ΑΡΙΘΜΟΣ 1037/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Π. ή Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Τερεζάκη, περί αναιρέσεως της 1527/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία " FCB ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στον ... και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Μπαχά. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 19 Μαρτίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1128/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 19/10/2012 αίτηση αναίρεσης και οι από 19/3/2013 πρόσθετοι λόγοι της Π. Α. κατά της 1527/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της απάτης, απαιτείται 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α' βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται. Για τη στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη που είχε ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση της απάτης και για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλάνησης, ενώ είναι αδιάφορο αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήσαν και η μοναδική αιτία της πλάνης. Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή ο τρίτος. Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Η επέλευση της βλάβης πρέπει να είναι μεταγενέστερη των ψευδών γεγονότων ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης των αληθινών. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Επί νομικών προσώπων απατώμενα πρόσωπα- που δεν απαιτείται να ταυτίζονται με τα ζημιωθέντα, βλ. και ΑΠ 1470/2003, ΑΠ 487/2007-είναι τα φυσικά πρόσωπα που έχουν την δυνατότητα να ενεργούν πράξεις διάθεσης της περιουσίας αυτών, χωρίς να απαιτείται να καθορίζονται ειδικώς (ΑΠ 487/2007, ΑΠ 2285/2002, ΑΠ 1155/2000). Από δε το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως προς εκτέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Ετσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεση τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 840/2007). Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη . Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά . Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠΔ. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας . Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η από τις πιο πάνω διατάξεις απαιτούμενη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους, αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1527/2012 απόφαση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Π. Α., η οποία εκπροσωπεί τον όμιλο εταιρειών Α. στην οποία περιλαμβάνονται τόσον εταιρείες με αντικείμενο την εκμετάλλευση κέντρων αισθητικής όσο και εταιρείες με αντικείμενο την παροχή επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης, εμφανίστηκε, στις αρχές του έτους 2002 στην εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "FCB/ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ", με αντικείμενο εργασιών την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών δήλωσε ότι εκπροσωπεί τις εταιρείες "BOND ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΕ", "JURBY INTERNATIONAL ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ ΑΕ", "ΚΕΝΤΡΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ FIGURE ΕΠΕ", "FORCE ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΕΠΕ", καθώς και τα ΙΕΚ Α. που βρίσκονταν υπό τον άμεσο έλεγχο της εκδήλωσε την επιθυμία της να προβάλλει διαφημιστικά τις ανωτέρω εταιρείες και ειδικότερα τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που περιείχαν οι εταιρείες τις οποίες εκπροσωπούσε. Ήρθε λοιπόν, σε επαφή με τον Γ. Β., Γενικό Διευθυντή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FCB/ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ" και κατά μήνα Μάρτιο 2002 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την ανάθεση στην εγκαλούσα εταιρεία της διαφημιστικής προβολής των εταιρειών του ομίλου της κατηγορουμένης για τις οποίες η κατηγορουμένη σε όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων