ΑΡΙΘΜΟΣ 1291/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 66/2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου),- Βιολέττα Κυτέα, Δήμητρα Μπουρνάκα, Μαρία Βασιλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου)-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Θ. Β. του Φ., κατοίκου ... και 2. Ν. Δ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 63870/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 185/13. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 31.1.2013. (με αριθ. πρωτ. 13/2013) αίτηση του Ν. Δ. και 2) η από 31.1.2013 (με αριθ. πρωτ.14/2013) αίτηση της Θ. Β., για αναίρεση της υπ αριθ. 63870/2012 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς, σαν να ήταν και η πολιτικώς ενάγουσα παρούσα, αφού, όπως προκύπτει από το από 15-3-2013 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …,η τελευταία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο και δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" εκείνος, που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων από τον εκδότη κατά τον χρόνο της έκδοσης της ή κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται, α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ'άρθρο 29 παρ. 1 και 4 Ν. 5960/1933 εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της, εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του. Η υπογραφή αυτού που εκδίδει την επιταγή και ανήκει στα κατά το άρθρο 1 του ν. 5960/1933 τυπικά στοιχεία, που πρέπει να περιέχει η επιταγή για να είναι έγκυρη, είναι δυνατό να τίθεται από φυσικό πρόσωπο που προβαίνει στην επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως για έκδοση επιταγής ως εκπρόσωπος ή όργανο νομικού προσώπου όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία. Κατά συνέπεια, αν κάποιος εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου, δράστης του αδικήματος αυτού είναι ο ενεργών ως όργανο του νομικού προσώπου, ο οποίος δια της προγενεστέρας αδίκου συμπεριφοράς του φέρει ο ίδιος την ποινική ευθύνη για την ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 79 ν. 5960/1933 .Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 του ν. 5960/1933 η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας εκδόσεως αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος κατά το άρθρο 29 εδαφ. α' και δ' του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε νομίμως προς πληρωμή μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ'αυτήν ως ημεροχρονολογία εκδόσεως της. Ενόψει αυτών επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη ότι είναι ακάλυπτη λόγω μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή, επί εκδόσεως δε ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής στο όνομα εταιρείας δράστης του αδικήματος του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, σε περίπτωση μεσολαβησάσης αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της είναι ο εκδόσας την επιταγή, δηλαδή ο εκπρόσωπος της εταιρείας που υπέγραψε αυτήν κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως της και όχι εκείνος που την εκπροσωπούσε κατά το χρόνο εκδόσεως που αναγράφεται στην μεταχρονολογημένη επιταγή ή και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη δε αιτιολόγηση απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης (ΑΠ266/2011). Με τη διάταξη του αρ. 79 ν.5960/1933, ο νόμος τιμωρεί αυτόν που προβαίνει στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να εξετάζει το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Το αξιόποινο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ του εκδότη και λήπτη της επιταγής. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή παρανόμου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας(ΑΠ 589/2011, ΑΠ1610/2011). Εξ άλλου, κατά το αρ. 31 παρ. 2 ΠΚ ναι μεν η άγνοια του αξιοποίνου δεν μπορεί να αποκλείσει τον καταλογισμό, πλην όμως, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πιστέψει λόγω πλάνης ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή. Σύμφωνα επομένως με τη διάταξη αυτή μπορεί ο κατηγορούμενος για παράβαση του αρ. 79 ν. 5960/1933 να ισχυρισθεί ότι από συγγνωστή νομική πλάνη δικαιολογημένα πίστευε ότι μπορούσε να αρνηθεί την πληρωμή της εκδοθείσης από αυτόν επιταγής και ότι για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή στην πληρώτρια τράπεζα να μην εξοφλήσει την επιταγή κατά την εμφάνιση της, εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά της πλάνης του και του συγγνωστού αυτής ( ΑΠ 124/ 2006 ,ΑΠ 456/98 Π.Χρ. ΜΗ 1082). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1251 και 1255 Α.Κ. προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων και η τραπεζική επιταγή, ο δανειστής - κομιστής του τίτλου, αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον ίδιο τον τίτλο, ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης απ'αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δε ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα είσπραξης του τίτλου και μάλιστα στο όνομα του. Από τα παραπάνω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 ν. 5960/1933, όπως ισχύει, σαφώς προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και μη πληρωμής της, δικαιούται σε υποβολή έγκλησης για την από αυτή προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη (Α.