Αριθμός 1747/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1…εως και 21…, απάντων κατοίκων Αθήνας. Οι 2ος, 13η, 14ος και 17η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (1η, 3η έως 12η, 15η έως 16ος και 18η έως 21ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4675/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 7-7-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Σε διαφορετική περίπτωση, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρών ο απολιπόμενος διάδικος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Αν, όμως, δεν είχε κλητευθεί, πρέπει να καλείται, στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, στη μετ' αναβολή δικάσιμο, δια της επίδοσης σ` αυτόν τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και του πρακτικού της αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής (πρβλ ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1258/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η από 7.7.2022 και με αριθμό κατ. 5426/600/8.7.2022 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για τη δικάσιμο της 31.1.2023. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (31.1.2023), αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης, με αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26.9.2023), για το λόγο ότι δεν είχε κοινοποιήσει στους εφεσίβλητους την αίτηση αναίρεσης. Από την υπ` αριθ ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Γ. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, καθώς και της υπ' αριθμ. πρωτ. 18/3.2.2023 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέως του Αρείου Πάγου (Τμήμα Πολιτικό και Αρχείου), Αγγελικής Ανυφαντή, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ορίστηκε για τις 31.1.2023, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26.9.2023), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος), προς τη δικηγόρο Αθηνών Μαρίνα Γκάτα, η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους, ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρα 129 παρ. 1 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 του άρθρου 143, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και στη συνέχεια διαμορφώθηκε με το άρθρο 139 παρ. 2 του Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6.6.2022). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η πρώτη, τρίτη έως δωδέκατη, δέκατη πέμπτη,, δέκατος έκτος και δέκατη όγδοη έως εικοστός πρώτος των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, πρέπει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτούς. 2. Με την από 7.7.2022 και με αριθμό κατ. 5426/600/8.7.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4675/17.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 16.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 16509/1104/2018 έφεση των αρχικά 59 εναγόντων και 48 εκκαλούντων (εκ των αρχικά 59 εναγόντων), ως προς τους 1η , 2η, 3η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 13η, 14η, 15η, 19η, 21ο, 22η, 25η, 28η, 29η, 30η, 31η, 36η, 39ο, 40η, 43η, 44η, 49η, 51η των εναγόντων και ήδη 1ης, 2ης, 3ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης, 12ης, 13ης, 14ης, 18ης, 19ου, 20ης, 23ης, 26ης, 27ης, 28ης 29ης, 33ης, 36ου, 37ης, 39ης, 40ης, 43ης και 44ης των εκκαλούντων, ενώ έγινε αυτή δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, ως προς τους 4η, 12ο, 16η, 17η, 18ο, 23η, 24η, 26η, 27η, 32η, 34η, 35η, 37η, 38η, 41η, 47ο, 48η, 52η, 54η, 55η και 56ο των εναγόντων και ήδη 4η, 11ο, 15η, 16η, 17ο, 21η, 22η, 24η, 25η, 30η, 31η, 32η, 34η, 35η, 38η, 41ο, 42η, 45η, 46η, 47η, και 48ο των εκκαλούντων και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 479/19.2.2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε θεωρήσει καταργημένη τη δίκη ως προς την 5η, 20η, 42η, 50η, 53η, 57η, 58η και 59η των εναγουσών και είχε απορρίψει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, ως μη νόμιμη. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 1.6.2007 και με αριθμό κατ. ... αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τους 4η, 12ο, 16η, 17η, 18ο, 23η, 24η, 26η, 27η, 32η, 34η, 35η, 37η, 38η, 41η, 47ο, 48η, 52η, 54η, 55η και 56ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των ανωτέρω εναγόντων, υποχρεώνοντας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται την εργασία τους. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 8.7.2022, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 17.7.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ.3 του ΚΠολΔ). 3. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως. Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής πριν την 1.1.2016) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 197/2021, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016 (άσκηση έφεσης 20.2.2018), "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 74/2020, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009). Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου κάθε αξίωσης μισθωτού, η οποία πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σύμβασης, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως συμβαίνει με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 (ΑΠ 1901/2017, ΑΠ 31/2013). Επισημαίνεται ότι η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, αν και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της παρ. 2 εδ. γ του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, περιλαμβάνουσα τους κανόνες, με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ ΑΠ 4/2012, Ολ ΑΠ 15/2000), αλλά αφορά τις ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ του Δημοσίου και των μισθωτών αυτού (ΑΠ 31/2013 πρβλ. ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 596/2015 αφορώσες παραγραφή μισθολογικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου).. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 1 και 280 του Α.Κ και του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο δεν κήρυξε το απαράδεκτο των αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μολονότι διαπίστωσε ότι η ένδικη αγωγή τους ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από την απόλυσή τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του (ένσταση απαραδέκτου), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις του ως υπεράσπιση κατά της κατ' αυτού ασκηθείσας έφεσης των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος. 4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Εάν όμως η σύμβαση φέρει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, χωρίς η καταγγελία να λάβει χώρα εγγράφως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, με συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 78/2022, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013). Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 18/2006). Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (Ολ.ΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19, 20/2007). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν για το απασχολούμενο προσωπικό στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ. γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ.2 του ιδίου Δ/τος ορίσθηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση). Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε επίσης ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. Τέλος, με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, ορίσθηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά τα οποία δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκαν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβαίνοντος τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω διατάγματος, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παρ. 2 ορίσθηκε ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α` να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ` αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3). Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Τέλος, με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι κατ` εξαίρεση και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες για άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δέκα οκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιαμέσων χρονικών μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω. Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσυνδέει τη διάρκεια του χρόνου διακοπής μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου για την αναγνώριση της σχέσης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου 11 μόνο για την κατηγορία απασχολουμένων μισθωτών με αναπηρία άνω του 50%, συνάγεται εξ αντιδιαστολής, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση της παρ. 1 του ιδίου άρθρου που ρητώς παραπέμπει στη ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω μεταβατικής ισχύος διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επί διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου απασχολουμένου σε δημόσιο φορέα μισθωτού, όταν τα μεταξύ αυτών διαστήματα διακοπής υπερβαίνουν το διάστημα των τριών μηνών (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013), είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι συντρέχουν οι λοιπές προβλεπόμενες για την εφαρμογή της στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις. Σημειώνεται ότι η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (σχετ. ΟλΑΠ 16/2017). Ανεξάρτητα όμως από την Οδηγία αυτή και των προς εφαρμογή αυτής ρυθμίσεων του πιο πάνω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920. Με τη διάταξη αυτή, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 104/2022, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007). Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου [ή συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία], ανεξάρτητα αν αυτές έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011). Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε με το Δημόσιο κ.λ.π. α) πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10.7.2002), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18 Απριλίου 2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν κατά τα προλεχθέντα την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ή που ήσαν ενεργείς μέχρι τρεις μήνες πριν την έναρξη ισχύος του), και οι οποίες (συμβάσεις) συνεχίσθηκαν δε και είναι ενεργείς κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτών και εφεξής, καλύπτουν δε κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Και τούτο διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη από το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 13/2017, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 706/2021, ΑΠ 598/2019). Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιάς και του χρόνου έναρξης της άλλης (ΑΠ 706/2021, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 1032/2012). Είναι δε νομικά αδιάφορο το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν παραλλήλως και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, λόγω έλλειψης κάποιας από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η σχετική ρύθμιση, ή ότι η παροχή της εργασίας από το μισθωτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου (κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.2527/1997), συνεχίσθηκε να παρέχεται στον φορέα, από κάποιο χρονικό σημείο και εφεξής, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Αντιθέτως, εάν η πρώτη από τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου καταρτίσθηκε μετά τις 18 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και παράλληλα δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από τις πιο πάνω προϋποθέσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει. (Ολ.