Αριθμός 1826/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πετούμενο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση που ανακάλεσε την από 4/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 21/3/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων επί της οποίας ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 13/11/2013 ανταγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2881/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2017 αίτησή τους και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 389/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/5/2019 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1024/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 13/9/2021 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 13-9-2021 κλήση του αναιρεσίβλητου επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 26-12-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που στρέφονται κατά της υπ' αρ. 651/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διάταξή της περί των δικαστικών εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης είναι παραδεκτοί και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ και στη συνέχεια επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 31-12-2018, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο (4-2-2019), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί απαραδέκτου των πρόσθετων αυτών λόγων, κατ` άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), διότι υπογράφηκαν από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Πετούμενο ο οποίος κατά τον χρόνο εκείνο ήταν διορισμένος στο Εφετείο, καθώς, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του Ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που είναι διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο, όπως ο προαναφερόμενος, δύναται να συντάσσει, υπογράφει και καταθέτει ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που απευθύνονται ενώπιον ανώτερων δικαστηρίων, συνεπώς και δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτήν, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης, αλλά και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρο 246 σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία, και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019). Αρχικά η συζήτηση των ανωτέρω αναβλήθηκε με την υπ' αρ. 389/2019 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αναφορικά με το εάν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας διαδίκου, ο οποίος, ενώ αθωώθηκε αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το αδίκημα, η οποία ήδη εξέδωσε επί του ζητήματος αυτού την υπ' αρ. 4/2020 απόφασή της. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 2-5-2019 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1024/2021 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 13-9-2021 κλήση του. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή της καθύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, ενώ (ο λόγος αυτός) δεν ιδρύεται επί καθύλην αρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης κατά απόφασης Πρωτοδικείου, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 στην καθύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθύλην (ΟλΑΠ 5/2003, ΑΠ 456/2021, ΑΠ 962/2020, ΑΠ 1335/2019). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς εσφαλμένα δέχτηκε την καθύλην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ενώ έπρεπε να παραπέμψει την ένδικη υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του υλική αρμοδιότητα. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (ΟλΑΠ 9/2001) ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε αυτή περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. του ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 του Συντάγματος αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης της πολιτικής δίκης και του βάρους επίκλησης και προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής απόφασης του εναγόμενου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκόμισης και επίκλησης των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής απόφασης δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθώωσης, οφειλόμενης σε πλήρη βεβαιότητα και αθώωσης, οφειλόμενης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. 'Ετσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.ΑΠ 4/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και με τον δεύτερο από τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον για την επιδίκαση αποζημίωσης σε βάρος τους καταλόγισε σ' αυτούς αξιόποινη συμπεριφορά για τα ίδια, κατά τα κρίσιμα και ουσιώδη σημεία, πραγματικά περιστατικά, για τα οποία επανειλημμένα αθωώθηκαν από τα ποινικά δικαστήρια, δημιουργώντας τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα υπόνοιες και αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη αθώωσή τους, μη σεβόμενο κατ' αυτό τον τρόπο το τεκμήριο αθωότητάς τους. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, οι εναγόμενοι - ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη ελέγχεται λόγω της αντίθεσής της στο τεκμήριο αθωότητας, όπως αυτό θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς τους, η αγωγή στηρίζεται στην ενοχή των εναγομένων για ποινικά αδικήματα για τα οποία όμως ουδέποτε καταδικάστηκαν. Επικαλούνται δε, μεταξύ άλλων, τις εκδοθείσες στη διάρκεια της μακράς αντιδικίας τους με τον αντίδικό τους, Ε. Κ., υπ' αριθ. ..., και ..., ... και ... (6ος και 8ος λόγοι της κρινόμενης έφεσης) αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., την υπ' αριθ. 276/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., (8ος λόγος). Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον, αφ' ενός μεν οι επικαλούμενες αποφάσεις εξεδόθησαν στην πλειονότητά τους μεταγενέστερα της εκκαλουμένης, οι δε εκκαλούντες γνώριζαν εξ αρχής, λόγω του θεσπισμένου δικονομικού συστήματος, ότι τις υποθέσεις τους θα κρίνουν διαφορετικοί κλάδοι δικαστηρίων (ποινικά και πολιτικά) οι δικαστές των οποίων δεν δύνανται να παραμερίσουν τις υποχρεώσεις τους, (87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) αφ' ετέρου δε το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί στοιχείο της ποινικής δίκης και όχι της πολιτικής, το δε ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αδικοπραξία ως έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, κατά τρόπο ώστε να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 331 ΚΠολΔ, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα γινόταν πλαγίως δεκτή η αποδοχή δεδικασμένου από ποινική απόφαση, κάτι που σαφώς απέκρουσε ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Συναφώς με τ' ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι στα ίδια πλαίσια, ήτοι για να αποδείξουν την αβασιμότητα της υπό στοιχ. 2.Α αγωγής του Ε. Κ. και τη βασιμότητα της δικής τους (υπό στοιχ. 2.Β) αγωγής αναφέρονται στις ακόλουθες ποινικές αποφάσεις, από τις οποίες, ακόμα και από τις αμετάκλητες, δεν παράγεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, ισχυριζόμενοι ότι η με αυτές απαλλαγή τους για τα κατωτέρω εκτεθέντα αδικήματα αποτελεί απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της υπό κρίση αγωγής: α) την υπ' αριθμ. 134, 145α/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο Μ. Π. κηρύχθηκε αθώος της πράξης της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση (η εν λόγω απόφαση ασχολήθηκε αποκλειστικά με την ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση Σπανού και τη φερόμενη υπεξαγωγή από αυτόν των επιστολών της Κ. Σ. και του Γ. δικαστικού επιμελητή ... που απευθύνονταν στον ενάγοντα και περιήλθαν στην κατοχή του, στην οποία αναφέρεται μόνο διηγηματικά η αφαίρεση από τον Ε. Κ. διαφόρων εγγράφων από τις δικογραφίες που είχε ο Μ. Π. στο γραφείο του και ο ισχυρισμός του τελευταίου περί παράνομων μαγνητοφωνήσεων των συνομιλιών τους), β) την υπ' αριθμ. 1908/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία ο Μ. Π. αθωώθηκε ελλείψει δόλου της κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφημίσεως ως προς τους ισχυρισμούς του, που είχε διατυπώσει στην από 30/6/2003 αγωγή του περί της υπεξαγωγής από τον ενάγοντα των εγγράφων από τους φακέλους των δικογραφιών που τηρούσε το γραφείο του, δεχόμενο όμως ότι ο Ε. Κ.ς ναι μεν αφαίρεσε, δεν υπεξήγαγε όμως τα έγγραφα (με την απόφαση αυτή περαιτέρω κρίθηκε ότι όσα ο Μ. Π. ισχυρίστηκε στην εν λόγω αγωγή, ότι δηλ. ο Ε. Κ., τότε εγκαλών, μαγνητοφωνούσε κρυφά τις μεταξύ τους συνομιλίες και ότι το δάνειο ήταν εικονικό, ήταν ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος), γ) την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, το οποίο έκρινε ότι τα όσα ανέφερε ο Μ. Π. στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3723/2003 αγωγή του περί των παράνομων μαγνητοφωνήσεων ήταν ψευδή και συκοφαντικά για τον τότε εγκαλούντα, Ε. Κ., ενώ από τα πρακτικά της εν λόγω απόφασης δεν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος αναγνώρισε ότι το ποσό των 20.000.000 δραχμών αποτελούσε προκαταβολή της δικηγορική αμοιβής, όπως ο Μ. Π. ισχυρίζεται, δ) την υπ' αριθμ. 684/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία μεταξύ άλλων η Π. Π. κηρύχθηκε αθώα ελλείψει δόλου για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, συνιστάμενης ότι στην υπ' αριθμ. 934/2005 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... κατέθεσε ότι ο Ε. Κ., τότε εγκαλών, είχε αφαιρέσει παράνομα διάφορα έγγραφα από τις δικογραφίες των υποθέσεών του που βρίσκονταν στο γραφείο του συζύγου της, διότι δέχθηκε ότι η έλλειψη δόλου της οφείλεται στο γεγονός ότι πράγματι ο τελευταίος αφαίρεσε τα έγγραφα αυτά, ανεξάρτητα, όπως συνεχίζει το σκεπτικό της απόφασης, ότι ο εγκαλών και τότε ενάγων είχε αθωωθεί με την υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... (το Τριμελές Εφετείο με την πιο πάνω απόφαση του, όπως και το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 526α, 540, 541/2011 απόφαση του, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου, δέχθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε ότι ανατέθηκε στο δεύτερο εναγόμενο "υπόθεση ..." και ότι η εταιρία με την επωνυμία .... λύθηκε και εκκαθαρίστηκε το έτος 1994), ε) τις υπ' αριθμ. 334/ 2013 και ... αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με τις οποίες οι εκκαλούντες αθωώθηκαν μεν ελλείψει δόλου, έγινε όμως επιγραμματικά και χωρίς ειδική αιτιολογία δεκτός ως αληθής ο ισχυρισμός τους περί της υπάρξεως "υπόθεσης ...", όπως και περί της αφαίρεσης από τον Ε. Κ. από το γραφείο του Μ. Π. διαφόρων εγγράφων χωρίς να τον ενημερώσει, στ) την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία το Δικαστήριο αθώωσε τους εκκαλούντες για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, διότι δέχθηκε ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στην απόφαση αυτή οι εκκαλούντες και εκεί κατηγορούμενοι είχαν προσκομίσει προκειμένου να απορριφθεί η εναντίον τους ασκηθείσα με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7680/2008 αγωγή του Ε. Κ. εναντίον τους και επομένως δεν είχαν δόλο να εξαπατήσουν το Δικαστήριο (χωρίς όμως περαιτέρω να κριθεί αν οι περιεχόμενοι σε αυτά ισχυρισμοί περί παράνομης μαγνητοφώνησης, περί εικονικού δάνειου και περί υπεξαγωγής εγγράφων ήταν αληθινοί ή όχι), ζ) την υπ' αριθμ. 