Π. 1054/2004 Ποιν. Δικ. 2004 1108, Α.Π. 2304/2004) αφού ασκεί ίδιον δικαίωμα εκ του τίτλου, διότι κατά το άρθρο 1255 Α.Κ. έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την επιταγή και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος (Ολ. Α.Π. 18/2004 ). Εξάλλου προκειμένου περί εγκλήματος κατ' έγκλιση διωκομένου ύπαρξη της εγκλήσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, το οποίο αν διαπιστώσει ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομίμως οφείλει να κηρύξει την ποινική δίωξη απαράδεκτη, γιατί διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του. Για να κρίνει περί της βασιμότητας του λόγου τούτου αναιρέσεως, αν δηλαδή υπήρχε έγκυρη έγκληση ο Άρειος Πάγος επισκοπεί τα έγγραφα της δικογραφίας. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης 63870/2012 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, δίκασαν ως Εφετείο, δέχθηκε, μετ'εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, τα ακόλουθα: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ένδικη επιταγή με αριθμό ..., εκδόθηκε από τους εκκαλούντες- κατηγορούμενους, νόμιμους εκπροσώπους της εκδότριας εταιρείας "ΔΙΑΔΗΜ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" σε χρόνο πριν την 7-12-2004, όταν και αυτή ενεχυριάσθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα από την εταιρεία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ" σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί. Κατά το χρόνο αυτό οι εκκαλούντες -κατηγορούμενοι ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εκδότριας εταιρείας, εφόσον αυτοί, ως προκύπτει από το υπ'αριθ 11243/26-10-2005 ΦΕΚ, αποχώρησαν από την εταιρεία την 21-10-2005, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της επιταγής. Εξάλλου, ναι μεν κατά το χρόνο εμφάνισης της ως άνω επιταγής προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα "ALPHA BANK AE", την 14-11-2005, ήταν σε ισχύ η από 19-7-2005 προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία είχε απαγορευθεί στην λήπτρια "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ" η εμφάνιση προς πληρωμή και στην περίπτωση της εμφάνισης η μη πληρωμή και η μη σφράγιση, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 15-7-2005 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, της εκδότριας εταιρείας...κατά της λήπτριας "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ" με αίτημα να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας (μεταξύ άλλων) και της ένδικης επιταγής, η οποία έγινε εντέλει δεκτή με την υπ'αριθ.6516/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όμως η ως άνω προσωρινή διαταγή είχε κοινοποιηθεί μόνο στην πληρώτρια τράπεζα "ALPHA BANK AE", σύμφωνα με την υπ'αριθ .../29-7-2005 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, και όχι στην πολιτικώς ενάγουσα, νόμιμη κομίστρια της ένδικης επιταγής, ως λήπτρια αυτής, με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου. Εφόσον λοιπόν οι κατηγορούμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εκδότριας εταιρείας...δεν είχαν ενημερώσει με οποιοδήποτε τρόπο για την ύπαρξη της παραπάνω προσωρινής διαταγής την πολιτικώς ενάγουσα, σε συνδυασμό με ότι αυτοί είχαν ήδη προσφύγει σε νομικούς συμβούλους, για την επίλυση της διαφοράς τους με την "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ", ως προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφο της από 15-7-2005 αίτησης τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τελούσαν σε νομική πλάνη, πολλώ δε μάλλον εφόσον αυτοί είχαν τη δυνατότητα ακριβούς πληροφόρησης σχετικά με τον άδικο ή μη χαρακτήρα της πράξης τους, και τη δυνατότητα να πληροφορηθούν τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να ενημερώσουν τους τρίτους και εν προκειμένω την πολιτικώς ενάγουσα, σχετικά με την ύπαρξη της ως άνω προσωρινής διαταγής και την αντιδικία τους με την εταιρεία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ, ώστε αυτή να παρέμβει στη σχετική δίκη και να αναγνωρισθεί προσωρινή νομέας της ένδικης επιταγής, ως συνέβη με την "ALPHA BANK AE", η οποία ως νόμιμη κομίστρια, με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, αναγνωρίσθηκε στην προκείμενη δίκη προσωρινή νομέας, μετά την άσκηση κύριας παρέμβασης, άλλων επιταγών και συνεπώς απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός των αιτούντων περί νομικής πλάνης τους. Εξάλλου, από τα ήδη αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε τόσο ο δόλος των κατηγορουμένων όσο και η τέλεση της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά την αντικειμενική της υπόσταση και συγκεκριμένα ότι αυτοί στην Αθήνα την 10-11-2005 (χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή που άλλωστε αποτελεί και το χρόνο τέλεσης του αδικήματος... τυγχάνοντας νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "ΔΙΑΔΗΜ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" εξέδωσαν με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, και ειδικότερα εξέδωσαν την επιταγή με αριθμό ..., με ημερομηνία έκδοσης 10-11-2005, για να πληρωθεί από την "ALPHA BANK AE", για το χρηματικό ποσό των 100.000 Ευρώ, σε διαταγή της "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ, νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογράφησης στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία ως νόμιμη κομίστρια την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, την 10-11-2005 και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής με την αναγνώριση όμως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ 2δ ΠΚ., λόγω της εν μέρει εξόφλησης της επιταγής, ποσού 37.000 Ευρώ, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή των αναιρεσειόντων και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ1α, 27 παρ1, 45 ΠΚ και 79 παρ1 του Ν. 5960/1933 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ 1325/1972 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει ότι πρόκειται για επιταγή μεταχρονολογημένη, την οποία εξέδωσαν οι αναιρεσείοντες πριν από την 7-12-2004 ως νόμιμοι εκπρόσωποι της Εταιρείας "ΔΙΑΔΗΜ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε εις διαταγή της εταιρείας "ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ Α.Ε.Ε." ενώ γνώριζαν ότι η εκδότρια εταιρεία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα " ALFA BANK AE". Ότι η "ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ Α.Ε.Ε" δι'οπισθογραφήσεως ενεχύρασε την επιταγή στην πολιτικώς ενάγουσα την 7-12-2004 (γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες αλλά προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση του σώματος της επιδίκου επιταγής επί του οποίου υπάρχει η σειρά οπισθογράφησης και η σημείωση "07 ΔΕΚ 2004 Αξία ληφθείσα ως ενέχυρο") ,ότι η επιταγή με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 10-11-2005 εμφανίσθηκε στην πληρώτρια Τράπεζα εμπροθέσμως την 10-11-2005, από την ενεχυρούχο νόμιμη κομίστρια πολιτικώς ενάγουσα, η οποία άλλωστε ήταν και η μόνη η οποία εδικαιούτο να την εισπράξει, αλλά δεν πληρώθηκε "λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου", ενώ αιτιολόγησε ειδικώς και τον δόλο των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω με πλήρη και σαφή αιτιολογία απέρριψε τον περί συγγνωστής νομικής πλάνης ισχυρισμό των κατηγορουμένων δοθέντος ότι η επικαλούμενη ύπαρξη της προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη πληρωμής της επιδίκου επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ της "ΔΙΑΔΗΜ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε",εκδότριας της επιταγής και της "ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ Α.Ε.Ε" εις διαταγή της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, την οποία οι αναιρεσείοντες κοινοποίησαν μόνο στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά όχι και στην εξ οπισθογραφήσεως νόμιμη κομίστρια αυτής-πολιτικώς ενάγουσα, και επί της οποίας επιχειρούν οι αναιρεσείοντες να θεμελιώσουν την ουσιαστική βασιμότητα του άνω περί συγγνωστής νομικής πλάνης αυτοτελούς ισχυρισμού τους , δεν ασκεί έννομη επιρροή στην, εν προκειμένω, καθόλα νόμιμη εμφάνιση της εχούσης τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας επιδίκου επιταγής προς πληρωμή από την κατά τα άνω νόμιμη εξ οπισθογραφήσεως ενεχυρούχο κομίστρια και ήδη πολιτικώς ενάγουσα και ως εκ τούτου η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Επίσης δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλομένης εκ του ότι, ενώ δέχεται στο αιτιολογικό ότι οι αναιρεσείοντες αποχώρησαν από την εταιρεία από 26-10-2005 , τους κήρυξε ενόχους για το ότι στις 10-11-2005 τυγχάνοντες νόμιμοι εκπρόσωποι εξέδωσαν επιταγή που δεν πληρώθηκε και τούτο διότι πριν από την αναφορά της αναχώρησης τους γίνεται λόγος κατά τα άνω ότι "ο πραγματικός χρόνος έκδοσης της επιταγής είναι πριν την 7-12-2004, οπότε αυτοί ήταν εκπρόσωποι της εκδότριας εταιρείας". Πρόκειται δηλαδή για μεταχρονολογημένη επιταγή και ως εκ τούτου δεν μπορεί το αιτιολογικό αλλά και το διατακτικό να αποστεί από τα αναγκαία για την τυπική εγκυρότητα αυτής στοιχεία, ήτοι του φερομένου επί του σώματος της επιταγής χρόνου εκδόσεως , αλλά και του χρόνου εμφανίσεως αυτής, από τον συνδυασμό των οποίων(χρόνων ) κρίνεται και το αν συντελέσθηκε το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής, και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ακόμη ρητώς αναφέρεται ότι εγκαλούσα είναι η εξ οπισθογραφήσεως νόμιμη κομίστρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank-Ergasias.AE, η οποία και την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα , στις 10-11-2005 αλλά δεν πληρώθηκε "λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου", φράση που ταυτίζεται εννοιολογικά με την αναφερόμενη στο διατακτικό φράση δεν πληρώθηκε "γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας η εκ μέρους της Τράπεζας EFG Eurobank-Ergasias υποβληθείσα έγκληση υποβλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως . Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις με τις οποίες οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας διότι δεν αναφέρει τα προαναφερόμενα στοιχεία, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και ως εκ τούτου είναι αβάσιμες. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθούν οι αναιρέσεις στο σύνολο τους και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 31 Ιανουαρίου 2013 αιτήσεις των 1) Θ. Β. του Φ. και 2) Ν. Δ. του Α., κατοίκων ... για αναίρεση της 63870/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών .Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