ΑΠ 6/2022). Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ` επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (Ολ.ΑΠ 6/2022, Ολ.ΑΠ 19/2007). 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. 5. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 1.6.2007 και με αριθ. κατάθ. ... αγωγή τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν οκτώ (8) από τους συνολικά πενήντα εννέα (59) αρχικούς ενάγοντες, οι τελευταίοι ανέφεραν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις ειδικότητες που αναφέρουν στην αγωγή, από τις ημεροχρονολογίες που αναλυτικά αναφέρουν για τον καθένα τους και απασχολήθηκαν με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις, τις οποίες αναφέρουν αναλυτικά για τον καθένα τους, έως τα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007 και κατά τις ειδικώς για κάθε ενάγοντα ημερομηνίες, οπότε το εναγόμενο αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι ατύπως τις συμβάσεις τους. Ότι η κατάρτιση των πιο πάνω συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου. Ότι από την πρόσληψή τους εργάσθηκαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον τομέα καθαριότητας υπαίθριων και κλειστών αρχαιολογικών χώρων προς εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών λειτουργικών αναγκών του εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι έκαστος εξ αυτών συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημεροχρονολογία της αρχικής πρόσληψής του και εντεύθεν, β) να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους του εναγομένου είναι άκυρη και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να συνεχίσει να τους απασχολεί στη θέση, με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην εκ του νόμου υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη υπό την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος του ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να τους απασχολεί κατά τα ανωτέρω. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθ. 479/19.2.2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την 5η, 20η, 42η, 50η, 53η, 57η, 58η και 59η των εναγόντων, οι οποίοι παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής, ενώ ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι σαράντα οκτώ (48) από τους συνολικά πενήντα εννέα (59) αρχικούς ενάγοντες, άσκησαν την από 16.2.2018 και με αριθμό κατ. 16509/1104/2018 έφεση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την αυτή διαδικασία, η προσβαλλόμενη με αριθμό 4675/17.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: ". . Περαιτέρω, αναφορικά με τους 4η, 12ο, 16η, 18ο, 23η, 24η, 26η, 27η, 32η, 34η, 35η, 37η, 38η, 41η, 47ο, 48η, 52η, 54η, 55η και 56ο των εναγόντων, η υπ' όψιν αγωγή κρίνεται βάσιμη κατά το νόμο, διότι αναφέρεται σαφώς σε αυτήν ότι οι ως άνω ενάγοντες προσελήφθησαν, το πρώτον, πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος - που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 και απαγορεύουν ακόμα και την εκ του νόμου μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ,Δ. - επίσης, πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999 - που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10/7/1999 και άρχισε να ισχύει από 10/7/2001 -καθώς και πριν την έναρξη ισχύος του Π.Δ, 164/2004, στις 19/7/2004, ενώ κάλυπταν με την εργασία τους, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, συνέχισαν, δε, βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, να εργάζονται και μετά την έναρξη ισχύος των ως ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόζονται, επειδή οι εν λόγω συμβάσεις είχαν ήδη προσλάβει - πριν αρχίσουν να ισχύουν οι παραπάνω διατάξεις -, κατ' ορθή νομική εκτίμηση, τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατηρούν και μετέπειτα, ήτοι και μετά την έναρξη ισχύος των υπ' όψιν συνταγματικών και άλλων διατάξεων -και άραγε, εφαρμοστέα τυγχάνει, εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920. Νόμιμη, άλλωστε, τυγχάνει και η αγωγή της 17ης ενάγουσας, η οποία - όπως αναφέρεται στην αγωγή - προσελήφθη, μεν, το πρώτον, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος, καθώς και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999, είχε, όμως, ενεργή σύμβαση εργασίας με το εναγόμενο κατά την έναρξη ισχύος του Π,Δ. 164/2004, στις 19/7/2004, ενώ η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεών της μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω Π.Δ. υπερέβαινε τους 24 μήνες (άρθρο 11 παρ. 1 α' ΠΔ 164/2004). Εν συνεχεία, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκε ότι οι ως ανωτέρω ενάγοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο, αρχικά, κατά το χρονικό από 5/8/1990 (o 120ς) έως 14/8/2000 (η 16η), ήτοι πριν την έναρξη ισχύος των άνω διατάξεων, η δε 17η ενάγουσα προσελήφθη στις 19/9/2001, εργάστηκαν, δε, στον τομέα της καθαριότητας κτιρίων και υπαίθρων αρχαιολογικών χώρων, αρμοδιότητας Υπουργείου Πολιτισμού, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, αποτελούσαν, πραγματικά, ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού οι ως άνω ενάγοντες κάλυπταν, με την εργασία τους, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, απασχολούμενοι όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοί του, είχαν, δε, οι συμβάσεις τους προσλάβει, πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω διατάξεων, που δεν εφαρμόζονται στην υπ' όψιν περίπτωση, ειδικά, δε, ως προς τη 17η ενάγουσα με τις προϋποθέσεις του Π.