245/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία ο Μ. Π. κηρύχθηκε ελλείψει δόλου αθώος των πράξεων της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και της συκοφαντικής δυσφημίσεως για τους ισχυρισμούς του περί παράνομων μαγνητοφωνήσεων, περί της "υπόθεσης ..." και του προσκομισθέντος από τον Ε. Κ. πιστοποιητικού για την εταιρία ..., τους οποίους εν μέσω της σφοδρής αντιδικίας πίστευε ότι ήταν αληθινά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του αυτή δέχθηκε ότι ο τελευταίος πράγματι μαγνητοφωνούσε παράνομα τις συνομιλίες του με τον Μ. Π., ότι το πιστοποιητικό που προσκόμισε για την εταιρία ... ήταν πλαστό ή έστω αναληθές και ότι ο Μ. Π. είχε χειριστεί για λογαριασμό του ενάγοντος μεταξύ άλλων και την "υπόθεση ...", η) την υπ' αριθμ. 651, 702, 735/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο με την απόφαση του αυτή ναι μεν έκρινε αθώους τους εκκαλούντες ελλείψει δόλου για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς καταμήνυσης, διότι έκρινε ότι όσα κατέθεσαν ή ισχυρίστηκαν κατέθεσαν καλόπιστα και πίστευαν ότι είναι αληθινά, στα πλαίσια της χρονίζουσας αντιδικίας, δέχθηκε όμως ότι ουδέποτε ανατέθηκε στο Μ. Π., "υπόθεση ...", ούτε ότι ο Ε. Κ.ς υπεξήγαγε έγγραφα από το γραφείο του Μ. Π. με τη νομική έννοια του όρου, προκειμένου να προξενήσει βλάβη στον τελευταίο, θ) την υπ' αριθμ. 17, 35, 39, 42/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε αθώους τους εκκαλούντες για όσα είχαν ισχυριστεί στα πλαίσια της από 8/10/2007 μήνυσης του Μ. Π. σχετικά με την προσπάθεια του Ε. Κ. να εξαπατήσει το Δικαστήριο προσκομίζοντας το πιο πάνω αναφερόμενο πιστοποιητικό της εταιρίας με την επωνυμία ... για να μην καταβάλει στο Μ. Π. τη δικηγορική του αμοιβή από την "υπόθεση ...", διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπάρχουν αμφιβολίες για την πλήρωση της υποκειμενικής (και μόνο) υπόστασης των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, ι) την υπ' αριθμ. 276/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με την οποία οι εκκαλούντες κηρύχθηκαν αθώοι ελλείψει δόλου των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας και ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, συνιστάμενες ότι ο Μ. Π. ψευδώς καταμήνυσε τον ενάγοντα με την από 12/10/2004 μήνυση του ότι υπεξήγαγε έγγραφα από τους φακέλους που τηρούσε στο γραφείο του ενώ την 15/2/2006 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει του ψεύδους ότι μεταξύ άλλων εγγράφων υπεξήγαγε και έγγραφα που σχετίζονταν με την "υπόθεση ...", η δε Π. Π. την 16/11/2004 ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκη ... και την 15/2/2006 ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιώς ψευδώς κατάθεσε ενόρκως ότι ο Ε. Κ. υπεξήγαγε διάφορα έγγραφα από τους φακέλους που υπήρχαν στο γραφείο του συζύγου της μεταξύ των οποίων και έγγραφα από τη δικογραφία της "υπόθεσης ..." (το Δικαστήριο δέχθηκε ότι για όσα ισχυρίστηκαν και κατέθεσαν οι εκκαλούντες ενέργησαν καλόπιστα χωρίς δόλο). Και ως προς τις αποφάσεις αυτές, ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω αποφάσεων, η αμετάκλητη, σε ορισμένες περιπτώσεις, απαλλαγή των εκκαλούντων από τα αναφερόμενα σε αυτές αδικήματα, οφείλεται στην παραδοχή της έλλειψης δόλου ή της πεπλανημένης άγνοιας περί του ψεύδους του ισχυρισμών τους, που δεν είναι όμως αρκετή για να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας των πράξεών τους ως προς την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εφεσιβλήτου, Ε. Κ., δοθέντος ότι οι εκκαλούντες είναι πεπειραμένοι νομικοί και γνώριζαν ότι για όσα καταθέτουν πρέπει να τελούν σε πλήρη γνώση ότι αυτά πράγματι συνέβησαν. Εξάλλου, όπως αναλύθηκε σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στην εκκαλουμένη δεν εκφράζονται μεροληπτικές κρίσεις, ούτε τίθεται σε αμφιβολία το τεκμήριο αθωότητας των εκκαλούντων....... Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την υπό στοιχ. 2.Α αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την υπό στοιχ. 2.Β αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και όλα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.......". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν συνεκτίμησε απλώς τις παραπάνω αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων χάριν του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά προέβη σε σχολιασμό αυτών, ερμηνεύοντας τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων- τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων και αποφάνθηκε έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας των ήδη αναιρεσειόντων για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν και αθωώθηκαν. Επομένως, το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και ο σχετικός δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το πρώτο σκέλος του. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 10, 11 περ. γ', 12, 13, 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 651/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