ΑΡΙΘΜΟΣ 1131/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Xαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... και ήδη …ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παναγιώτη Μιχαλόλια και Νικόλαο Μαυρομμάτη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 593, 594, 595/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 951/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 25 και ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την από 2-8-2011 αίτηση του Κ. Β. του Δ. και της Ρ., κατοίκου ... οδός ... αριθμ. …, και ήδη κατοίκου ... ( …), με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοσή της υπ'αριθμ. 593, 594, 595/17-11-2008 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως του εν λόγω αιτούντος κατά της προαναφερομένης αποφάσεως με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1543/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία υπ'αριθμ. 593, 594, 595/2008 απόφαση κηρύχθηκε ένοχος για κατά συρροή απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο που τελέστηκε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 299 παρ. 2 Π.Κ.) και με την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών (6+4+4 έτη = 6+2+2= 10 έτη), επικυρώνοντας την υπ'αριθμ. 467Α, 476-477/28-9-2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών που τον είχε κηρύξει επίσης ένοχο για τις ίδιες πράξεις και του είχε επιβάλλει συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τριών (13) ετών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο ου πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς την πιθανότητα, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εκδόσανε την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν άμεσα ή έμμεσα και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως από ουσιαστική και νομική πλευρά, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, η οποία στρέφεται εναντίον αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 706/2009 Π. Χρ.Ξ/2010 σελ. 275 επόμενα, ΑΠ 788/2008 Ποιν. Χρον. ΝΘ/2009 σελ. 251, ΑΠ 127/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ 896). Εν προκειμένω η εν λόγω προσβαλλομένη με αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπ'αριθμ. 593, 594, 595/17-11-2008 αμετάκλητη απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί ο αιτών σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, στο σκεπτικό της δέχεται ότι προέκυψαν από την διαδικασία τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Κ. Π., ξυλουργός είχε αναλάβει την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών σε υπό ανέγερση οικοδομή επί της οδού ... , στην ... και δη παραπλεύρως στον αριθμό …όπου βρίσκεται η κατοικία του κατηγορουμένου. Το συνεργείο του Κ. Π. αποτελούσαν οι, ο αδελφός του Σ., Ν. Μ., Ε. Ν., Φ. Μ. και Γ. Π., γιος του αδελφού του. Στις 24/6/1999 ο Σ. Π. στάθμευσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής LADA με το οποίο μετέβη στον τόπο της εργασίας του, μπροστά στην είσοδο του χώρου στάθμευσης (γκαράζ) της οικίας του κατηγορουμένου, σε τρόπο ώστε απέκλειε την είσοδο και έξοδο απ αυτόν των αυτοκινήτων. Στις 11.30' της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εξέλθει με το αυτοκίνητό του από τον στεγασμένο, χώρο σταθμεύσεως και διαπίστωσε την ύπαρξη στην είσοδο