Αριθμός 1034/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1)Α. ή Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρά Καζαντζή, 2) Ι. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρά Καζαντζή και 3) Ν. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Παύλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 703/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Δ. Χ. του Δ. και 2) Ι. Χ. του Ζ., οι οποίες δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Δεκεμβρίου 2012 και 11 Δεκεμβρίου 2012, αντίστοιχα τρείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1351/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν και οι τρείς προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 3/12/2012 και 11/12/2012 τρείς αιτήσεις αναιρέσεως των Μ. Α., Ι. Β. και Ν. Χ., κατά της 703/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θράκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ' ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), η οποία συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, είτε άλλως από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον, πρέπει δε να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, εν όψει της διάκρισης του άρθρου 28 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας όταν απαγγέλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκτίθεται αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ. Όταν δε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εν όψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες όπου το εν λόγω αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του ή η παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικό καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Προϋποτίθεται βέβαια ότι συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του αποτελέσματος, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, στην περίπτωση κατά την οποία, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει (ΑΠ 436/2012, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 159/2011, ΑΠ 236/2012, ΑΠ 172/2010, ΑΠ 956/2010, 543/2008). Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (αρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ1 όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 102/11, ΑΠ 1322/10, ΑΠ 1005/10, ΑΠ 635/10, ΑΠ 1864/08, ΑΠ 497/07). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε1 του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1005/10). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ1 είδος, ως και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 16-2-2005 και περί ώρα 12.50', ο Ζ. Χ., ηλικίας 79 ετών, δικηγόρος εν ζωή του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης, σύζυγος και πατέρας των ως άνω δύο πολιτικών εναγουσών. αντίστοιχα, παρευρίσκετο σε συνέλευση του άνω Δικηγορικού Συλλόγου, στο Δικαστικό Μέγαρο Κομοτηνής, οπότε και αισθάνθηκε έντονο άλγος επιγαστρίου, εφίδρωση, ζάλη, θόλωση οράσεως και ακολούθως υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο. Αμέσως κλήθηκε ασθενοφόρο και τον μετέφερε περί ώρα 13:40' στα παθολογικά ιατρεία του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ". Στο μεταξύ και μέχρι την άφιξη του ασθενοφόρου ο Ζ. Χ. είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, αφού προηγουμένως του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες από τον συνάδελφο του δικηγόρο Α. Γ. και του έγινε μέτρηση της αρτηριακής πίεσης από τον ιδιώτη ιατρό Γ. Α., η οποία ήταν πολύ χαμηλή (περίπου "5"). Στο Τμήμα Επειγόντων περιστατικών του άνω Νοσοκομείου παρέλαβε τον ασθενή ο τότε ειδικευόμενος ιατρός της Παθολογικής Κλινικής Σ. Κ.. Κατ' αρχήν το περιστατικό εκτιμήθηκε από τον ιατρό- ειδικό Καρδιολόγο του Νοσοκομείου Σ. X. (κατηγορούμενο στον πρώτο βαθμό, ο οποίος απηλλάγη), ο οποίος, εκείνη την ημέρα δεν είχε εφημερία, αλλά εκτελούσε τακτική υπηρεσία στο Νοσοκομείο κατά τις πρωινές ώρες (από 08:00' έως 15:30'), καλύπτοντας τα καρδιολογικά περιστατικά, τούτο δε έγινε διότι ο ασθενής ήταν μεγάλης ηλικίας, είχε ιστορικό αρτηριακής υπέρτασης από ετών, και σ' αυτές τις περιπτώσεις είθισται πάντοτε στο άνω Νοσοκομείο να καλείται, λόγω του αυξημένου κινδύνου, πρώτα καρδιολόγος για εξέταση του ασθενούς. Ο Ζ. Χ. υποβλήθηκε από τον ως άνω ιατρό-καρδιολόγο σε καρδιολογική εξέταση και ηλεκτροκαρδιογράφημα, το οποίο ήταν φυσιολογικό, χωρίς παθολογικά ευρήματα. Ο εν λόγω καρδιολόγος απέκλεισε κατηγορηματικά την πιθανότητα να είχε υποστεί ο ασθενής έμφραγμα ή οποιαδήποτε καρδιολογική πάθηση και είπε στον ειδικευόμενο ιατρό Σ. Κ. να ελεγχθεί αρμοδίως η κοιλιά του για τυχόν άλλη πάθηση. Στο ίδιο συμπέρασμα (περί της απουσίας καρδιολογικού ευρήματος και πιθανολογήσεως παθήσεως στην κοιλιά) κατέληξε