Αριθμός 580/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη- Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλονόμο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 404/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με πολιτικώς ενάγουσα την Δευτεροβάθμια Συνεταιριστική Οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ", που εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαϊου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1042/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον 7ο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν. 992/1972, για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ. 3424/1955 εάν ο αγοραστής γεωργικών προϊόντων είναι εταιρία ευθύνεται ο με οποιοδήποτε τίτλο εκπρόσωπος αυτής. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στον Αλμυρό στις 15-12-1999, όντας αγοράστρια γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρ. 22 του Ν. 992/1979 (ΦΕΚ 280Α) *Περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογή της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών Θεμάτων* για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, κατέστη υπερήμερη για την καταβολή του τιμήματος, στον πωλητή παραγωγό. Πιο συγκεκριμένα η κατηγορουμένη (....) ως εκπρόσωπος, και ο δεύτερος κατηγορούμενος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία *ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ* που εδρεύει στον Πλάτανο Αλμυρού, με βάση την από 28-7-99 σύμβαση πώλησης Βιομηχανικής ντομάτας η οποία καταρτίσθηκε στον Αλμυρό Μαγνησίας, αγόρασε και παρέλαβε από την εγκαλούσα δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία *ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ* που εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του ΔΣ .... , κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 13-10-199, α) 2.176.935 κιλά Βιομηχανικής ντομάτας προς 28,63 δρχ. κατά κιλό, και συνολικής αξίας 62.325.649, β) 2.679.893 κιλά βιομηχανικής ντομάτας προς 28,74 δρχ. κατά κιλό και συνολικής αξίας 77.020.124 δρχ., γ) 113.865 κιλά βιομηχανικής ντομάτας προς 28.942 δρχ. κατά κιλό, και συνολικής αξίας 3.295.481 δρχ., δηλαδή εν κατακλείδι αγόρασε 4.970.693 (2.176.935+2.679.893+113.865) κιλά βιομηχανικής ντομάτας έναντι συνολικής αξίας 142.641.225 δρχ. (62325.649+ 77.020.124+3.295.481), ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τις 15-12-1999. Έναντι του παραπάνω τιμήματος των 142.641.225 δρχ. κατεβλήθη μέσω του Υπουργείου Γεωργίας η επιδότηση από 66.650.883 δρχ., μέσω πλειστηριασμού το ποσό των 10.00.000 δρχ., μέσω πώλησης προϊόντων το ποσό των 17.000.000 δρχ., απομένει δε υπόλοιπο, ύψους 48.990,372 δρχ., το οποίο αν και ήταν υπόχρεη για την καταβολή του η ανωτέρω κατηγορούμενη, καίτοι, ωχλήθη κατ' επανάληψη από την εγκαλούσα ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ αρνείται την καταβολή του, καταστάσα ως εκ τούτου υπερήμερη ως προς την καταβολή του. Ο προβληθείς ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι μοναδική αγοράστρια συμβληθείσα με την μηνύτρια ένωση δεν ήταν η εταιρία ΕΛΙΤΑ της οποίας η κατηγορουμένη ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, αλλά η εταιρία "gerberpride-Βιομηχανία χημικών φρούτων ΑΕ" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν άλλο πρόσωπο με το όνομα ....., δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων και τούτο διότι, όπως καταθέτουν με κάθε σαφήνεια όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, οι πιο πάνω εταιρίες είναι στην πραγματικότητα μία με διαφορετικές επωνυμίες, και ουσιαστική υπεύθυνη μόνον η κατηγορούμενη με την οποία γίνονταν όλες οι συναλλαγές, όχι άλλο πρόσωπο. Οι δύο εταιρίες "είχαν μία είσοδο-έξοδο, ένα γραφείο και ήταν ένα συγκρότημα" σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας .... Προέδρου της ομάδας παραγωγών. Πρέπει, δε να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η κατηγορούμενη με την από 14-12-1999 μη αμφισβητούμενη δήλωσή της βεβαιώνει και δηλώνει ότι η ομάδα παραγωγών δεν έλαβε κανένα χρηματικό ποσό και όλη η διαδικασία της ανάληψης και επανακατάθεσης του χρηματικού ποσού που αντιπροσωπεύει την αξία της παραδοθείσης ποσότητας ντομάτας έγινε αποκλειστικά για τη διευκόλυνση της εταιρίας ΕLITA και για να προχωρήσει η διαδικασία λήψεως της σχετικής εκδόσεως και έγκαιρης απόδοσης στους παραγωγούς και για το λόγο αυτό δηλώθηκε εξάλλου από τους τελευταίους ότι έλαβαν τα οφειλόμενα σ' αυτούς χρήματα. Κατόπιν των ανωτέρω απορριπτομένων όλων των αναληθών και αβασίμων ισχυρισμών της κατηγορουμένης πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη". Έτσι κρίνοντας το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) τα κατ' είδος, βάρος και τιμή μονάδας γεωργικά προϊόντα που αγόρασε από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού η ανώνυμη εταιρία "ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ", εκπρόσωπος της οποίας ήταν η αναιρεσείουσα, β) η παραλαβή από την αγοράστρια των πωληθέντων γεωργικών προϊόντων, β) η δήλη ημέρα προς καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος των γεωργικών προϊόντων και δ) η περιέλευση της εν λόγω αγοράστριας σε υπερημερία περί την καταβολή του τιμήματος των γεωργικών προϊόντων με την άπρακτη παρέλευση της δήλης ημέρας, αλλά και με την επανειλημμένη όχληση εκείνης από την ως άνω Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ. 