Δ. 164/2004, το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα προδιαληφθέντα. Ωστόσο, το εναγόμενο, όταν έληξε η διάρκεια και της τελευταίας συμβάσεως ενός εκάστου των παραπάνω εναγόντων, σταμάτησε να αποδέχεται την εργασία τους, καταγγέλλοντας έτσι, σιωπηρά, τις συμβάσεις τους, προκειμένης ακυρότητας των εν λόγω καταγγελιών, ως μη γενομένων κατά το νόμο - ήτοι, εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης -, υποχρεούμενου, ως εκ τούτου, του εναγομένου να δέχεται τις υπηρεσίες τους, απειλουμένης χρηματικής ποινής 300 ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης αυτής της υποχρέωσης. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή των ως άνω εναγόντων, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεκτών γενομένων, ως βασίμων, των σχετικών λόγων της εφέσεώς τους, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτούς τους ενάγοντες -καθ' ο μέρος απορρίφθηκε η αγωγή- και να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, προς εκδίκαση κατ' ουσίαν [. . .], ακολούθως, δε, πρέπει η αγωγή των ως ανωτέρω εναγόντων να γίνει δεκτή, ως νόμω και ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι εν λόγω ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωριζόμενης, δε, της ακυρότητας των επιδίκων καταγγελιών των συμβάσεών τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, απειλουμένης χρηματικής ποινής 300 ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης αυτής της υποχρέωσης. . .". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των ανωτέρω είκοσι ενός (21) εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, από το σύνολο των αρχικώς πενήντα εννέα (59) εναγόντων, εξαφάνισε, ως προς αυτούς, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή τους και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, δέχθηκε αυτήν και α) αναγνώρισε ότι οι: 4η, 12ος, 16η, 18ος, 23η, 24η, 26η, 27η, 32η, 34η, 35η, 37η, 38η, 41η, 47ος, 48η, 52η, 54η, 55η και 56ος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συνδέονται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) αναγνώρισε την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των παραπάνω εναγόντων, γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία των άνω εναγόντων και δ) καταδίκασε το εναγόμενο σε χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ υπέρ εκάστου των εναγόντων για κάθε ημέρα παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 21 του Ν. 2190/1994, της ρήτρας 5 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των άρθρων 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3, του Συντάγματος και 11 και 5 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Ειδικότερα: δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ο αριθμός των συμβάσεων εκάστου των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, β) ο χρόνος έναρξης και λήξης εκάστης σύμβασης, ώστε να προκύπτει η χρονική διάρκειά της, γ) το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στις καταρτισθείσες περισσότερες της μιας συμβάσεις, δ) αν κατά τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα των "διαδοχικών" συμβάσεων ή κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, οι αναιρεσίβλητοι συνέχιζαν να παρέχουν την εργασία τους και ε) ποιες ήταν οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, τις οποίες κάλυπταν οι αναιρεσίβλητοι με την εργασία τους. Αναφορικά με τη δέκατη έβδομη (17η) ενάγουσα - δέκατη έκτη (16η) εκκαλούσα και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη Μ. Κ. - Β., ως προς την οποία η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι "ναι μεν προσελήφθη το πρώτον μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος, καθώς και της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, είχε, όμως, ενεργή σύμβαση εργασίας με το εναγόμενο κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, στις 19.7.2004, ενώ η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεών της μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω Π.Δ., υπερέβαινε τους 24 μήνες", διέλαβε επίσης ελλειπείς αιτιολογίες, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον, δεν αναφέρει αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004. Ειδικότερα, παραλείπει να αναφέρει α) τις επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις για να κριθεί αν πράγματι αυτές είχαν συνολική χρονική διάρκεια τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, β) αν ο ανωτέρω συνολικός χρόνος υπηρεσίας των 24 μηνών έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση γ) αν το αντικείμενο της σύμβασης αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου και δ) αν ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών τις αιτιάσεις ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, τις διατάξεις του νόμου ως προς το αν οι περισσότερες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων με το Ελληνικό Δημόσιο, συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη, μετά την αντικατάσταση της, με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013), καθόσον, η υπόθεση χρειάζεται, κατά τούτο, περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία θα καθοριστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ σε συνδ. 22 παρ.1 Ν. 3693/57 που διατηρήθηκε σε ισχύ με άρθρο 52 αρ. 18 Εις. Ν. ΚΠολΔ και 5 παρ. 12 Ν. 1738/87 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 4675/17.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