και η Διευθύντρια της Καρδιολογικής Κλινικής του άνω Νοσοκομείου Α. Π., η οποία, κατά την αποχώρηση της περί ώρα 15:00' από αυτό, επισκέφθηκε το ΤΕΠ και εξέτασε τον ασθενή, ο οποίος είχε τις αισθήσεις του και είδε τις εξετάσεις που προαναφέρθηκαν. Αφού αποκλείστηκε παντελώς η περίπτωση καρδιακής παθήσεως, ο ειδικευόμενος ιατρός Σ. Κ., ακολουθώντας την συνήθη τακτική που επικρατεί στο Νοσοκομείο, προέβη σε εξετάσεις "ρουτίνας" στον ασθενή, δηλαδή αιματολογικές εξετάσεις, ούρων, μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, η οποία βρέθηκε πολύ χαμηλή (η μεγάλη διαστολική κάτω από 50) ελέγχοντας και την κοιλιά αυτού και παρήγγειλε, λόγω του έντονου κοιλιακού άλγους για το οποίο συνέχισε να παραπονείται ο ασθενής, υπερηχογραφικό έλεγχο ήπατος, χοληφόρων, παγκρέατος και κοιλιακής αορτής, θέτοντας επί του παραπεμπτικού εγγράφου το όνομα του ως άνω ειδικού ιατρού-καρδιολόγου Σ. Χ., δοθέντος ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δικό του ως ειδικευόμενος ιατρός . Εν τω μεταξύ, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών προσήλθε να εξετάσει οικειοθελώς τον ασθενή, κατόπιν κλήσεως των συγγενών του τελευταίου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, που συνδέονταν φιλικά και με μακρινή συγγένεια με την οικογένεια του ασθενούς, Ι. Β., χειρουργός, Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του άνω Νοσοκομείου, ο οποίος δεν είχε μεν εφημερία, βρισκόταν όμως στο Νοσοκομείο εκτελώντας το πρωινό ωράριο υπηρεσίας του, το οποίο έληγε στις 15:30'. Ο εν λόγω κατηγορούμενος επιλήφθηκε του περιστατικού, εξέτασε κλινικά τον ασθενή και διαπίστωσε ότι ο τελευταίος εμφάνιζε όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα συμπτώματα (δηλαδή έντονο κοιλιακό άλγος, ζάλη, εφίδρωση, αμαύρωση οράσεως), ευρισκόμενος σε κατάσταση καταπληξίας (σοκ) και είχε έντονο κοιλιακό φόρτο κατά την ψηλάφηση, ακολούθησε δε αυτόν στον υπερηχογραφικό έλεγχο, που διενεργήθηκε περί ώρα 15:25' από την ιατρό Ακτινοδιαγνωστικής, Επιμελήτρια Β' του ως άνω Νοσοκομείου, Ε. Κ.. Κατά τη διενέργεια του υπερηχογραφήματος (ECHO) κοιλίας, παρουσία του δευτέρου κατηγορουμένου, η ανωτέρω ιατρός-ακτινολόγος ανέφερε προφορικά πως έβλεπε διάταση της κοιλιακής αορτής (δηλαδή ανεύρυσμα), την οποία μετρώντας, βρήκε ότι είχε εύρος 6,7 εκατοστά, δηλαδή μη φυσιολογική, αφού η φυσιολογική διάμετρος της (κοιλιακής αορτής) είναι γύρω στα 2,5 - 3 εκατοστά. Ο ασθενής είχε έντονη αεροπλήνθια, η οποία απέτρεπε την ανωτέρω ακτινολόγο από τη διάγνωση ρήξεως της κοιλιακής αορτής, όπως η ίδια (ακτινολόγος) κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ δεν ήταν δυνατή η χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας σ' αυτόν, λόγω του επείγοντος του περιστατικού. Τότε, ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως αναφέρει στην απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ανευρύσματα αυξάνουν, κατά μέσο όρο, μόνον 0,5 εκατοστά το χρόνο, όπερ σημαίνει κατά την εκτίμηση του πως μία μεγάλη διάταση, όπως η προκείμενη, χρειαζόταν τουλάχιστον 10 έτη για να γίνει, είπε στην ως άνω ακτινολόγο ότι "αυτό είναι παλιά ιστορία" και να ψάξει για κάτι άλλο. Για το διενεργηθέν υπερηχογράφημα η ανωτέρω ακτινολόγος Ε. Κ. συνέταξε το από 16/02/2005 σχετικό ακτινολογικό πόρισμα, όπου αναφέρει τα εξής: "ήπαρ, χοληδόχος κύστη κ.φ., πάγκρεας (όσο απεικονίσθη) κ.φ., κοιλ. αορτή εύρος- 6,70 cm", το οποίο μπήκε στο φάκελο του ασθενούς. Περί ώρα 15:30', με τη λήξη δηλαδή του ωραρίου του, ο δεύτερος κατηγορούμενος αποχώρησε από το Νοσοκομείο, ενώ ανέλαβε εφημερία στο ΤΕΠ ο γενικός ιατρός Γ. Θ., ο οποίος ενημερώθηκε από τον ειδικευόμενο ιατρό Σ. Κ. για το επείγον περιστατικό, ότι έγιναν όλες οι απαιτούμενες εξετάσεις και ότι ανέμεναν τον τρίτο κατηγορούμενο Ν. Χ., ειδικό Χειρουργό, ο οποίος εφημέρευε τότε στην Χειρουργική Κλινική του άνω Νοσοκομείου και στο ΤΕΠ χειρουργικής και διενεργούσε χειρουργική επέμβαση σε άλλο ασθενή, να εξετάσει τον ασθενή Ζ. Χ.. Πράγματι αυτός, περί ώρα 16.00', εξερχόμενος του χειρουργείου, μετέβη στον χώρο του ΤΕΠ, όπου ενημερώθηκε από τον Γ. Θ. για το περιστατικό και παρουσία του, προέβη σε σύντομη εξέταση του ασθενούς που βρισκόταν σε κατάσταση καταπληξίας (σοκ) και εξέρχονταν από αυτό και αποφάνθηκε ότι το περιστατικό δεν ήταν χειρουργικό και συνέστησε να εισαχθεί στην Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου για παρακολούθηση. Ο Γ. Θ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέθεσε πως δεν γνωρίζει εάν ο τρίτος κατηγορούμενος, στον οποίο υπέδειξε τον φάκελο του ασθενούς, που βρισκόταν στο τραπέζι του θαλάμου, έλαβε γνώση αυτού. Ο ίδιος ο τρίτος κατηγορούμενος, απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είπε επί λέξει "ο γιατρός