δήλωνε ότι διαθέτουν τεράστια οικονομική επιφάνεια, βρίσκονται σε ανθηρή οικονομική κατάσταση και επομένως διαθέτουν τα εχέγγυα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους. Στις επανειλημμένες συζητήσεις που είχε με τον Γ. Β., η κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς ότι η ίδια διαθέτει τεράστια οικονομική επιφάνεια με μεγάλη ακίνητη περιουσία διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι ο όμιλος των εταιρειών της αποτελείται από είκοσι δύο (22) οικονομικά εύρωστες εταιρείες. Εξαιτίας των ψευδών διαβεβαιώσεων αυτών πείστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εγκαλούσας εταιρείας "FCB/ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ" για τη φερεγγυότητα της κατηγορουμένης και του ομίλου, που εκπροσωπούσε, και συμφώνησε με την τελευταία να προβούν στη σύναψη σύμβασης παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών ενώ συμφωνήθηκε η πληρωμή της μηνύτριας εταιρείας να γίνεται με μεταχρονολογημένες επιταγές, καθεμία των οποίων θα έφερε ημερομηνία έκδοσης 14 μήνες μετά την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Σε εκτέλεση των άνω συμφωνηθέντων στις 9-4-2002 υπεγράφη μεταξύ της κατηγορουμένης ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "BOND" και του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας, σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου, με βάση το οποίο η εγκαλούσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τη διαφημιστική προβολή των προϊόντων και των υπηρεσιών της εταιρείας "BOND ΑΕ" και εν γένει του ομίλου των εταιρειών Α. και να καταβάλει άμεσα προς το Ελληνικό Δημόσιο το αγγελιόσημο και τον ειδικό φόρο που αναλογεί στις παρασχεθείσες διαφημιστικές υπηρεσίες, καθώς και τη δαπάνη αγοράς διαφημιστικού χρόνου και χώρου στα ΜΜΕ και στη συνέχεια μετά από 14 μήνες οι διαφημισθείσες εταιρείες του ομίλου της κατηγορουμένης να καταβάλουν στην εγκαλούσα τόσο τις ανωτέρω δαπάνες όσο και την αμοιβή της, η οποία συμφωνήθηκε σε ποσοστό 7,5% πλέον τόκων υπερημερίας. Κατά τη διάρκεια της μεταξύ των μερών συνεργασίας η κατηγορουμένη φρόντιζε να τονίζει επανειλημμένα ότι οι εταιρείες της είναι σε καλή οικονομική κατάσταση διατηρώντας έτσι τη δημιουργηθείσα στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας Γ. Β., αλλά και στους αρμοδίους για τη συνεργασία αυτή υπαλλήλους της εγκαλούσας ψευδή εντύπωση περί της φερεγγυότητας της και της οικονομικής ανθηρότητας των εταιρειών του ομίλου της που εκπροσωπούσε. Περαιτέρω, κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2003 η κατηγορουμένη ζήτησε ν' αλλάξει ο τρόπος τιμολόγησης του ομίλου της και να τιμολογούνται οι επί μέρους εταιρείες του ομίλου, στις οποίες παρέχονταν οι διαφημιστικές υπηρεσίες. Αν και η εγκαλούσα συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις της η κατηγορουμένη καθυστέρησε να εκδώσει τις επιταγές που είχαν συμφωνήσει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, με αποτέλεσμα η τελευταία στις 15-5-2003 να καταγγείλει τη σύμβαση. Μέχρι τότε δεν είχε λήξει καμιά από τις μεταχρονολογημένες επιταγές, που είχε λάβει η εγκαλούσα, μερικές εκ των οποίων βρίσκονταν στα χέρια της τελευταίας και άλλες είχαν δοθεί ως ενέχυρο στην τράπεζα. Λίγες ημέρες μετά τη λήξη της συνεργασίας η κατηγορουμένη ενεργώντας στα πλαίσια της παραπλανητικής της τακτικής αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την οφειλή της, παραδίδοντας στην εγκαλούσα επιταγές μίας εταιρείας της. Επίσης, στις 15-5-2003 αθέμιτα παρασιώπησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας ότι την ίδια ημέρα εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί του μοναδικού ακινήτου ιδιοκτησίας της υπέρ της Εμπορικής FACTORING AE, ήτοι εταιρείας πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, για το ποσό των 2.500.000 ευρώ. Όλες οι παραπάνω όμως παραστάσεις της κατηγορουμένης ήταν ψευδείς, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι η μοναδική ακίνητη περιουσία της ήταν ένα ακίνητο στις