Αριθμός 1713/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Αργοστολίου Κεφαλληνίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Τ. Π. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2056/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 945/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 10-5-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη η από 21-2-2008 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ` αριθ.2056/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 12-12-2005 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρώσει την υπ' αριθμ. .../22-4-1990 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου και την υπ' αριθμ. .../6-12-2005 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών.., λόγω παραγραφής της βεβαιωθείσης απαιτήσεως του αναιρεσείοντος προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση. Επειδή, στο άρθρο 87 του ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" ορίζονται τα εξής : (παρ. 1) : "Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία)", (παρ. 2 περ. γ') "χρέη προς το Δημόσιον .... εκ συμβάσεων .... υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον" ( παρ. 4 ) "χρέη προς το Δημόσιον, προερχόμενα εξ απαιτήσεων περιελθουσών εις τούτο εξ οιουδήποτε λόγου, αίτινες δεν είχαν παραγραφεί εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου μέχρι της μεταβιβάσεώς των εις το Δημόσιον, παραγράφονται μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αξίωση του Δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, όχι δε στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων που προκύπτουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο. Η πενταετής δε αυτή παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους (το οποίο κατ` άρθρο 5 παρ.2 του ν.δ. 321/1969 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου ημερολογιακού έτους) μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση του Δημοσίου και συμπληρώνεται την 31/12 του πέμπτου ημερολογιακού έτους (Α.Π.747/2012, 915/2004, 181/2004, 915/2004 , 1270/2003, 125/2001). Απαιτήσεις τρίτων που περιήλθαν στο Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία, κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 87 του ίδιου ν. δ/τος, αποτελούν και οι έναντι των εκ δανείου πρωτοφειλετών και των υπέρ αυτών εγγυητών απαιτήσεις τραπεζών, από τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τις, κατ` εξουσιοδότηση του α. ν. 747/1945 και α.ν. 9/1967, εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οπότε με τη μη εξόφληση του δανείου και την εκ του λόγου αυτού και μόνο βεβαίωση της οφειλής από το εγγυηθέν Δημόσιο, τούτο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δανειστρίας τραπέζης κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού (ΑΠ 1769/2001). Με το άρθρο 113 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ... κ.λ.π." καταργήθηκε το ν.δ. 321/1969. Κατά το άρθρο 65 παρ. 5 του ν. 2362/1995, που ισχύει από 1-1-1996 : "απαιτήσεις του Δημοσίου, ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο, μετά την εν στενή εννοία βεβαίωσή τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες. Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγυήσεως σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα του πιστωτού, υπόκεινται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-1996) σε 10ετή παραγραφή, η οποία καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις, οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, (κατ` απόκλιση από τη γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ. α ν. 2362/1995 κατά την οποία "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του"), εφόσον όμως δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου η παραγραφή ήταν 5ετής για το Δημόσιο Α.Π.747/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη υπόθεση μέρους τους τα εξής : : "Κατ' εξουσιοδότηση του α. ν. 747/1945, εκδόθηκαν οι με αρ. 5301 1/23-3-1970 και 51300/1-7-1975 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο, παρέσχε εγγύηση προς την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως "Ε.Τ.Β.Α." και υπέρ του δανειολήπτη Σ. Κ., μέχρι του ποσού των 33.196.750 δρχ., για εξυπηρέτηση κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα δανείου που αυτός είχε λάβει για την ναυπήγηση του Ε.Γ./Ο-Γ πλοίου "ΣΚΟΡΠΙΟΣ". Στις 7-1-1974 ο Σ. Κ. πώλησε το υπό ναυπήγηση πλοίο του στη ναυτιλιακή εταιρεία "ΝΕΚΙ ΑΕ", υπογράφηκε δε μεταξύ της Ε.Τ.Β.