του ΤΕΠ με διαβεβαίωσε ότι ο υπέρηχος ήταν καλός. Αν υπήρχε υποψία από μέρους μου ότι είναι ανεύρυσμα, θα ζητούσα αξονική όχι υπέρηχο. Δεν είχα λόγο να αμφισβητήσω τον κ. Θ.. Όταν κατέβηκα μου μίλησαν σαν να είχε ξεκαθαριστεί τo θέμα του ανευρύσματος. Φοβούμαι ότι παρασύρθηκα βλέποντας τα γραφόμενα του συναδέλφου", εννοώντας τον Θ., ο οποίος, ενεργώντας με προκλητική αδιαφορία ("πράξη ρουτίνας" όπως τη χαρακτήρισε στην κατάθεση του), χωρίς καν να διαβάσει τις εξετάσεις του Ζ. Χ., συνέταξε το από 16.02.2005 δελτίο εισαγωγής του τελευταίου στην Παθολογική Κλινική του άνω Νοσοκομείου, αναγράφοντας ότι τα ευρήματα των εξετάσεων ήταν φυσιολογικά. Τα ίδια σχεδόν επανέλαβε ο παραπάνω κατηγορούμενος (3ος) κατά την απολογία του στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναφέροντας επί λέξει: "Βασίστηκα και καθησύχασα απ' αυτά που μου είπαν οι συνάδελφοι και δεν έψαξα παραπάνω". Ακολούθως, περί ώρα 16:30', ο ασθενής μεταφέρθηκε στην Παθολογική Κλινική, σε κατάσταση κυκλοφοριακής αστάθειας, ήταν ψυχρός, ιδίως στα άκρα, ωχρός με χαμηλή πίεση (συστολική κάτω από 85, διαστολική κάτω από 50, σφίξεις πάνω από 105), βρισκόταν δηλαδή σε κατάσταση καταπληξίας (σοκ). Εκεί τον παρέλαβε η πρώτη κατηγορούμενη, Α. Α., Παθολόγος και Διευθύντρια της ως άνω Κλινικής, η οποία προσπάθησε να τον σταθεροποιήσει αιμοδυναμικά με τη χορήγηση υγρών και ινοτρόπων φαρμάκων. Ο αιματοκρίτης του ήταν 36,1. Ο ασθενής είχε μετεωρισμό, τον οποίο η παραπάνω προσπάθησε να εξαλείψει με σωλήνα αερίου, πλην όμως, δεν έγινε τίποτε. Στους συγγενείς και φίλους που παραβρίσκονταν εκεί είπε ότι έπασχε από ίωση, διότι η καταπληξία που είχε μπορούσε να προέρχεται από οξεία ίωση. Παρήγγειλε νέα αιματολογική εξέταση και περί ώρα 20:00' διαπίστωσε ότι ο αιματοκρίτης είχε πέσει σε 31,1, ενώ η πίεση του ασθενούς διαρκώς αυξομειωνόταν και δεν σταθεροποιούνταν. Η εν λόγω κατηγορουμένη, κατά την απολογία της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανέφερε ότι τότε (δηλαδή περί ώρα 20.00), το πρώτον, ανησύχησε και υποπτεύτηκε την ύπαρξη ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της, ο φάκελος του ασθενούς ήταν ελλιπής ως προς το πόρισμα του υπερήχου και τα φίλμς και το δελτίο εισαγωγής του στην Παθολογική Κλινική ανέγραφε ότι το καρδιογράφημα πού έγινε ήταν φυσιολογικό, ο δε υπέρηχος κοιλίας χωρίς παθολογικά ευρήματα. Ωστόσο όμως, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Α. Κ., τότε Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής, η πρώτη κατηγορουμένη σε τηλεφωνική τους επικοινωνία, προς ενημέρωση του, περί ώρα 20:00' της ίδιας ημέρας (16-2-2005), του ανέφερε ότι ο ως άνω ασθενής εισήχθη στην Παθολογική Κλινική "με επαπειλούμενη ρήξη ανευρύσματος" καθώς και ότι "η ίδια είχε κλινική διάγνωση ότι ήταν ανεύρυσμα και υπήρχε κίνδυνος να ραγεί", χωρίς να του εκθέσει από πού συνήγαγε τα παραπάνω, γι' αυτό και αποφάσισαν αμέσως να διενεργηθεί αξονική τομογραφία κοιλίας. Σημειωτέον ότι, η αναγκαιότητα της διενέργειας αξονικής τομογραφίας είχε τεθεί από τη σύζυγο και τη θυγατέρα του ασθενούς ήδη από τις απογευματινές ώρες, στον δεύτερο κατηγορούμενο (Ι. Β.), αλλά και μετά την εισαγωγή του ασθενούς στην Παθολογική Κλινική στην πρώτη κατηγορουμένη (Α. Α.), αμφότεροι, όμως, είπαν ότι έπρεπε να περιμένουν, πως δεν γινόταν να την κάνουν, η δε τελευταία δεν μετακινούσε τον ασθενή αν δεν σταθεροποιούνταν αιμοδυναμικά. Επισημαίνεται ότι στον αξονικό τομογράφο, την συγκεκριμένη ημέρα γινόταν τακτικός έλεγχος, ωστόσο, όμως, μπορούσε να γίνει εξέταση, σε περίπτωση ανάγκης, καθόσον η συναρμολόγηση του, σύμφωνα με την μαρτυρική κατάθεση της ακτινολόγου Ε. Κ., απαιτεί περίπου δεκαπέντε λεπτά της ώρας και ήδη, από ώρα 16:30' περίπου της ίδιας ημέρας είχαν διενεργηθεί αξονικές τομογραφίες σε άλλους ασθενείς. Τελικώς, η αξονική εξέταση του ασθενούς προγραμματίστηκε να γίνει μετά και την παρέμβαση τρίτων προσώπων (όπως του τότε Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης) και την εντολή του Διευθυντή της Παθολογικής Κλινικής Α. Κ.. Ο χειριστής, όμως, του ακτινολογικού μηχανήματος του αξονικού τοπογράφου, παρότι εφημέρευε, βρισκόταν στο σπίτι του και καθυστέρησε να προσέλθει στο Νοσοκομείο, ενώ ο ένας από τους συνολικά δύο τραυματιοφορείς, λόγω του φόρτου εργασίας, κατάφερε τελικώς να μεταφέρει τον ασθενή στο θάλαμο αξονικής περί ώρα 22:00 της ίδιας ημέρας. Η αξονική τομογραφία (CT) κοιλίας διενεργήθηκε από ώρα 22:00' έως 22:30' από την ίδια ως άνω ακτινολόγο (Ε. Κ.), το δε πόρισμα αυτής ήταν "ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής max διαμέτρου 7,5 cm αμέσως κάτωθεν της έκφυσης των νεφρικών αρτηριών μέχρι τον διχασμό της αορτής με τοιχωματικό θρόμβο και παρουσία συλλογών περιαορτικά, στον πρόσθιο