Λιβανάτες Φθιώτιδας, οι προαναφερθείσες εταιρείες των οποίων αυτή ήταν νόμιμη εκπρόσωπος, δεν ήταν φερέγγυες, δεν είχαν περιουσία ούτε μεγάλο και αυξανόμενο κύκλο εργασιών και ήδη είχαν δανεισθεί μεγάλα ποσά από τράπεζες τα οποία όφειλαν, γεγονότα τα οποία καλώς γνώριζε η κατηγορουμένη. Μάλιστα τα ΙΕΚ Α. τηρούσαν ανύπαρκτα μαθητολόγια στα οποία πλαστογραφούσαν τις υπογραφές των φερόμενων μαθητών, ώστε να εμφανισθούν απαιτήσεις εισπρακτέων διδάκτρων, οι οποίες όμως στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτες και να καταρτιστούν συμβάσεις δανεισμού με τράπεζες έναντι των εν λόγω εμφανιζομένων ως οφειλομένων σ' αυτή διδάκτρων. Επίσης, η εταιρεία ADJUST AE βρισκόταν ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2001 σε κατάσταση παύσης πληρωμών. Η εγκαλούσα όμως αγνοούσε την αλήθεια την οποία αν γνώριζε δεν θα υπέγραφε την από 9-4-2002 σύμβαση και σε καμιά περίπτωση δεν θα παρείχε πίστωση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος για την πληρωμή της και δεν θα δεχόταν μεταχρονολογημένες επιταγές. Δεν θα δεχόταν επίσης να τιμολογήσει την εταιρεία ADJUST AE, για τις παρασχεθείσες διαφημιστικές υπηρεσίες, αναφορικά με τα κέντρα, αισθητικής BEΑUTY AND DIET, κατά το χρονικό διάστημα από 5 έως 21-5-2003, με τα με αριθ. Μ 216, Μ 217, Μ 254 και Μ 272 τιμολόγια, συνολικής αξίας 50.272,21 ευρώ. Η τελευταία αυτή συμπεριφορά της, συνιστά αθέμιτη παρασιώπηση, διότι η κατηγορουμένη λόγω των προηγούμενων παράνομων ενεργειών της είχε ιδιαίτερη υποχρέωση για την ανακοίνωση της αλήθειας στην εγκαλούσα. Η ζημιά της εγκαλούσας εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 2.892.748,61 ευρώ, καθόσον στο ποσό αυτό ανέρχεται η οφειλή του ομίλου των εταιρειών, των οποίων η κατηγορουμένη είναι νόμιμος εκπρόσωπος, στην εγκαλούσα για τις διαφημιστικές υπηρεσίες που τους παρείχε κατά το χρονικό διάστημα από 9-4-2002 έως 21-5-2003. Από το ποσό αυτό η εγκαλούσα κατέβαλε 1.554.607,40 ευρώ για το κόστος των διαφημίσεων, 205.364,69 ευρώ για το αγγελιόσημο, 275.510,90 ευρώ για τον ειδικό φόρο διαφημιστικών υπηρεσιών, 440.529,23 ευρώ για Φ.Π.Α των τιμολογίων που εξέδωσε και ποσό 420.529,23 ευρώ είναι η αμοιβή της για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της, την οποία δεν εισέπραξε και ποσό 11.303,22 ευρώ είναι οι δαπάνες της για τη δημιουργία διαφημιστικών παρουσιάσεων, έναντι των οποίων η εγκαλούσα εξέδωσε στην εταιρεία ADJUST ΑΕ στις 30-5-2003 τα με αριθ. Π 392, Π 393 και Π 394 τιμολόγια, στις 31-5-2003, το με αριθ. Μ 271 και στις 25-6-2003 το με αριθ. Π 510 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Ισόποσο είναι το παράνομο περιουσιακό όφελος της κατηγορουμένης και των εταιρειών που εκπροσωπεί διότι η εταιρεία "BOND ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΕ", έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες από την εκκαλούσα συνολικής αξίας 2.668.433,65 ευρώ, η εταιρεία FIGURE ΕΠΕ, έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 96.446,19 ευρώ, η εταιρεία FΟRCE ΕΠΕ έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 81.066,56 ευρώ και η εταιρεία ADJUST ΑΕ έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 61.575,43 ΕΥΡΩ, δηλαδή έλαβαν διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 2.907.521,83 ευρώ από τα οποία κατέβαλαν μόνο 14.773,22 ευρώ. Χάριν καταβολής των παραπάνω οφειλομένων η κατηγορουμένη, ως νόμιμη εκπρόσωπος των εταιρειών του ομίλου, εξέδωσε και παρέδωσε στην εγκαλούσα, ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές, μόλις δε άρχισε r εμφάνιση αυτών στην πληρώτρια τράπεζα και η σφράγιση τους λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εταιρειών του ομίλου της κατηγορουμένης σ' αυτές, η εγκαλούσα άρχισε να ερευνά για την πραγματική κατάσταση της κατηγορουμένης και του ομίλου της και τότε πληροφορήθηκε την παραπάνω αλήθεια και διαπίστωσε ότι είχε εξαπατηθεί από την κατηγορουμένη. Μάλιστα εκείνη την εποχή έγινε γνωστό από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι ο όμιλος Α. είχε μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Μετά από έρευνα διαπίστωσε η εγκαλούσα ότι οι εταιρείες του ομίλου της κατηγορουμένης δεν ήταν φερέγγυες και οικονομικά ισχυρές, αλλά είχαν δανεισθεί πάρα πολλά χρήματα από τράπεζες περίπου είκοσι (20) δισεκατομμύρια δραχμές και βρίσκονταν στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης. Επίσης, εξακρίβωσε ότι η κατηγορουμένη προκειμένου να πετύχει τη χορήγηση δανείων, είχε παραπλανήσει τις τράπεζες με την προσκόμιση ψευδών στοιχείων, εμφανίζοντας υψηλές εισπράξεις των εταιριών του ομίλου της, που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθώς εμφάνιζαν ανείσπρακτες απαιτήσεις από σπουδαστές της, που επίσης δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθόσον τα μαθητολόγια ήταν ανύπαρκτα και τα σχετικά στοιχεία ήταν κατασκευασμένα από αυτήν. Παράλληλα άρχισε να κυκλοφορεί στην αγορά ότι η κατηγορουμένη ετοιμάζει τη διαφυγή της στο εξωτερικό, όπως και έπραξε, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου λόγω των πολυάριθμων ένδικων διαφορών με υπαλλήλους της, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί καθώς και με τράπεζες και άλλους τρίτους δανειστές της. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη των αποδιδόμενων πράξεων της απάτης, που φέρουν το χαρακτήρα κακουργήματος, καθόσον το συνολικό όφελος από τις πράξεις αυτές και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Ανεξαρτήτως αυτών, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας, όπως εκτίθεται στο υποβληθέν σημείωμα, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξε προφορικά ο συνήγορος της, πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, που να μαρτυρούν ειλικρινή και όχι προσχηματική, προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως και δεν αρκεί προς τούτο η αναγνώριση απλώς και μόνο του χρέους στον δανειστή και η διευκόλυνση του τελευταίου στη συγκέντρωση στοιχείων για την προσφυγή στα πολιτικά δικαστήρια για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου σε βάρος του οφειλέτη, όπως επικαλείται η κατηγορουμένη για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της. Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αφού απέρριψε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 1 δ του ΚΠΔ κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρίας που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ και της επέβαλε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, και συγκεκριμένα του ότι: Στην Αθήνα, στις αρχές του έτους 2002 και μέχρι την 9.4.2002 και την 15.5.2003 με περισσότερες πράξεις της, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών γεγονότων διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, στις επανειλημμένες συζητήσεις που είχε με τον Γ. Β., Γενικό Διευθυντή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FCB /ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ", του παρέστησε ψευδώς ότι διαθέτει τεράστια οικονομική επιφάνεια και έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία. Επίσης του παρέστησε ψευδώς ότι οι ακόλουθες ανώνυμες εταιρείες "BOND ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΕ", "JURBY ΙΝΤΕRNATIONAL ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ ΑΕ", "ΚΕΝΤΡΟ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ FIGURE ΕΠΕ", "FORCE ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΣΚΗΣΗ, ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΕΠΕ" καθώς και τα I.E.Κ. Α., είναι σε πολύ καλή οικονομική, είναι κερδοφόρες, με τεράστιο και συνεχώς αυξανόμενο κύκλο εργασιών (τζίρο) και διαθέτουν τα εχέγγυα για την εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Η αλήθεια όμως, ήταν ότι η κατηγορουμένη δεν είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία αφού το μοναδικό της ακίνητο ήταν ένα αγροτεμάχιο στην επαρχία, και οι προαναφερθείσες εταιρείες των οποίων ήταν νόμιμη εκπρόσωπος δεν είχαν φερεγγυότητα, δεν είχαν περιουσία, δεν είχαν μεγάλο κύκλο εργασιών και είχαν μεγάλο τραπεζικό δανεισμό. Ειδικότερα τα Ι.