Αριθμός 1440/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της 5698/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1385/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ.1 και 2, και 331 ΚΠΔ, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών για δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου, για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και για χρέη γενικά προς το Δημόσιο και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης. Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν, ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ είναι: 1) Η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο χρόνος δε αυτός δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 5698/2006 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 30-1-01 στην Θεσσαλονίκη ετέλεσε περισσότερες (πράξεις) οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της καθυστερήσεως καταβολής των βεβαιωμένων προς τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών. Ειδικότερα, ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Π. Καδινόπουλος Α.Ε" η οποία έχει ως αντικείμενον την εμπορία δημητριακών και βάμβακος και ως εκ τούτου ευθυνόμενος για την καταβολή των χρεών της εταιρείας προς τις Δ.Ο.Υ καθυστέρησε την καταβολή των κάτωθι αναφερομένων ως βεβαιωμένων χρεών σε βάρος της εταιρείας στην Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Φ.Α.Ε) Θεσσαλονίκης για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών ήτοι α΄ του χρέους των 86,003,31 € (κεφάλαιο 46.326,97 € + 39.640,34 € προσαυξήσεις) το οποίο αφορά την οφειλή προς το Υπουργείο Γεωργίας βεβαιωθέν δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 5104/00 βεβαιώσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Φ.ΑΕ Θεσσαλονίκης και καταβλητέου εφ΄ άπαξ με ημερομηνία καταβολής την 29-9-2000 β΄ του χρέους των 380.821, 28 € (κεφάλαιο 205.294,49 € +175.526,79 € προσαυξήσεις) το οποίο αφορά επίσης την οφειλή προς το ανωτέρω Υπουργείο Βεβαιωθέν δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 5104/00 βεβαιώσεως του αυτού προϊσταμένου και καταβλητέου εφ΄ άπαξ με ημερομηνία καταβολής την 29-9-2000. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ανωτέρω εταιρεία υπό την επωνυμία "ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΔΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Εκκοκκιστήρια Βάμβακος Α.ε" έχει πτωχεύσει δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 28314/1998 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με ημερομηνία παύσεως πληρωμών την 10-10-1997, πράγμα το οποίον δεν αναιρεί την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 5698/2006 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 26 παρ.1, 27, 84 παρ.2α, 98 ΠΚ, 25 παρ.1γ, 2α, του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 Ν.2523/97) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στα πρακτικά της δίκης φέρεται καταχωρημένος ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος για "μη νόμιμη ποινική δίωξη λόγω πτώχευσης", (χωρίς όμως να προκύπτει αν ο ισχυρισμός αυτός κατατέθηκε εγγράφως και αν αναπτύχθηκε προφορικώς), κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας με το να απορρίψει με τις προαναφερόμενες σκέψεις τον ισχυρισμό του ότι η οφειλέτρια εταιρεία "Π.ΚΑΔΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 38314/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και "τελεί έκτοτε υπό εκκαθάριση και υπό σύνδικο πτώχευσης με χρόνο παύσης των πληρωμών 10-10- 1997", δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς Δημόσιο χρεών, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του 1 του Ν. 1882/1990 και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψε προφορική ανάπτυξή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώ ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, υποστήριξε σχετικά ότι " όταν η εταιρεία πτώχευσε δεν υπήρχε το χρέος" (και συνεπώς δεν πρόκειται για πτωχευτικό, αλλά για μεταπτωχευτικό χρέος). Άλλωστε, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, αρνούμενος την κατ΄ αυτού κατηγορία, προέβαλε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο τον περί πτωχεύσεως ισχυρισμό του, κυρίως, ως λόγο που καθιστούσε μη νόμιμη την κατ' αυτού ποινική δίωξη και το Δικαστήριο απέρριψε τον αβάσιμο αυτόν ισχυρισμό