παρανεφρικό χώρο, που πιθανολογούν ρήξη" (βλ. το σχετικό ακτινολογικό πόρισμα). Κατόπιν αυτού η πρώτη κατηγορουμένη επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, στο Αγγειοχειρουργικό Τμήμα του οποίου έπρεπε να εισαχθεί επειγόντως ο ασθενής, καθόσον, το Νοσοκομείο Κομοτηνής δεν διαθέτει τέτοιο τμήμα, ούτε ανάλογα εργαλεία και προγραμματίστηκε η άμεση διακομιδή του εκεί. Τελικώς, αφού επέστρεψε το ασθενοφόρο που θα πραγματοποιούσε τη μεταφορά από τις Σάπες, όπου βρισκόταν, ο ασθενής μεταφέρθηκε στο άνω Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, συνοδεία του ως άνω ειδικευόμενου ιατρού Σ. Κ., όπου και έφθασε περί ώρα 12.00 -12.30' νυχτερινή. Εκεί οδηγήθηκε επειγόντως στο χειρουργείο ο ασθενής και πραγματοποιήθηκε άμεσα (περί ώρα 1.00) χειρουργική επέμβαση αυτού από τον ιατρό αγγειοχειρουργό, Αναπληρωτή Καθηγητή Αγγειοχειρουργικής, Μ. Λ., για ραγέν ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής (βλ. το από 16-2-2005 φύλλο νοσηλείας του άνω Νοσοκομείου). ΣΤΟ από 17-2-2005 έγγραφο περιγραφής εγχείρησης του άνω αγγειοχειρουργού, αναγράφεται: "αμέσως μετά την διάνοιξη του περιτοναίου αθρόα αιμορραγία, λόγω πρόσθιας ρήξης ευμεγέθους ανευρύσματος κοιλιακής αορτής (8 cm max διάμετρος)". Μετά το πέρας της εγχείρησης, στις 06:15' της 17ης-2-2005, ο ασθενής οδηγήθηκε από το χειρουργείο στη ΜΕΘ (Μονάδα Εντατικής Θεραπείας), με απροσδιόριστη ΑΠ (αρτηριακή πίεση) κατά τη μεταφορά, έγινε προσπάθεια αναζωογόνησης με ΚΑΡΠΑ, πλην όμως ήταν ανεπιτυχής, όπου και κατέληξε στις 08:05' της 17/02/2005 (βλ. το σχετικό φύλλο νοσηλείας της Αγγειοχειρουργικής Κλινικής του άνω Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης). Με βάση τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του Ζ. Χ., που επήλθε, κατά τα ανωτέρω, από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, οφείλεται σε αμέλεια (μη συνειδητή) των κατηγορουμένων ιατρών, Α. Α. -ειδικού παθολόγου, Ι. Β. - ειδικού χειρουργού και Ν. Χ. Κ. - ειδικού χειρουργού, οι οποίοι, αν και ήταν υπόχρεοι συνεπεία του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή έχοντας τόσο από τις κείμενες διατάξεις περί ιατρικής δεοντολογίας (αρθρ. 1, 2, 9 του ν. 3418/2005), όσο και από την έννομη θέση τους, ως νοσοκομειακών ιατρών σε κρατικό νοσοκομείο που εφημέρευε, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος της ανθρωποκτονίας των ασθενών του νοσοκομείου, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, ως μέσοι συνετοί ιατροί με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, ο δεύτερος ως επιληφθείς εν τοις πράγμασι του ασθενούς και οι λοιποί ως εφημερεύοντες ιατροί, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν με την συμπεριφορά τους, που συνίσταται κυρίως σε παραλείψεις τους ως ιατρών του Γ.Ν. Κομοτηνής και ενεργώντας αμελώς και παρά τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας που επέβαλαν να χειριστούν άμεσα και να ενεργήσουν, δεν εκτίμησαν δεόντως, ορθά και έγκαιρα το διαγνωσθέν κατά τον ακτινολογικό έλεγχο εύρος των 6,7εκ. της κοιλιακής αορτής που, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα συμπτώματα (έντονο κοιλιακό άλγος-καταπληξία), που ήταν πρόδρομα ρήξεως, την κλινική εικόνα του ασθενούς και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, καταδεικνύουν, κατά τα διδάγματα και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, συγκαλυμμένη ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, ή οποία χρήζει άμεσης και ειδικευμένης αντιμετώπισης, δεν προέβησαν εγκαίρως σε αξονική τομογραφία, ώστε να έχουν πλήρη και ακριβή εικόνα του ανευρύσματος και δεν επιμελήθηκαν, αν και είχαν διαγνωσμένο ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής του προαναφερθέντος εύρους, για την άμεση διακομιδή του ασθενούς στο Αγγειοχειρουργικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, αφού το Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής δεν διέθετε ανάλογο τμήμα και υποδομή για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών, αλλά, αντ' αυτού, ο Ζ. Χ. παρέμενε, με μια υποψία ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, στο άνω Νοσοκομείο Κομοτηνής από τις 13:40' έως και τις 22;00'-22.30', οπότε, τελικώς, πραγματοποιήθηκε η αξονική τομογραφία και διαγνώσθηκε ότι το εύρος του ανευρύσματος ανήρχετο στα 7,5 εκ. και εντοπίζονταν αμέσως κάτωθεν της εκφύσεως των νεφρικών αρτηριών μέχρι το διχασμό της αορτής, με τοιχωματικό θρόμβο και παρουσία συλλογών περποναϊκά στο πρόσθιο παρανεφρικό χώρο, στοιχεία που πιθανολογούν ρήξη, η οποία επιβεβαιώθηκε από τους χειρουργούς (αγγειοχειρουργό Μ. Λ. και βοηθούς του) του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης που ανέλαβαν να αντιμετωπίσουν χειρουργικά τον μεταφερθέντα σε αυτούς