αυτού του σταθμευμένου ως άνω αυτοκινήτου και αμέσως άρχισε, με παρατεταμένο κορνάρισμα του αυτοκινήτου του, να ειδοποιεί τον ιδιοκτήτη του σταθμευμένου αυτοκινήτου να έλθει να το απομακρύνει. Σε λίγο εμφανίσθηκε ο Σ. Π. και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του για να το απομακρύνει. Μόλις τον είδε ο κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει με τις φράσεις "αλήτες, πούστηδες, κωλόπαιδα, μου έχετε κάνει τη ζωή μαύρη", εννοώντας ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους στην παρακείμενη οικοδομή, το τελευταίο διάστημα, απέκλειαν την είσοδο του χώρου σταθμεύσεως με τα αυτοκίνητα που στάθμευαν εκεί. Αμέσως δημιουργήθηκε φραστικό επεισόδιο με ανταλλαγή εκατέρωθεν ύβρεων σε έντονο ύφος, κατά τη διάρκεια του οποίου ο κατηγορούμενος εξήγαγε από την τσέπη του παντελονιού του ένα ημιαυτόματο πιστόλι, τύπου Zastava, γιουγκοσλαβικής κατασκευής με γεμιστήρα που περιείχε έξι φυσίγγια. Ακούγοντας τους διαπληκτισμούς ο Κ. Π., που εργάζονταν στην γειτονική κατά τα άνω οικοδομή προσέτρεξε σε βοήθεια του αδελφού του. Όπως καταθέτει, ο εν λόγω Κ. Π., παρά την διάθεση του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, δεν κρατούσε κάτι στα χέρια του, ούτε τα ως άνω λοιπά μέλη του συνεργείου του, που μετ ολίγο προσέτρεξαν στον τόπο του επεισοδίου, που λάμβανε χώρα, όπως θα λεχθεί, έξω από το γκαράζ, κρατούσαν στα χέρια τους διάφορα αντικείμενα ή εργαλεία με τα οποία θα μπορούσαν να επιτεθούν στον κατηγορούμενο, παρότι οι ίδιοι, για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο και με την αυτή διάθεση να βοηθήσουν, όπως θα λεχθεί και για τον λόγο που θα εκτεθεί, τον κατηγορούμενο, καταθέτουν ότι κρατούσαν κάποιο από τα εργαλεία τους. Ενώ πλησίαζαν οι ανωτέρω στην είσοδο του χώρου στάθμευσης ο Σ. Π. , απομακρυνόμενος λόγω του φόβου που του προκάλεσε η θέα του όπλου, τους κατέστησε προσεκτικούς, λέγοντας "παιδιά έχει πιστόλι, προσέχετε". Πρώτος πλησίασε ο Κ. Π., ο οποίος με την γυναίκα του κατηγορουμένου που βρισκόταν εκεί τον παρακάλεσαν να βάλει το όπλο στην τσέπη, πράγμα το οποίο αυτός έκανε. Όταν είδε όμως να πλησιάζουν οι λοιποί εργαζόμενοι το έβγαλε εκ νέου από την τσέπη του παντελονιού του, λέγοντας "τώρα θα σας δείξω εγώ κωλόπαιδα που μου έχετε κάνει τη ζωή δύσκολη". Επακολούθησε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο έγινε ανταλλαγή ύβρεων, το οποίο επέτεινε την οργή του κατηγορουμένου και αύξησε την ψυχική υπερένταση του, εξαιτίας του προηγηθέντος επεισοδίου με τον Σ. Π. , όταν δε είδε να πλησιάζουν και οι λοιποί ως άνω εργατοτεχνίτες του συνεργείου, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς κατά το κεφάλαιο της αυτό να προσβληθεί με έφεση από τον Εισαγγελέα, λόγω και του φόβου του, περιήλθε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, με την εκτεθείσα στην υπό στοιχείο Ι έννοια και στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενος, όταν ο Κ. Π., για να αποτρέψει την χρήση του όπλου και την πρόκληση θανάσιμων τραυματισμών, κινήθηκε προς το μέρος του, προκειμένου να του το αποσπάσει, άρχισε, ευρισκόμενος στην πόρτα του γκαράζ ή λίγο μέσα απ αυτήν και οι λοιποί έξω απ αυτό, στον υπάρχοντα ελεύθερο χώρο (βλ. φωτογραφίες του όλου χώρου) να πυροβολεί, με συνεχόμενες βολές εναντίον τους, έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση, όπως