με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία. Αβάσιμη είναι επίσης και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας " καθόσον το σκεπτικό αυτής αποτελεί σχεδόν ταυτόσημη επανάληψη του διατακτικού της". Μόνη η "σχεδόν" αντιγραφή του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά, χωρίς τίποτε άλλο έλλειψη της κατά το νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση στο διατακτικό εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Άλλωστε, ο αναιρεσείων ουδεμία συγκεκριμένη έλλειψη προσδιορίζει με το σχετικό λόγο αναιρέσεως, που θα καθιστούσε ελλιπή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν εκθέτει σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή του διατακτικού, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποιά κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποιά πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν. Ο αναιρεσείων, επίσης, προβάλλει, την αιτίαση "ως προς το στοιχείο της κατ΄ εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος", ότι μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού υπάρχει πλήρης διάσταση ως προς το χρόνο τέλεσης των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και, ειδικότερα, ότι ενώ στο διατακτικό αναγράφεται ότι το έγκλημα τελέστηκε με πέντε μερικότερες πράξεις στις αντίστοιχες ημερομηνίες, αντίθετα στο σκεπτικό ως χρόνος τέλεσης όλων των μερικότερων πράξεων φέρεται η 30/1/2001. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, ανεξάρτητα από το ότι η διαφορετική τοποθέτηση του χρόνου αυτού δεν είναι ουσιώδης και κρίσιμη, αφού, με οποιαδήποτε εκδοχή, δεν ανακύπτει θέμα παραγραφής της πιο πάνω πράξεως, ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται στην προκειμένη περίπτωση. Από τις σαφείς παραδοχές του αλληλοσυμπληρούμενου σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ήταν δύο, οι οποίες και ειδικώς προσδιορίζονται τόσο στο διατακτικό όσο και στο σκεπτικό κατά ταυτόσημο τρόπο. Ο χρόνος τελέσεως αυτών ήταν, όπως σαφώς επίσης αναφέρεται στο σκεπτικό, η 30/1/2001, ημερομηνία η οποία αναφέρεται και στο διατακτικό. Οι λοιπές τέσσαρες ημερομηνίες που αναφέρονται στο διατακτικό (1/12/2001, 1/12/2002. 1/12/2003 και 1/12/2004), έχουν διαγραφεί κατά πρόχειρο, έστω, τρόπο (έχει τεθεί επί αυτών γραμμή διαγραφής), η δε μη κανονική διαγραφή αυτών οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις (δηλαδή ως προς την αιτιολογία της πτώχευσης, την ταυτότητα διατακτικού και σκεπτικού, και τον χρόνο τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί, ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που συνεπάγεται την κήρυξη της νέας ποινικής δίωξης κατά του αυτού κατηγορουμένου ως απαράδεκτης, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση στα πρακτικά της δίκης φέρεται καταχωρημένη "ένσταση δεδικασμένου", χωρίς να προκύπτει αν η ένσταση αυτή κατατέθηκε εγγράφως και αν αναπτύχθηκε προφορικώς, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι με την ίδια ακριβώς αίτηση του Διευθυντή της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, με την οποία ασκήθηκε η κατ' αυτού ποινική δίωξη για την εξεταζόμενη υπόθεση, ασκήθηκε παρόμοια ποινική δίωξη και κατά του ........, ως διευθύνοντος συμβούλου της αυτής εταιρίας ("ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΔΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε."), για παράβαση του άρθρου 25 ν. 1882/1990, ο οποίος κηρύχθηκε αθώος με την 50204/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Η ένσταση αυτή, δεν συνιστά, με τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά νόμιμη ένσταση δεδικασμένου, αφού ελλείπει μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις για την ύπαρξη αυτού, δηλαδή η ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου). Συνεπώς, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικώς επί του εν λόγω ισχυρισμού, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προκύπτει προφορική ανάπτυξη αυτού. Κατ' ακολουθία, ο από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και ΣΤ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης (170 παρ.2 ΚΠΔ) και παραβίαση δεδικασμένου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 56/26-7-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του ..........., κατά της 5698/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