ασθενή, οι οποίοι διέγνωσαν ραγέν ανεύρυσμα, του οποίου η αντιμετώπιση καθυστέρησε, καθώς και την ύπαρξη μεγάλης ποσότητας αίματος (3 λίτρα περίπου) στην κοιλιακή χώρα, και το οποίο, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφερε το θάνατο του ασθενούς. Ειδικότερα, η πρώτη κατηγορούμενη, Α. Α. - ειδική παθολόγος, αν και ο ασθενής εισήχθη στην Παθολογική Κλινική με συμπτώματα οξείας κυκλοφορικής ανεπάρκειας και αδύναμος αιμοδυναμικά, δηλαδή, παρουσίαζε μειωμένη αρτηριακή πίεση, κατά το χρονικό διάστημα από της εισαγωγής του (16.30') έως ώρα 20:00' της 16.02.2005, δεν ασχολήθηκε επισταμένως με τη διερεύνηση της αιτίας που προκάλεσε το λιποθυμικό επεισόδιο (σοκ), ως όφειλε να πράξει σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής, αλλά οι προσπάθειες της εξαντλήθηκαν στην αντιμετώπιση της υπότασης, χωρίς να αξιολογήσει και τα υπόλοιπα εμφανέστατα συμπτώματα που παρουσίαζε ο ασθενής και που παρέπεμπαν τουλάχιστον σε ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Δεν φρόντισε, ως όφειλε, να ενημερωθεί υπεύθυνα για τα αποτελέσματα του ακτινολογικού ελέγχου (υπερηχογραφήματος) από την ακτινολόγο-ιατρό Ε. Κ., παρά την υποψία του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής που υπήρχε, και ήταν γνώστης, όπως αποδείχθηκε. Ακόμη, όμως, και αν υποτεθεί ότι δεν υφίστατο ακτινολογικό πόρισμα υπερήχου και φιλμς, δεν ζήτησε να προσκομιστούν αυτά ή να γίνει νέος υπέρηχος. Αντιθέτως, χειρίσθηκε το περιστατικό κατά παράβαση των ιατρικών κανόνων, αφού δεν αξιολόγησε ορθά την αυξομείωση της πιέσεως του ασθενούς, παρότι του χορηγούσε φαρμακευτική αγωγή, ούτε αντιλήφθηκε προ της 20:00' ώρα, την μείωση του αιματοκρίτη του (1η εξέταση 36,1 - 2η εξέταση 31,1), γεγονός που καταδείκνυε εσωτερική αιμορραγία, αλλά δεν έλαβε σοβαρά υπόψη της και την εν γένει συμπτωματολογία και την εικόνα του ασθενούς, γι αυτό και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πάθηση, παρότι γνώριζε την ύπαρξη υποψίας για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής και κατ' επέκταση δεν προχώρησε στις ενδεδειγμένες ενέργειες, παραγγέλλοντας άμεσα, ήτοι, προ της 20:00', την πλέον ενδεδειγμένη διαγνωστική εξέταση της αξονικής τομογραφίας και την άμεση διακομιδή του ασθενούς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης, αλλά αντιμετώπισε την κατάσταση του χορηγώντας του σωλήνα αερίων και φαρμακευτική αγωγή που θα ανέβαζε την πίεση του, ενέργεια απαγορευτική επί ρήξεως κοιλιακής αορτής, ενώ όφειλε, εφόσον πλέον ο ασθενής εισήχθη στην κλινική και τον ανέλαβε η ίδια, η οποία τελούσε σε εγγυητική θέση για την περαιτέρω κατάσταση της υγείας του, να φροντίσει να ενημερωθεί υπεύθυνα γι' αυτή αλλά και να συνεργασθεί με άλλους ειδικούς ιατρούς προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, καταλήγοντας σε μια έγκυρη και ορθή διάγνωση και όχι να εφησυχάσει σε μια διάγνωση που αναιρούνταν από τα συμπτώματα και την εν γένει κλινική εικόνα του ασθενούς και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ι. Β., ειδικός χειρουργός, Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του ανωτέρω Νοσοκομείου Κομοτηνής, ο οποίος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν είχε εφημερία στις 16.02.2005, εν τούτοις, κατόπιν κλήσεως των συγγενών του ασθενούς, μετέβη στο παθολογικό του ΤΕΠ και επιλήφθηκε, εν τοις πράγμασι, της καταστάσεως του τελευταίου, αφού τον εξέτασε κλινικά και διαπίστωσε ότι παρουσίαζε συμπτώματα έντονου κοιλιακού άλγους, ζάλη, εφίδρωση, αμαύρωση οράσεως και υπόταση, βρισκόταν δηλαδή σε κατάσταση καταπληξίας (σοκ) και είχε έντονο κοιλιακό φόρτο και τον συνόδευσε στο εργαστήριο του ακτινολογικού έλεγχου του υπερήχου και παρίστατο στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας, παρά ταύτα, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, παρέλειψε να διαγνώσει την ύπαρξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, αντιθέτως δε, αξιολόγησε εσφαλμένα το εύρημα του υπερηχογραφήματος της ιατρού ακτινολόγου Ε. Κ. που έδειξε εύρος κοιλιακής αορτής διαμέτρου 6,7 εκ. (που είναι τριπλάσιο σχεδόν του φυσιολογικού), ως "παλιά ιστορία", δηλαδή παλαιό ανεύρυσμα, χωρίς ωστόσο να προκύπτει κάτι τέτοιο από το ιστορικό του ασθενούς και την προέτρεψε να προβεί σε περαιτέρω έλεγχο, αν και γνώριζε την επικινδυνότητα της ρήξης ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής και τη δυσκολία που παρουσιάζει η χειρουργική αντιμετώπιση του, καθώς και ότι στο Νοσοκομείο της Κομοτηνής δεν διαθέτει αγγειοχειρουργικό τμήμα, παραμένοντας δε στην εσφαλμένη διάγνωση του, αν και είχε ως ειδικός χειρουργός τις γνώσεις και την εμπειρία να εκτιμήσει ορθά τα παραπάνω ευρήματα, αποχώρησε από το χώρο του Νοσοκομείου, δίχως να φροντίσει, ως όφειλε, να ενημερώσει τους