Α., της αγοράστριας και του δανειολήπτη (Σ. Κ.), ως εκ τρίτου αντισυμβαλλομένου η από 8-1-1997 σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους με την οποία η πλοιοκτήτρια εταιρία "ΝΕΚΙ ΑΕ") ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει, εξ ολοκλήρου ευθυνομένη με τον δανειολήπτη το σύνολο του δανείου. Ωστόσο και η πλοιοκτήτρια και ο αρχικώς δανειολήπτης, παππούς του ανακόπτοντα δεν εξόφλησαν το δάνειο με αποτέλεσμα να καταπέσει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία αυτό και κατέβαλε στις 5-5-1988. Το καταβληθέν ποσόν βεβαιώθηκε ταμειακά από τη Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου - Κεφαλονιάς, κλήθηκε δε η εταιρεία ("ΝΕΚΙ ΑΕ") να καταβάλει το οφειλόμενο ποσόν με την υπ' αρ. 3/15-11-1987 ατομική ειδοποίηση. Για λόγους μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας η ατομική αυτή ειδοποίηση ακυρώθηκε με την με αρ. 6597/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια η Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου βεβαίωσε εκ νέου με την με αρ. .../22-4-1990 ταμειακή βεβαίωση το χρέος αυτό. Η παραπάνω εταιρία (ΝΕΚΙ ΑΕ), δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό και η εν λόγω Υπηρεσία με βάση την ίδια ως άνω ταμειακή βεβαίωση κοινοποίησε τη με αρ. 7967/19-9-2005 ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών, προς τον ανακόπτοντα ως κληρονόμο του δανειολήπτη ο οποίος είχε αποβιώσει το έτος 1991 και είχε αφήσει εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την μετέπειτα (1988) αποβιώσασα μητέρα του ανακόπτοντα και την Μ. Κ. καθεμία στο 1/2 του χρέους αυτού. Περαιτέρω σε εκτέλεση της υπ' αρ. 9807/1989 παραγγελίας του Δημοσίου για την οφειλή αυτή του ανακόπτοντα (1/2 της εγγύησης), επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο αυτού (...) δυνάμει της υπ' αρ..../1 6-12-2005 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …. Με βάση τα παραπάνω η απαίτηση του Δημοσίου που βεβαιώθηκε στις 22-4-1990 έχει παραγραφεί διότι από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε στο Δημόσιο Ταμείο μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 2362/1995 (1-1-1996) είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής που προβλέπεται από το άρθρο 87 παρ. του ν.δ. 321/1969 και ως εκ τούτου δεν υπήχθη στην προβλεπόμενη από το άρθρο 65 παρ.5 του ν. 2362/1995 δεκαετή παραγραφή. Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται ότι η παραγραφή της επίδικης απαιτήσεως είναι εικοσαετής καθόσον στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 4 του ν.δ 321/1969, η οποία ορίζει ότι τα προς το Δημόσιο χρέη εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η ως άνω απαίτηση, σύμφωνα και με όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, τυγχάνει απαίτηση τρίτου κατ' άρθ. 87 παρ. 4 του ν.δ/τος 321/1969, η οποία υπόκειται σε πενταετή παραγραφή από τη λήξη του Οικον. Έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε στο Δημόσιο Ταμείο, καθόσον δεν προέρχεται από σύμβαση με άμεσα συμβεβλημένο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το τελευταίο παρέσχε εγγύηση προς την ΕΤΒΑ, δυνάμει των παραπάνω αναφερομένων αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, ήχθη στην παραδοχή της προταθείσης παρά του αναιρεσιβλήτου ενστάσεως παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως και συνακολούθως της ασκηθείσης παρά αυτού ανακοπής κατά της επισπευδομένης εναντίον του , με βάση την αξίωση αυτή, αναγκαστικής εκτελέσεως. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 87 παρ.4 του ν.δ. 321/1969, αφού η πενταετής παραγραφή της ενδίκου απαιτήσεως αρξαμένη από την 1-1-1991 συνεπληρώθη την 24.00 ώρα στις 31-12-1995, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2362/1995 και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να επιμηκυνθεί σε δεκαετή, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 5 του νόμου αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα σχετικά με την παραγραφή της ενδίκου απαιτήσεως και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συντελεσθείσα δια της παραδοχής της αντιστοίχου ενστάσεως , τυγχάνει αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.Α.Π. 12/2000, 1/1999, 1735/2008 862/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 περ. δ' και 527 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως η πρώτη ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου, αλλά και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ. δ' της πρώτης των ως άνω διατάξεων, σύμφωνα με την οποία κατ` εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος που προτείνει τον ισχυρισμό δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων. Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους και συγκεκριμένα στην περίπτωση της παρ. 2 εδ. δ του άρθρ. 269 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να επικαλεσθεί και προσκομίσει τα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός, ισχυριζόμενος συνάμα ότι δεν εγνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων τούτων (Α.Π.242/2011, 1.../2009, 462/2008, 1735/2008, 1778/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως η από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και ειδικότερα της απορρίψεως από το Εφετείο ως απαραδέκτου της αντενστάσεως του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής της ενδίκου απαιτήσεώς του, η οποία είχε προβληθεί πρωτοδίκως και σε κάθε περίπτωση προεβλήθη για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με σχετικό λόγο εφέσεως παραδεκτώς , ως εγγράφως αποδεικνυομένη. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των προτάσεων του καθ' ού η ανακοπή αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της εφέσεως και των προτάσεων του ιδίου ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι ο περί διακοπής της παραγραφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε προβληθεί κατά τρόπον εντελώς αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως και συγκεκριμένα με την αναφορά ότι: " Η ΔΟΥ Αργοστολίου προέβη σε πράξεις εκτέλεσης κατά της ναυτιλιακής εταιρίας ΝΕΚΙ Α.Ε. και του διαχειριστή αυτής που διέκοψαν την παραγραφή" και για το λόγο αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παντάπασι προβολή τοιούτου ισχυρισμού. Με την ασκηθείσα έφεσή του το αναιρεσείον συμπλήρωσε και βελτίωσε τον εν λόγω ισχυρισμό , διαλαμβάνοντας στο σχετικό λόγο εφέσεως τα εξής: " Σε κάθε περίπτωση, όπως ισχυριστήκαμε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η ΔΟΥ Αργοστολίου προέβη σε πράξεις εκτέλεσης κατά της συνοφειλέτριας του επίδικου χρέους ναυτιλιακής εταιρείας "ΝΕΚΙ Α.Ε" και κατά του Δ. Β., Διευθύνοντος Συμβούλου και στη συνέχεια εκκαθαριστή αυτής που διέκοψαν την παραγραφή. Συγκεκριμένα... επιβλήθηκε..με την με αριθμ. .../7-1-1991 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας …κατάσχεση σε ακίνητο του Δ. Β.... στη συνέχεια δε εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτ. .../4-4-1994 περίληψη προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού του ιδίου ακινήτου. Επίσης, με την με αριθμ. .../14-4-1994 δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας …επιβλήθηκε κατάσχεση σε ακίνητη περιουσία του ιδίου οφειλέτη. Με την με αριθμ. πρωτ. 10563/1/8-7-1995 αναγγελία ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Αργοστολίου ανήγγειλε την επίδικη απαίτηση του Δημοσίου ενώπιον της Ελένης Λευτεράτου, συμβολαιογράφου Κεφαλληνίας, υπαλλήλου επί πλειστηριασμού ακινήτου του εν λόγω οφειλέτη. Περαιτέρω, η ιδία ΔΟΥ άσκησε ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφ/νίας αίτηση ποινικής δίωξης σε βάρος του Δ. Β., ενώ σε βάρος του ιδίου οφειλέτη εκδόθηκε το με αριθμ. πρωτ. 4059/16-5-94 έγγραφο απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Όλες οι ως άνω ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής της απαίτησης του Δημοσίου κατά του Δ. Β. και της εταιρίας ΝΕΚΙ Α.Ε. αλλά και κατά του αρχικού οφειλέτη Σ. Κ. και των κληρονόμων αυτού...". Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε επίσης αόριστο και απορριπτέο τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, επέφεραν την διακοπή της παραγραφής. Ακολούθως δε το Εφετείο, εκτιμώντας τον ως είρηται ισχυρισμό ως το πρώτον ενώπιόν του, δια λόγου εφέσεως, προβαλλόμενο , τον απέρριψε λόγω μη επικλήσεως εκ μέρους του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, των νομίμων προϋποθέσεων για το παραδεκτό, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., της βραδείας προβολής του και συγκεκριμένα του ότι αυτό (αναιρεσείον) δεν εγνώριζε την ύπαρξη των εγγράφων που επικαλέσθηκε προς απόδειξη του περί διακοπής της παραγραφής ως άνω ισχυρισμού του και δεν μπορούσε να έχει πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων αυτών. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, στην αποδιδομένη σ' αυτό αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου της προβληθείσης το πρώτο ενώπιόν του αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής της ενδίκου απαιτήσεως και ο περί του αντιθέτου δεύτερος ως άνω και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-5-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 945/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