τούτο συνάγεται εκ του ότι είχε εστραμμένο το όπλο προς την κατεύθυνση όλων των ανωτέρω και του ότι αυτοί βρισκόντουσαν σε πολύ κοντινή απόσταση που κυμαίνονταν από 1-5 μέτρα, οπότε ήταν ενδεχόμενο οι σφαίρες να τους πλήξουν σε ζωτικό σημείο του σώματός τους και να προκαλέσουν τον θανάσιμο τραυματισμό τους, ενδεχόμενο το οποίο αποδέχθηκε και έτσι άρχισε να πυροβολεί και μάλιστα όχι μόνον μία φορά, αλλά περισσότερες, τελικά, όπως θα λεχθεί, πυροβόλησε 4 φορές, γεγονός που καταδεικνύει την ανθρωποκτόνο πρόθεσή του. Όταν άρχισε να πυροβολεί οι λοιποί, πλην του Κ. Π. , που βρισκόταν σε απόσταση 1,5-2 μέτρα, άρχισαν να απομακρύνονται για να σωθούν. Από τις τέσσερες συνολικά βολές που έριξε εναντίον τους οι σφαίρες έπληξαν τους Κ. Π., Ν. Μ., Ε. Ν. και Φ. Μ., από τους οποίους ενδιαφέρουν εν προκειμένω οι τρεις πρώτοι, αφού γι αυτούς καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος. Από τους ανωτέρω τραυματίσθηκε σοβαρά στο αριστερό χέρι (διαμπερές τραύμα) και στον χώρο της κοιλίας (τυφλό τραύμα) ο ευρισκόμενος στην πολύ κοντινή ως άνω απόσταση Κ. Π. . Ειδικότερα έφερε διαμπερές τραύμα αριστερού αντιβραχίου με πύλη εισόδου βλήματος κατά τη μεσότητα της εσωτερικής επιφανείας του αριστερού αντιβραχίου και πύλη εξόδου κατά το κάτω τριτημόριο της έξω επιφανείας, αντίστοιχα, επίσης έφερε τραύμα στην κοιλιακή χώρα, με πύλη εισόδου βλήματος 5 περίπου εκατοστά κάτω από την ξιφοειδή απόφυση, εξ αιτίας του οποίου υπέστη ρήξη του μεσεντερίου του ανιόντος κόλου, πλησίον της δεξιάς κολικής καμπής, τραύμα έλικος λεπτού εντέρου αφορών μόνον τον ορογόνο χιτώνα άνευ εισόδου στον αυλό του εντέρου, τραύμα επίσης ορογόνου χιτώνα σε δύο σημεία της δεξιάς κολικής καμπής παχέος εντέρου, άνευ εισόδου στον αυλό του εντέρου. Ο ιατροδικαστής αποφαίνεται περαιτέρω ότι "η τοπογραφική θέση των τραυμάτων ως και η πύλη εισόδου αυτών συνάδει με τη φορά πλήξεως, δια βολίδων όπλου μικρού διαμετρήματος, λοξώς εκ των άνω προς τα κάτω, δεδομένης της τρώσεως ενδοκοιλιακών σπλάχνων, μεσεντερίου, εντέρων (βλ. 1306/28-6-1999 έκθεση ιατροδικαστού Ε. Ν. και 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας Ασκληπιείου Βούλας). Ο Ν. Μ., που βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων περίπου, υπέστη θλαστικά τραύματα μικρού δακτύλου αριστερού χεριού (βλ. 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας Ασκληπιείου Βούλας). Ο Ε. Τ. , που βρισκόταν σε απόσταση 4 μέτρων περίπου, διότι τη στιγμή που επλήγη απομακρυνόταν, έφερε διαμπερές τραύμα κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και συγκεκριμένα μικρό τραύμα της έξω επιφανείας κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και μικρό τραύμα πρόσθιας επιφανείας συστοίχου κνήμης λίγο πιο κάτω από το πρώτο, εκ των οποίων το πρώτο αποτελεί την πύλη εισόδου και το δεύτερο εξόδου της βολίδος (βλ. 1307/28-6-1999 έκθεση του αυτού ιατροδικαστή και 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας του αυτού ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος). Οι τραυματισθέντες μεταφέρθηκαν αμέσως από τους συναδέλφους τους στο Ασκληπιείο Βούλας, όπου χάριν στην άμεση χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο πρώτος και την δέουσα περιποίηση των τραυμάτων αποφεύχθηκε ο άμεσος κίνδυνος κατά της ζωής τους και ειδικότερα του πρώτου. Ο μη