εφημερεύοντες ιατρούς για την άκρως σοβαρή κατάσταση του ασθενούς και δίχως να προσπαθήσει να προκαλέσει, μέσω αυτών (εφημερευόντων ιατρών), τον άμεσο έλεγχο της κοιλιακής αορτής με αξονική τομογραφία, συμβουλεύοντας τους για την αναγκαιότητα της. Αποτέλεσμα της παράλειψης του να εκτιμήσει ορθά τα ευρήματα του υπερηχογραφήματος αλλά και της αποχώρησης του χωρίς να ενημερώσει τους λοιπούς ιατρούς για την κατάσταση του ασθενούς και χωρίς να επιμείνει στην διενέργεια της αξονικής, ήταν να επαναπαυθούν οι υπόλοιποι που ασχολήθηκαν με το περιστατικό ιατροί (ειδικευόμενοι και ειδικοί) και να εμπιστευθούν τη διάγνωση του εν λόγω κατηγορουμένου, που χαίρει, ως έμπειρος ειδικός χειρουργός, της εμπιστοσύνης των υπολοίπων ιατρών και να μην δώσουν τη δέουσα προσοχή στις εξετάσεις και την κλινική εικόνα του ασθενούς, αλλά και στο υπερηχογράφημα που διενεργήθηκε. Ο τρίτος κατηγορούμενος, Ν. Χ., ειδικός χειρουργός, αν και κλήθηκε να εξετάσει τον ασθενή μετά την αναχώρηση τόσο του Κ., όσο και του Β., και μη έχοντας ενημερωθεί από αυτούς για τα αποτελέσματα των εξετάσεων και την εν γένει κατάσταση της υγείας του, εντούτοις δεν φρόντισε να εξετάσει επισταμένως τον ασθενή, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση καταπληξίας (σοκ) και εξέρχονταν από αυτό και να λάβει γνώση ο ίδιος προσωπικά του πορίσματος του υπερηχογραφήματος, ούτε έλαβε ανά χείρας τα φιλμς της εξέτασης, διότι, εάν έπραττε τούτο, θα διαπίστωνε, καθόσον είχε τις γνώσεις να αναγνώσει την απεικόνιση ενός υπερηχογραφήματος, ότι υπήρχε διάταση (δηλαδή ανεύρυσμα) της κοιλιακής αορτής 6,7 εκ., που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα συμπτώματα που εμφάνιζε ο ασθενής παραπέμπουν σε συγκαλυμμένη ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, αλλά αρκέστηκε στη διαβεβαίωση του ιατρού Θ. αναφορικά, με τη διάγνωση του Ιατρού Ι. Β. περί "παλαιού ανευρύσματος" κοιλιακής αορτής και κατά συνέπεια, ως μη χρήζοντας χειρουργικής αντιμετώπισης του περιστατικού, κατά την εσφαλμένη άποψη που σχημάτισε, παρήγγειλε την εισαγωγή του ασθενούς στην παθολογική κλινική, παραλείποντας να παραγγείλει τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας και την άμεση διακομιδή του ασθενούς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης. Ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι δεν υφίστατο πόρισμα υπερηχογραφήματος και ότι έλειπε το τρίτο φιλμ της εξέτασης της κοιλιακής αορτής, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής, τότε, με την εμπειρία που έχει ο ίδιος, με τα συμπτώματα που του περιέγραψαν οι άλλοι ιατροί και, κυρίως, με επισταμένη προσοχή της κλινικής εικόνας του ασθενούς, που βρισκόταν σε καταπληξία, θα έπρεπε να παραγγείλει άμεσα ο ίδιος νέο υπερηχογράφημα ή προσκόμιση του πορίσματος του προηγούμενου, μαζί με πλήρη σειρά των φιλμς, ήτοι, με απεικόνιση και της κοιλιακής αορτής, και σε κάθε περίπτωση να παραγγείλει την απολύτως ενδεδειγμένη εξέταση της αξονικής τομογραφίας, εν τούτοις, όμως, υπό καθεστώς βιασύνης ενεργώντας, παρέλειψε να πράξει τούτο και αρκέστηκε στην αόριστη αναφορά του Ιατρού Θ., ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν είχε κάνει καν τον κόπο να ανοίξει και να διαβάσει τον φάκελο του ασθενούς. Οι ως άνω παραλείψεις των κατηγορουμένων, είχαν, όπως προαναφέρθηκε, ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Ζ. Χ., ο οποίος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτές και αποτελεί επακόλουθο τους, το αποτέλεσμα δε αυτό του θανάτου του ασθενούς οι κατηγορούμενοι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν καταβάλουν ως ιατροί, δεν το προέβλεψαν, παρόλο που όφειλαν και που μπορούσαν να το πράξουν. Επομένως, πρέπει οι παραπάνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια". -Ακολούθως με βάση το σκεπτικό αυτό το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: "...στην Κομοτηνή την 16-2-2005 από έλλειψη της προσοχής και ιδιαίτερης επιμέλειας την οποία όφειλαν, λόγω του επαγγέλματος τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους, με συνέπεια να προξενήσουν το θάνατο, σε άλλο άτομο-ασθενή ο οποίος τελούσε υπό την ιατρική περίθαλψη τους. Ειδικότερα : Η κατηγορουμένη Α. Α., Ειδικός Παθολόγος, καίτοι ο ασθενής Ζ. Χ. εισήχθη στην Παθολογική Κλινική του ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟΥ Νοσοκομείου Κομοτηνής με συμπτώματα οξείας κυκλοφορικής ανεπάρκειας και αδύναμος αιμοδυναμικά, δηλαδή, παρουσίαζε μειωμένη αρτηριακή πίεση, κατά το χρονικό διάστημα από της εισαγωγής του (16:30') έως ώρα 20:00' της 16.02.2005, δεν ασχολήθηκε επισταμένως με τη διερεύνηση της αιτίας που προκάλεσε το λιποθυμικό επεισόδιο (shock), ως όφειλε να πράξει σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής, αλλά