσματα , χωρίς ποτέ τόσο οι ίδια όσο και οι ιδιοκτήτες της προηγουμένως που το καλλιεργούσαν με δημητριακά να οχληθούν από οποιονδήποτε. Αντιθέτως, η έκταση αυτή ήταν ανέκαθεν ιδιωτική, με τις προαναφερθείσες αλλαγές χρήσης, μη δυνάμενη να χαρακτηρισθεί ως δασική ή έστω χορτολιβαδική και αποκτήθηκε από τους Προκόπιο Β. Β., Α. Β., Θ. Β. και Μ. Ρ. παράγωγα, δυνάμει αδιάκοπης σειράς τίτλων. Έτσι, άλλωστε, περιγράφεται... και στους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, που συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, υποδηλώνοντας το έντονο ενδιαφέρον των συμβαλλομένων να υπάρξει πανηγυρικότητα ως προς την ύπαρξη του ιδιοκτησιακού του δικαιώματος". Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, κατά τα προσδιοριζόμενα για τον καθένα από αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά, χωρίς για τη διάταξή της αυτή να προβάλλεται λόγος αναίρεσης, και απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, ένεκα του επικαλούμενου δασικού χαρακτήρα της. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ΑΧΝ'/1889, 57 του ν. 3077/1914, 45 του ν. 4173/1929, 1 του ν.δ/τος 86/1969 και 3 του ν. 998/1979 και των άρθρων 1 και 2 του από 17/29.11.1836 β.δ/τος, που αφορούν στη δασική νομοθεσία, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και ουδέποτε δημόσια δασική, αλλά ούτε και ιδιωτικό δάσος. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική έκταση, αρχικά γεωργική χρησιμοποιούμενη με συνεχόμενες καλλιέργειες δημητριακών, σιτηρών κριθαριού, βοσκή αιγοπροβάτων, καθώς και αποθήκευση ζωοτροφών στα υπάρχοντα εντός αυτής κτίσματα, και μετέπειτα ως βοηθητική παρακείμενου λατομείου, εναπομεινάντων ορισμένων τμημάτων της ως καλλιεργούμενων και τέλος, κατά το έτος 2000 εμφάνισε χορτολιβαδική μορφή σε κάποια εδαφικά τμήματά της που παλαιότερα είχαν τη μορφή καλλιεργούμενης έκτασης ενώ κατά την περίοδο 2007-2009 μορφή εγκαταλελειμμένου αγρού, με αραιά χόρτα, όπου γίνονταν εναπόθεση υλικών, β) ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα (συγκυριότητα) των άμεσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, των οποίων οι ίδιοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, γ) ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει αδιάκοπης σειράς συμβολαιογραφικών τίτλων αγοραπωλησίας από το έτος 1880, εμφανίζει δε σε όλους τους τίτλους κτήσης συγκεκριμένα σταθερά και αμετάβλητα όρια, δ) ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε κατά τον απελευθερωτικό αγώνα και ιδίως κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από την ισχύ του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά και μεταγενέστερα διαχρονικά αποτέλεσε δημόσια δασική έκταση, ή ιδιωτικό δάσος. Ορθά επίσης το Εφετείο, αποφαινόμενο εν τέλει ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε αποτέλεσε δημόσια δασική έκταση ή ιδιωτική δασική έκταση, αλλά ιδιωτική έκταση, χρησιμοποιούμενη ανέκαθεν για γεωργική καλλιέργεια και άλλες χρήσεις, αναγνωρίζοντας την επί αυτού (συγ)κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών στο Δήμο …, διέταξε την διόρθωση των αρχικών - πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … ως προς το επίδικο ακίνητο, που φέρεται να απαρτίζεται από επί μέρους τμήματα δύο διαφορετικών ακινήτων με ξεχωριστούς αριθμούς ΚΑΕΚ, έχοντας καταχωριστεί εσφαλμένα ότι είναι εκτάσεως 31.279 τμ. με αριθμό ΚΑΕΚ …. και ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου , ώστε να αποκοπούν από το ως άνω γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ … δύο εδαφικά τμήματα, έκτασης 2.081,43 τμ και 719,49 τμ, και από το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …, ένα εδαφικό τμήμα εκτάσεως 17.199,07 τμ. και να αποτυπωθούν τα ως άνω τρία εδαφικά τμήματα συνολικής εκτάσεως 19.999,99 τμ. ενιαίως με την απόδοση ενός ΚΑΕΚ και να καταχωριστούν ως συγκύριοι του ενιαίου ακινήτου, οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, και οι ίδιοι, ο καθένας κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί αυτού. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως της αοριστίας του ως άνω λόγου, εξαιτίας του ότι το αναιρεσείον αναφέρει κατ' επιλογή του όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές αυτής και όχι όλες τις κρίσιμες παραδοχές της, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα, στο οποίο στηρίζονταν ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου , ήτοι του ισχυρισμού του ότι αυτό αποτελούσε δάσος, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 829/2019, 1551/2018, ΑΠ 766/2017). Επιπλέον, ο ως άνω λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τις παραδοχές της ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε αποτέλεσε δασική έκταση, στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψή του , λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το ίδιο θεωρεί ορθό. Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 18.12.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 657/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους, (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18.12.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 657/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