θανάσιμος τραυματισμός των ιδίων, αλλά και άλλων από τα ανωτέρω ατόμων οφείλεται, πέραν των ανωτέρω και στο ότι οι βολίδες, συμπτωματικά, είτε δεν τους έπληξαν σε πλέον ζωτικά σημεία του σώματος τους (καρδιά, κεφάλι κλπ), είτε διότι ουδόλως τους έπληξαν. Έτσι, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του κατηγορουμένου, δεν επήλθε το γενόμενο αποδεκτό ως ενδεχόμενο από αυτόν, όταν αποφάσισε και επανειλημμένως πυροβόλησε, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού των καθών ρίφθηκαν οι πυροβολισμοί εργαζομένων στην οικοδομή που αναφέρθηκε ατόμων. Μετά την ρίψη των πυροβολισμών ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία του, αφού προηγουμένως πέταξε το πιστόλι στον προαύλιο χώρο αυτής, όπου μαζί με τον γεμιστήρα που έφερε δύο φυσίγγια, βρέθηκε αργότερα, κατόπιν υποδείξεως της συζύγου του κατηγορουμένου, από τον αστυνομικό της άμεσης δράσης μάρτυρα Δ. Τ. . Ο εν λόγω μάρτυρας περισυνέλεξε και τρεις κάλυκες (ο τέταρτος δεν βρέθηκε) των βολίδων που είχαν βληθεί με το εν λόγω όπλο (βλ. από 29-6-1999 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Όπως αναφέρεται στην από 24-6-1999 έκθεση αυτοψίας του Ε. Κ. , που αναγνώσθηκε, αλλά και κατέθεσε ο εν λόγω αστυνομικός οι τρεις κάλυκες ευρέθησαν στον εκτός του γκαράζ χώρο και δη ο ένας βρέθηκε επί του οδοστρώματος της οδού ... σε απόσταση 1 μέτρου από το ρείθρο του πεζοδρομίου και στο ενδιάμεσο της από 10-15 μέτρα αποστάσεως μεταξύ της οικίας και του γκαράζ, οι άλλοι δε δύο σε απόσταση 1 περίπου μέτρου έξω από την πόρτα του γκαράζ. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο χώρος έξω από το γκαράζ παρουσιάζει ελαφρά κλίση 10-15% (κατωφέρεια). Η ανωτέρω θέση ανευρέσεως των καλύκων καταδεικνύει την αβασιμότητα του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι βρισκόταν εντός του γκαράζ, όπου και δέχθηκε επίθεση από τα ανωτέρω μέλη του συνεργείου του Κ. Π. και τον ίδιο, που έφεραν ξύλα και διάφορα εργαλεία, και για εκφοβισμό πυροβόλησε εντός του γκαράζ προς τα κάτω και εξωστρακίσθηκαν οι βολίδες, ισχυρισμό τον οποίο επιβεβαιώνει ο μάρτυρας υπερασπίσεως Π. Μ. , ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση στο εύλογο ρώτημα, γιατί, ενώ έβλεπε από κοντινή απόσταση να συμπλέκονται άτομα εντός του γκαράζ και αυτά επιχειρούσαν να κακοποιήσουν τον κατηγορούμενο, παρήλθε και δεν επενέβη μαζί με τον μεσίτη που ήταν μαζί του, τα στοιχεία του οποίου και δεν δίδει, για να περιορίσει την σοβαρότητα της επίθεσης ή να την αποτρέψει, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί δεν ειδοποίησε με το κινητό του τις αστυνομικές αρχές, τόσο περισσότερο καθόσον, όπως ο ίδιος καταθέτει, αμέσως μετά άκουσε πυροβολισμούς, αλλά περιορίσθηκε να μεταβεί αυτοκλήτως στο AT Βούλας το βράδυ της ίδιας μέρας για να καταθέσει, όσα και στο ακροατήριο κατέθεσε, τα οποία δεν πείθουν το Δικαστήριο περί του ότι έλαβε χώρα εντός του χώρου του γκαράζ επίθεση των ανωτέρω ατόμων, που έφεραν ξύλα και άλλα αντικείμενα, εναντίον του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός αυτός βέβαια δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αφού ο Κ. Π., παρά το ότι, με διάθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, κατέθεσε κατηγορηματικά ότι όλοι οι προστρέξαντες στον χώρο του επεισοδίου και ο ίδιος βρισκόντουσαν εκτός του