250 και 321 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη έστω και συναφή αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ. λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, που υπάρχει όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, με το υπ' αριθμ. 1104/11-7-2001 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βόλου η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη της υπερημερίας αγοραστή περί την καταβολή του τιμήματος γεωργικών προϊόντων, που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε ΄με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, για την οπο ία είχε ασκηθεί κατ' αυτής ποινική δίωξη, που συνίστατο στο ότι στον Αλμυρό Μαγνησίας την 15-12-1999 ως εκπρόσωπος της εταιρίας "ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕ", με βάση την από 28-7-1999 καταρτισθείσα σύμβαση πωλήσεως βιομηχανικής ντομάτας, αγόρασε και παρέλαβε από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 13-10-1999, συνολικά 4.970.693 κιλά βιομηχανικής ντομάτας έναντι καταβλητέου μέχρι την 15-12-1999 συνολικού τιμήματος 142.641.225 δραχμών, του οποίου το ανερχόμενο στο ποσό των 18.990.372 δραχμών υπόλοιπο, αρνείται να καταβάλει, καταστάσα έτσι υπερήμερη περί την καταβολή του. Για την ίδια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως πράξη της υπερημερίας αγοραστή περί την καταβολή του τιμήματος γεωργικών προϊόντων καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως το Εφετείο που κήρυξε όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένοχη την αναιρεσείουσα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως δεν προέβη σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και εντεύθεν δεν υπέπεσε σε ακυρότητα, από μόνη την εκ παραδρομής παράθεση του άρθρου 375 παρ. 1β΄του Π.Κ., στο αιτιολογικό της περί επιβλητέας ποινής κρίσεώς του, ο δε εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 17 στοιχ. Β' αριθμ. ΄1,3 και 4α του ν. 1756/1988 "κώδικας οργανισμού δικαστηρίου και κατάσταση δικαστικών λειτουργών" σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανισμός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών.........οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο..........καταρτίζει πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνονται κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα...........στο εφετείο α).........β) των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων.........Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για το Εφετείο Λαρίσης, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε εφετών, το τριμελές ποινικό εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση, ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί, οι οποίοι κληρώθηκαν, ούτε ακόμη απαιτείται να μνημονεύεται η έκδοση πράξεως του διευθύνοντος το Εφετείο, με την οποία ορίζεται ο προεδρεύων εφέτης. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ.), με την αιτίαση ότι η σύνθεση του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων, διότι προήδρευσε η Εφέτης Βαρσαβέ Βαλτούδη, χωρίς στην απόφαση να αναφέρεται η πράξη του διευθύνοντος το Εφετείο Λαρίσης, με την οποία διορίσθηκε στη συγκεκριμένη δικάσιμο η ως άνω προεδρεύουσα Εφέτης, αλλά και τα κωλύματα του Προέδρου Εφετών και των αρχαιότερων Εφετών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρθηκε το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο εκτός άλλων και τα ακόλουθα έγγραφα ".........3) αντίγραφο δήλωσης από 14-12-1999 της .... και.......5) αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού από 15-12-1999". Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των με αριθμούς 3 και 5 παραπάνω εγγράφων, δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από την κατηγορουμένη του δικαιώματός της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, αφού τα εν λόγω έγγραφα αναγνώσθηκαν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω του μη επακριβούς κατά τα ανωτέρω προσδιορισμού των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλά και ο συναφής έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμπεριέλαβε στα αναγνωστέα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση, την από 15-12-1999 "υπεύθυνη δήλωση του ...", η οποία κατά την εκδίκαση της υποθέσεως κατατέθηκε στο ακροατήριο από τους συνηγόρους υπερασπίσεως, χωρίς να ζητηθεί η ανάγνωσή της και χωρίς αυτή να αναγνωσθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την ως άνω παράλειψη του δικαστηρίου καμία ακυρότητα δεν προκλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Επειδή η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο της ουσίας, επί του ισχυρισμού αυτού δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον ο ποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, που την εξέδωσε, δεν απάντησε αιτιολογημένα στον προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η προς την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού οφειλή της εταιρίας "Gerberpride-Βιομηχανία Χημικών φρούτων Α.Ε.", αγοράστριας των προαναφερόμενων γεωργικών προϊόντων, έχει πλήρως εξοφληθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δοθέντος ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει επ' αυτού. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Μαϊου 2006 αίτηση της ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 404/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 16 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