οι προσπάθειες της εξαντλήθηκαν στην αντιμετώπιση της υπότασης. Δεν φρόντισε, ως όφειλε, να ενημερωθεί υπεύθυνα για τα αποτελέσματα τον ακτινολογικού ελέγχου από την ειδική ιατρό (Ε. Κ.), παρά την υποψία του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής που υπήρχε, για την οποία και η ίδια ήταν ενήμερη. Αντιθέτως, χειρίσθηκε το περιστατικό αμελώς και κατά παράβαση των ιατρικών κανόνων, αφού αγνοώντας τη σημαντική μείωση του δείκτη του αιματοκρίτη (1η εξέταση 36,1 - 2η εξέταση 31,1), γεγονός που καταδείκνυε εσωτερική αιμορραγία και μη λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη της την κακή κλινική εικόνα του ασθενούς και τα συμπτώματα του, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πάθηση και κατ' επέκταση, δεν προχώρησε στις ενδεδειγμένες ενέργειες, αλλά αντιμετώπισε την κατάσταση του ασθενούς χορηγώντας του σωλήνα αερίων και φαρμακευτική αγωγή για την αιμοδυναμική του ανάταξη, ενώ όφειλε, εφόσον πλέον ο ασθενής εισήχθη στην κλινική την οποία διεύθυνε και τελούσε σε εγγυητική θέση για την περαιτέρω κατάσταση της υγείας του, να φροντίσει να ενημερωθεί υπεύθυνα γι' αυτή αλλά και να συνεργασθεί με άλλους ειδικούς ιατρούς προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, καταλήγοντας σε μια έγκυρη και ορθή διάγνωση και όχι να εφησυχάσει σε μια διάγνωση που αναιρούνταν από τα συμπτώματα του ασθενούς και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων. Περαιτέρω δε, όφειλε να προβεί στην πλέον ενδεδειγμένη διαγνωστική εξέταση της αξονικής τομογραφίας σε χρόνο πολύ πιο σύντομο από αυτόν που έγινε τελικά (την 10η νυκτερινή), καθώς ο ασθενής διατηρούσε τις αισθήσεις του και κατά διαστήματα ανακτούσε τις φυσιολογικές τιμές των ζωτικών του σημείων ήδη πριν από τις 20:00 -μ.μ. και δεν υπήρχε πρόβλημα για τη διενέργεια της αξονικής τομογραφίας. Εξάλλου ούτε το όποιο γεγονός προσωρινής συντήρησης του μηχανήματος μπορούσε να αναστείλει τον διαγνωστικό έλεγχο, καθώς η περίπτωση του ασθενούς όφειλε να χαρακτηρισθεί άκρως σοβαρή και επείγουσα και να μεταφερθεί για την πραγματοποίηση του σε ιδιωτικό εργαστήριο. Αποτέλεσμα της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς των ιατρών που χειρίσθηκαν το περιστατικό του ασθενούς Ζ. Χ. ήταν να μην εκτιμηθεί δεόντως, ορθά και έγκαιρα το διαγνωσθέν κατά τον ακτινολογικό έλεγχο εύρος των 6,7.εκ. της κοιλιακής αορτής που, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα συμπτώματα, την κλινική εικόνα του ασθενούς και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων καταδεικνύουν, κατά τα διδάγματα και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, συγκαλυμμένη ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, η οποία χρήζει άμεσης και ειδικευμένης αντιμετώπισης, αντ' αυτού, ο Ζ. Χ. παρέμενε, με μια υποψία ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, στην Παθολογική Κλινική του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου Κομοτηνής, από τις 13.40' έως και τις 22.00', όταν, τελικά, πραγματοποιήθηκε η αξονική τομογραφία και διαγνώσθηκε ότι το εύρος του ανευρύσματος είχε φτάσει στα 7,5.-εκ. και εντοπίζονταν αμέσως κάτωθεν της εκφύσεως των νεφρικών αρτηριών μέχρι το διχασμό της αορτής, με τοιχωματικό θρόμβο και παρουσία συλλογών περιτοναϊκά στο πρόσθιο παρανεφρικό χώρο, στοιχεία που πιθανολογούν ρήξη και η οποία επιβεβαιώθηκε από τους χειρουργούς του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης που ανέλαβαν να αντιμετωπίσουν χειρουργικά τον μεταφερθέντα σε αυτούς ασθενή και διέγνωσαν ραγέν ανεύρυσμα του οποίου η αντιμετώπιση καθυστέρησε, καθώς και την ύπαρξη μεγάλης ποσότητας αίματος (3.-λίτρα περίπου) στην κοιλιακή χώρα και το οποίο ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατο του. Ο κατηγορούμενος Ι. Β., ειδικός χειρουργός, Διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του ανωτέρω νοσηλευτικού ιδρύματος μη έχοντας εφημερία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ευρισκόμενος, όμως, στο νοσοκομείο, κατόπιν κλήσεως των συγγενών του ασθενούς, επιλήφθηκε, εν τοις πράγμασι, της κατάστασης του ασθενούς. Ειδικότερα, συνοδεύοντας τον ασθενή Ζ. Χ. στο εργαστήριο του ακτινολογικού ελέγχου και παριστάμενος στο θάλαμο, καίτοι παρουσίαζε συμπτώματα έντονου άλγους στο επιγάστριο, ζάλη, εφίδρωση, υπόταση και θόλωση όρασης και εισήχθη λόγω αιφνίδιου λιποθυμικού επεισοδίου και ενώ κλινικώς διέγνωσε σφύζουσα κοιλιακή αορτή, παρά ταύτα, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, παρέλειψε να διαγνώσει την ύπαρξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής, αντιθέτως δε, αξιολόγησε εσφαλμένα το εύρημα της Ιατρού Ακτινολόγου Ε. Κ., για εύρος κοιλιακής αορτής διαμέτρου 6,7.