γκαράζ και δεν κρατούσαν κάτι στα χέρια τους, κατάθεση που συμπορεύεται και με τα πορίσματα της κοινής λογικής, αφού στο γκαράζ μόλις που χωρούσε το αυτοκίνητο και δεν εναπέμενε ελεύθερος χώρος για να στέκεται η σύζυγος του κατηγορουμένου και να συμπλέκεται αυτός με 5-6 άτομα, οι δε ανωτέρω προσέτρεξαν από περιέργεια στο επεισόδιο και δεν είχαν λόγο να φέρουν μαζί τους οποιαδήποτε αντικείμενα πρόσφορα για επίθεση, αφού στις προθέσεις τους δεν ήταν να επιτεθούν στον κατηγορούμενο, αλλά να πληροφορηθούν τι συνέβαινε. Βέβαια καταθέτοντας στο ακροατήριο για πρώτη φορά ισχυρίσθηκαν ότι κρατούσαν στα χέρια τους εργαλεία που χρησιμοποιούσαν τη στιγμή εκείνη, επίσης ισχυρίσθηκαν όλοι ότι, εκτός από την ανταλλαγή ύβρεων το φραστικό επεισόδιο, υπήρξε συμπλοκή και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να τους σκοτώσει, αλλά να τους εκφοβίσει. Βέβαια τα εντελώς αντίθετα κατέθεσαν, τόσο στην αστυνομία, όσο και στην ανάκριση, όπου όλοι οι παθόντες δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής και καταλόγισαν στον κατηγορούμενο, αιτιολογημένα (κατεύθυνση του όπλου προς τα σώματα τους, ρίψη των πυροβολισμών από πολύ μικρή απόσταση κάτι το οποίο μπορούσε να επιφέρει τον θανάσιμο τραυματισμό τους και το ενδεχόμενο αυτό δεν απέτρεψε τον κατηγορούμενο να πυροβολήσει και μάλιστα περισσότερες φορές κλπ.), τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας, προς κατάδειξη δε των αντιφάσεων αυτών αναγνώσθηκαν αποσπάσματα των οικείων καταθέσεων τους (357 παρ. 4 ΚΠΔ) και κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις για τις αντιφάσεις αυτές. Όπως καταθέτουν έλαβαν από τον κατηγορούμενο, ως αποζημίωση, ο μεν Κ. Π. 32.000 €, ο Ν. Μ. 3.000 € και ο Ε. Τ. 6.000 €, κατόπιν δε τούτου παραιτήθηκαν από την πολιτική αγωγή (βλ. δηλώσεις παραιτήσεως που αναγνώσθηκαν και ένορκη βεβαίωση Κ. Π. ), το γεγονός δε αυτό αιτιολογεί (το παραδέχονται άλλωστε εμμέσως πλην σαφώς) την διαφοροποίηση των καταθέσεων τους και την προσπάθεια ελαφρύνσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, τους υπερασπιστικούς και αυτοτελείς ισχυρισμούς τους οποίους και επιβεβαιώνουν, δηλώνοντας ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως καταθέτουν στο ακροατήριο και ότι καθ'υπόδειξη των δικηγόρων τους διόγκωσαν τις αρχικές καταθέσεις τους για να τον εκδικηθούν και για να επιτύχουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους προς καταβολή αποζημιώσεως και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να τους σκοτώσει. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί, οι οποίοι είναι το επακόλουθο συμφωνιών μετά του κατηγορουμένου, που κατέληξαν στην καταβολή των ανωτέρω σημαντικών ποσών αποζημιώσεως, δεν πείθουν, αφού έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα αντικειμενικά ευρήματα (ανεύρεση των καλύκων εκτός του γκαράζ και σε απόσταση απ'αυτό, που καταδεικνύει ότι οι πυροβολισμοί ρίφθηκαν ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν, αν όχι εκτός της θύρας του γκαράζ, οπωσδήποτε στο ύψος αυτής και λίγο μέσα απ αυτήν, το αντίθετο δε πόρισμα της εκθέσεως του Δ. Κ. που αναγνώσθηκε ότι βρισκόταν σε βάθος 2,5 μέτρων απ αυτήν, προς το εσωτερικό του γκαράζ δεν ευσταθεί διότι σε τέτοια περίπτωση ήταν αδύνατον να εκτιναχθούν οι κάλυκες στο σημείο που βρέθηκαν), αλλά και πέραν του εν