Ε.Κ. Α. τηρούσαν ανύπαρκτα μαθητολόγια και πλαστογραφόντουσαν οι υπογραφές των φερομένων μαθητών, ώστε να εμφανισθούν ανύπαρκτες απαιτήσεις εισπρακτέων διδάκτρων. Επίσης η εταιρεία ADJUST AE από τον Οκτώβριο 2001 βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης πληρωμών. Έτσι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις της, έπεισε το νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρείας "FCB/ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ" και την 9.4.2002 υπεγράφη μεταξύ της κατηγορουμένης ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "BOND ΑΕ" και του Γ. Β. ως νομίμου εκπροσώπου της μηνύτριας το από 9-4-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου, με βάση το οποίο η μηνύτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τη διαφημιστική προβολή των προϊόντων και των υπηρεσιών της Εταιρείας " BOND AE" και εν γενείς όλου του Ομίλου των Εταιρειών της κατηγορουμένης Π. Α. και να καταβάλει άμεσα, προς το Ελληνικό Δημόσιο το αγγελιόσημο και τον ειδικό φόρο που αναλογεί στις παρασχεθείσες διαφημιστικές υπηρεσίες, καθώς και τη δαπάνη αγοράς διαφημιστικού χρόνου και χώρου στα ΜΜΕ και στη συνέχεια μετά από 14 μήνες οι διαφημισθείσες εταιρείες του Ομίλου της κατηγορουμένης να καταβάλουν στη μηνύτρια τόσο τις ανωτέρω δαπάνες όσο και την αμοιβή της, η οποία συμφωνήθηκε στο 7,5 % πλέον των τόκων υπερημερίας. Επιπλέον συμφωνήθηκε η πληρωμή της μηνύτριας εταιρείας να γίνεται μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών, καθεμία των οποίων έφερε ημερομηνία έκδοσης 14 μήνες μετά την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Τέλος, την 15.5.2003 όταν λύθηκε η από 9.4.2002 σύμβαση παρασιώπησε αθέμιτα από το νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας. ότι την ίδια. ημερομηνία εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί του μοναδικού της ακινήτου υπέρ της Εμπορικής FACTORING AE, πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων για το ποσό των 2.500.100 ευρώ, ενώ λόγω της προγενέστερης συνεργασίας και της παράνομης συμπεριφοράς της, είχε ιδιαίτερη υποχρέωση προς ανακοίνωση του γεγονότος αυτού. Εάν η μηνύτρια εταιρεία γνώριζε την αλήθεια δεν θα δεχόταν να υπογράψει την από 9-4-2002 σύμβαση για παροχή πίστωσης μεγάλα χρονικού διαστήματος από της εκδόσεως των σχετικών τιμολογίων και για την πληρωμή της, μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών. Ακόμη, δεν θα δεχόταν να τιμολογήσει την εταιρεία ADJUST ΑΕ με τα με αριθμούς Μ 216, Μ 217, Μ 254 και Μ 272 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για παρασχεθείσες διαφημιστικές υπηρεσίες αναφορικά με τα κέντρα αισθητικής Beauty n Diet κατά το χρονικό διάστημα από 5έως 21-5/2003 συνολικής αξίας 50.272,21 ευρώ. Η ζημία που προξένησε με την πράξη της αυτή στη μηνύτρια είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπέρβαιναν συνολικά τα 5.000.000 δραχμές, διότι το χρονικό διάστημα από 9-4-2002 μέχρι 21-5-2003 η μηνύτρια εταιρεία παρείχε στον Όμιλο εταιρειών που προαναφέρθηκαν και στις οποίες η κατηγορουμένη ήταν νόμιμη εκπρόσωπος, διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 2.892.748,61 ευρώ, από τα οποία κατέβαλε 1.554,607,40 ευρώ για το κόστος διαφημιστικών μέσων 205.364,69 ευρώ για το αγγελιόσημο, 275.510,90 ευρώ για τον ειδικό φόρο διαφημιστικών υπηρεσιών και 440.206,40 ευρώ για ΦΠΑ των τιμολογίων που εξέδωσε ενώ 420.529,23 ευρώ αφορά αμοιβή της για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της την οποία δεν εισέπραξε και 11.303,22 ευρώ, αφορά δαπάνες της για τη δημιουργία διαφημιστικών παρουσιάσεων, έναντι των οποίων η μηνύτρια εξέδωσε την εταιρεία ADJUST ΑΕ την 30.5.2003 τα με αριθμούς Π 392, Π 393 και Π 394, στις 31.5.2003 το Μ 271 και στις 25.6.2003 το υπ' αριθ. Π 510 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Ισόποσο είναι και το παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος της κατηγορουμένης και των εταιρειών που εκπροσωπεί (δηλαδή 2.892.748,61 ευρώ), διότι η εταιρεία "BOND EΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΕ" διαφημιστικές υπηρεσίες από την μηνύτρια εταιρεία αξίας 2.668.433,65 ευρώ, η εταιρεία "FIGURE ΕΠΕ" έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 96.446,19 ευρώ, η εταιρεία "FORCE ΕΠΕ" έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες 81.066,56 ευρώ και η εταιρία ΑDJUST ΑΕ έλαβε διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 61,575,43 ευρώ δηλαδή έλαβαν διαφημιστικές υπηρεσίες συνολικής αξίας 2.907.521, 83 ευρώ, από τα οποία κατέβαλαν μόνο 14.773,22 ευρώ. Δηλαδή το συνολικό όφελος του ομίλου που εκπροσωπούσε η κατηγορουμένη και η αντίστοιχη ζημιά της εγκαλούσας υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Ανεξαρτήτως αυτών, από την επανειλημμένη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος προκύπτει πρόθεση της κατηγορουμένης, για πορισμό εισοδήματος. Απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης για αναγνώριση στο πρόσωπο της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ.δ Π.Κ Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, όσον αφορά την μερικότερη πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα στις αρχές του 2002 και μέχρι την 9/4/2002, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά, την ανέλεγκτη κρίση του, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απάτης για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 εδ. α του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών ή διατάξεων και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από την αναιρεσείουσα, νόμιμο εκπρόσωπο του ομίλου εταιριών Α. προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της παθούσας εταιρίας "FCB ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ" Γ. Β., καθώς και η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ, αφενός της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας, συνεπεία της συμπεριφοράς της αυτής, πλάνης στον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της παθούσας εταιρίας, και αφετέρου μεταξύ της προκληθείσας ως άνω πλάνης από τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της αναιρεσείουσας προς αυτόν, με σκοπό να αποκομίσει η αναιρεσείουσα και οι εκπροσωπούμενες από αυτήν εταιρίες παράνομο περιουσιακό όφελος, και της περιουσιακής ζημίας της εγκαλούσας εταιρίας που προσδιορίζεται στο συνολικό ποσό των 2.892.748,61 ευρώ, συνεπεία των οποίων (ψευδών παραστάσεων) προέβη ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών, στην οποία δεν θα προέβαινε, εάν δεν είχε παραπεισθεί από τις εν γνώσει της αναιρεσείουσας ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, ως προς την φερεγγυότητα, τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια της ίδιας ατομικά και των κατονομαζομένων στην απόφαση εταιριών του ομίλου της, τις οποίες εκπροσωπούσε. Περαιτέρω, αιτιολογείται η επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής, λόγω του εξακολουθητικού χαρακτήρα αυτής, από την οποία προέκυπτε και ο σκοπός της για πορισμό εισοδήματος. Εξ άλλου, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να οδηγηθεί στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει στην σελίδα 14 αυτής. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν σημαίνει ότι δεν εκτιμήθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η παράλειψη δε της αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 εδ.α του ΠΚ., που προβάλλονται με το κύριο δικόγραφο της αναίρεσης και τους ταυτόσημους πρόσθετους λόγους, και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω όμως και αναφορικά με την μερικότερη πράξη της απάτης που φέρεται ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα την 15/5/2003, και για την οποία καταδικάστηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ και τούτο διότι στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό δέχεται ότι στις 15/5/2003, ημέρα κατά την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας κατήγγειλε την σύμβαση, η αναιρεσείουσα αθέμιτα παρασιώπησε από αυτόν