-εκ., ως "παλιά ιστορία", χωρίς ωστόσο να προκύπτει κάτι τέτοιο από το ιστορικό του ασθενούς, προτρέποντας την, παράλληλα, να προβεί σε περαιτέρω έλεγχο, καίτοι γνώριζε την επικινδυνότητα της ρήξης ανευρύσματος κοιλιακής αορτής και τη δυσκολία που παρουσιάζει η χειρουργική αντιμετώπιση του, ενώ, ταυτόχρονα, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση ενός περιστατικού ρήξης ανευρύσματος στο συγκεκριμένο Νοσοκομείο, καθόσον δεν διαθέτει αγγειοχειρουργό αλλά ούτε τα αναγκαία ιατρικά εργαλεία για μια τέτοια επέμβαση. Μένοντας στην εσφαλμένη διάγνωση του, αν και είχε και τις γνώσεις ως ειδικός χειρουργός και την εμπειρία να εκτιμήσει ορθά τα ευρήματα και χαρακτηρίζοντας το ανευρεθέν ανεύρυσμα ως "παλαιά ιστορία", αποχώρισε από το χώρο του Νοσοκομείου, χωρίς να φροντίσει, ως όφειλε, να ενημερώσει τους εφημερεύοντες ιατρούς για την σοβαρότατη κατάσταση του ασθενούς, ενώ παρέλειψε να παραγγείλει την απόλυτα ενδεδειγμένη εξέταση της αξονικής τομογραφίας (την διενέργεια της οποίας δεν προσπάθησε να προκαλέσει ούτε μέσω των εφημερευόντων ιατρών, συμβουλεύοντας αυτούς για την άμεση αναγκαιότητα της), ακόμα και σε ιδιωτικό ιατρείο λόγω του επείγοντος της κατάστασης, αν υποτεθεί ότι το μηχάνημα του νοσοκομείου δε λειτουργούσε, προσωρινά, εξαιτίας συντήρησης. Αποτέλεσμα της παράλειψης του κατηγορουμένου να εκτιμήσει ορθά τα ευρήματα του υπερηχογραφήματος αλλά και της αποχώρησης του χωρίς να ενημερώσει τους λοιπούς ιατρούς για την κατάσταση του ασθενούς και χωρίς να παραγγείλει ή να ζητήσει από τους εφημερεύοντες ιατρούς να παραγγείλουν αυτοί την αξονική, ήταν να μην ασχοληθεί κανείς ειδικός ή ειδικευόμενος ιατρός σοβαρά με την περίπτωση του ασθενούς, αλλά όλοι επαναπαύτηκαν και εμπιστεύτηκαν τη διάγνωση τον έμπειρου ειδικού χειρουργού περί "παλαιού ανευρύσματος", ο οποίος επιλήφθηκε του περιστατικού, χωρίς καν να ζητήσουν να λάβουν ή να ενημερωθούν για το πόρισμα του ακτινολογικού ελέγχου (υπέρηχος) που διενεργήθηκε. Ο κατηγορούμενος Ν. Χ., ειδικός χειρουργός, καίτοι κλήθηκε να εξετάσει τον ασθενή Ζ. Χ. μετά την αναχώρηση τόσο του ειδικευόμενου ιατρού Σ. Κ. όσο και του Ι. Β. και μη έχοντας ενημερωθεί από αυτούς για τα αποτελέσματα των εξετάσεων και την εν γένει κατάσταση της υγείας του, δεν φρόντισε να λάβει γνώση ή να ζητήσει το πόρισμα του υπερηχογραφήματος ούτε έλαβε ανά χείρας τα φιλμς της εξέτασης, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, διότι τότε θα αντιλαμβανόταν ότι δεν απεικονιζόταν το όργανο της κοιλιακής αορτής αλλά μόνο το ήπαρ και η χοληδόχος κύστη, καθόσον είχε τις γνώσεις να αναγνώσει την απεικόνιση ενός υπερηχογραφήματος, αλλά αρκέστηκε στη διαβεβαίωση των υπολοίπων ιατρών αναφορικά, με τη διάγνωση του Ιατρού Ι. Β. περί "παλαιού" ανευρύσματος κοιλιακής αορτής και κατά συνέπεια, ως μη χρήζοντας χειρουργικής αντιμετώπισης του περιστατικού, κατά την εσφαλμένη άποψη που σχημάτισε, παρήγγειλε την εισαγωγή του στην παθολογική κλινική". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια άνευ συνειδήσεως με παράλειψη, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1β, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών ή διατάξεων και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης που αναγνώστηκαν, απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Επίσης αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να αποτρέψουν το αποτέλεσμα του θανάτου του ανωτέρω Ζ. Χ., καθώς και οι επιτακτικοί κανόνες από τους οποίους απορρέει η υποχρέωση τους αυτή (οι διατάξεις των άρθρων 1,2,9 του Ν. 3418/2005 "περί ιατρικής δεοντολογίας", όσο και η έννομη θέση τους, ως νοσοκομειακών ιατρών σε Κρατικό Νοσοκομείο που εφημέρευε). Περαιτέρω, παρατίθενται στην απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του ασθενούς, οι οφειλόμενες σε αμέλεια με παραλείψεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, το είδος της αμέλειας (μη συνειδητή), και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του αποτελέσματος. Ως εκ τούτου, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των αποδιδόμενων σ' αυτούς ιατρικών παραλείψεων και του αξιοποίνου, μη προβλεφθέντος, αποτελέσματος, διότι από την είσοδο του θανόντος στο Νοσοκομείο "Σισμανόγλειο" Κομοτηνής μέχρι την "κατάληξη του" στο Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης μεσολάβησε " μεγάλο χρονικό διάστημα" και "σωρός" ιατρικών πράξεων και επεμβάσεων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι των αναιρέσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αναιρέσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αναιρέσεις, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3/12/2012 και 11/12/2012 τρείς αιτήσεις των Μ. Α. του Ν., Ι. Β. του Ν. και Ν. Χ. του Ι., για αναίρεση της 703/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