ότι την ίδια ημέρα εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί του μοναδικού της ακινήτου της για το ποσό των 2.500.000 ευρώ, ενώ αν αυτός γνώριζε την αλήθεια, δεν θα εξέδιδε τα Μ 216, Μ 4217, Μ 254 και Μ 272 από 5 έως και 21/5/2003 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικής αξίας 50.272,21 ευρώ, που προδήλως αφορούσαν διαφημιστικές υπηρεσίες που παρείχε στην αναιρεσείουσα η υπ' αυτόν εκπροσωπούμενη εταιρία σε χρόνο προγενέστερο της ως άνω ημερομηνίας της αθέμιτης παρασιώπησης των αληθινών γεγονότων (15/5/2003). Δηλαδή, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η ζημία σε βάρος της εγκαλούσας εταιρίας εκ 50.272,21 ευρώ (με την παροχή των διαφημιστικών υπηρεσιών) ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του υπό κρίση εγκλήματος της απάτης, εμφανίζεται ότι επήλθε πριν την 15/5/2003, ημέρα κατά την οποία έγινε η καταγγελία της σύμβασης. Η επέλευση όμως της βλάβης πρέπει να είναι μεταγενέστερη των ψευδών παραστάσεων, της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης των αληθινών. Η έκδοση δε των ένδικων τιμολογίων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία, του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε. Δηλαδή, η, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, φερομένη ως θετική εκ 50.272,21 ευρώ ζημία στο πρόσωπο της εγκαλούσης, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την κατά την 15.5.2003 αποσιώπηση της αληθείας από την κατηγορουμένη, αφού τα εκδοθέντα τιμολόγια κατά την ημερομηνία αυτή αντιστοιχούσαν σε παροχή υπηρεσιών από την εγκαλούσα σο παρελθόν και αυτή ήταν υποχρεωμένη στην έκδοση του αντιστοίχου τιμολογίου έναντι της Φορολογικής Αρχής. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, όσον αφορά την μερικότερη πράξη της απάτης της 15/5/2003, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σημείο τούτο και να κηρυχθεί αθώα η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 του ΚΠΔ, ενώ πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τη διάταξη της περί επιβολής της ποινής για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 του ΚΠΔ). Περαιτέρω, όσον αφορά τον λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, περί ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης στο πρόσωπο της του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχθείσα ότι "πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή και όχι προσχηματική προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως και δεν αρκεί προς τούτο η αναγνώριση απλώς και μόνο του χρέους στον δανειστή και η διευκόλυνση του τελευταίου στη συγκέντρωση στοιχείων για την προσφυγή στα πολιτικά δικαστήρια για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου σε βάρος του οφειλέτη, όπως επικαλείται η κατηγορουμένη για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 1527/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα για την μερικότερη πράξη της απάτης που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 15/5/2003. Κηρύσσει αθώα την αναιρεσείουσα για την ως άνω πράξη που συνίσταται στο ότι "στην Αθήνα την 15/5/2003, παρασιώπησε αθέμιτα από τον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας "ΓΝΩΜΗ ΑΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ" ότι την ίδια ημερομηνία εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης επί του μοναδικού της ακινήτου υπέρ της Εμπορικής FACTORING AE για το ποσό των 2.500.000 ευρώ, ενώ λόγω της προγενέστερης παράνομης συμπεριφοράς της, είχε ιδιαίτερη υποχρέωση προς ανακοίνωση του γεγονότος αυτού, καθόσον η μηνύτρια αν γνώριζε την αλήθεια δεν θα δεχόταν να τιμολογήσει την εταιρία "ADJUST AE" με τα Μ216, Μ217, Μ254 και Μ272 /5 έως 21/5/2003 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για παρασχεθείσες διαφημιστικές υπηρεσίες στα κέντρα αισθητικής ΒΕΑΥΤΥ DIET, συνολικής αξίας 50.272,21 ευρώ. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την διάταξη της περί επιβολής ποινής για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