λόγω αντικειμενικού ευρήματος, καταρρίπτονται από τις καταθέσεις τους στην προανάκριση και ανάκριση, αποσπάσματα των οποίων και αναγνώσθηκαν, αλλά και από τα αναμφισβήτητα γεγονότα της ρίψεως περισσοτέρων του ενός πυροβολισμών προς την κατεύθυνση του σώματος όλων των μελών του συνεργείου, όπως τούτο καταδεικνύεται από τον τραυματισμό των δύο πρώτων στα ανωτέρω σημεία του σώματος των και όχι ενός μόνον και μάλιστα στον αέρα, που θα ήταν ο ενδεδειγμένος και αρκετός για εκφοβισμό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πυροβόλησε στο έδαφος για εκφοβισμό, με αποτέλεσμα να εξοστρακισθούν οι βολίδες και να τραυματισθούν οι παθόντες και δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο, δεν μπορεί σοβαρά να υποστηριχθεί και τυγχάνει αβάσιμος, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το προαναφερθέν πόρισμα της ιατροδικαστικής εκθέσεως του Κ. Π. , κατά το οποίο η φορά της βολίδος που τον έπληξε στην κοιλιακή χώρα είναι εκ των άνω προς τα κάτω και όχι αντιθέτως όπως θα έπρεπε αν λάμβανε χώρα εξοστρακισμός της επί του εδάφους. Αβάσιμοι, ενόψει των προεκτεθέντων, και σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στις υπό στοιχεία ΙΙΙ και IV νομικές σκέψεις, τυγχάνουν περαιτέρω οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, το μεν ότι έλαβε χώρα συμπλοκή και πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 313 Π Κ, αφού όπως λέχθηκε κάτι τέτοιο δεν συνέβη και δεν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην σκέψη III προς τούτο προϋποθέσεις, το δε ότι η πράξη του φέρει τον χαρακτήρα της πράξεως του άρθρου 309 σε συνδυασμό με 308 ΠΚ, άλλως δε του άρθρου 310 ΠΚ, αφού, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, εκ των αναλυθέντων στην σκέψη IV, προς στοιχειοθέτησή τους, στοιχείων ουδέν συντρέχει εν προκειμένω. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας, προεχόντως, διότι δεν υπήρξε επίθεση κατ'αυτού, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ελλείψει δε του στοιχείου αυτού, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για άμυνα, ούτε περαιτέρω, κατά τα εκεί πάντοτε εκτεθέντα, για υπέρβαση των ορίων ανύπαρκτης άμυνας και των κατά την διάταξη του άρθρου 23 συνεπειών, ως προς την ποινική, κατά τις εκεί διακρίσεις, ευθύνη του δράστη. Ούτε περαιτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 Π.Κ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, προεχόντως, διότι ούτε επικαλείται ορισμένως και συγκεκριμένως, ούτε αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, που μπορούν να οδηγήσουν σε εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, αφού δεν αποδείχθηκε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, ή παροδική διατάραξη της συνειδήσεως ούτε περαιτέρω έλλειψη κατά τον χρόνο της πράξεως της ικανότητας του κατηγορουμένου να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Κατ'ακολουθία των προεκτεθέντων και όσων αναφέρονται στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρει τον χαρακτήρα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, κατά συρροή που αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, όπως έγινε δεκτό και πρωτόδικα, αφού συντρέχουν όλα τα εκεί εκτιθέμενα προς στοιχειοθέτηση της, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου και πρέπει αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που αναλύθηκαν ανωτέρω, ως αβάσιμοι, να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατά το διατακτικό. Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β, γ, δ και ε ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, για μεν την πρώτη και δεύτερη, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις, για δε την τρίτη υπό στοιχείο δ ελαφρυντική περίσταση, διότι δεν μετανόησε ειλικρινώς νια την πράξη του, αφού και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρνείται την τέλεση της, η δε καταβολή σε καθένα από τους παθόντες των προαναφερθέντων ποσών δεν έγινε από πραγματική επιθυμία να άρει τις συνέπειες της πράξεώς του, αλλά για να επιτύχει τις επισημανθείσες ανωτέρω διαφοροποιήσεις επί το καλύτερο γι αυτόν των καταθέσεων τους, τις οποίες και μετέβαλαν άρδην, προκειμένου να επιτύχει την τροποποίηση επί το ηπιώτερο της κατηγορίας που τον βαρύνει ή την μεταβολή της σε πλημμέλημα και την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ενόψει του χρόνου τελέσεώς της. Τέλος για την τετάρτη, υπό στοιχείο ε' ελαφρυντική περίσταση πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρθηκε καλώς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως, αφού μετέβη στον …όπου και κατοικεί, η δε εκεί ζωή του και εν γένει συμπεριφορά του είναι άγνωστη, αλλά και μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, παρά το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο στο οποίο δεν παρέστη, αλλ' εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, έκρινε ότι η έφεσή του δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη, δεν υπέβαλε εαυτόν σε εκτέλεση της ούτε άρχισε να εκτίει την επιβληθείσα ποινή, αλλά παρέμεινε στο εξωτερικό ( …) και κατέστη φυγόποινος, ούτε εμφανίσθηκε στο παρόν Δικαστήριο, αλλ'εκπροσωπήθηκε και πάλι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του". Εν όψει συνεπώς των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία το Α' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που συνεδρίασε στις 17-11-2008 και εξέδωσε την υπ'αριθμ. 593, 594, 595/2008 απόφαση, όπως ανωτέρω φέρονται καταχωρημένα στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως στο οποίο εκτίθενται συγχρόνως και οι νομικές σκέψεις περί του ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, πράξη για την οποία καταδικάστηκε άλλωστε με την ως άνω απόφαση σε ποινή συνολικής καθείρξεως δέκα (10) ετών, ο αιτών προκειμένου να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτησή του περί επαναλήψεως της διαδικασίας προς το συμφέρον του ακυρουμένης της προαναφερομένης αποφάσεως (593, 594, 595/2008) επικαλείται ως νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα αφενός την κατάθεση του ιατροδικαστή Ε. Ν. που δόθηκε στις 3.11.2009 στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, και αφετέρου την υπ'αριθμ. 558, 559, 560, 595, 596, 597, 619/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών) με την οποία απηλλάγη από την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 42-299 παρ. 1 ΠΚ) την οποία εφέρετο να έχει τελέσει ο εν λόγω αιτών Κ. Β. στις 24-6-1999 σε βάρος του Γ. Π. του Σ. ενώ συγχρόνως μετέτρεψε επιτρεπτώς την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που εφέρετο να έχει τελέσει ο αυτός αιτών Κ. Β. στις 24-6-1999 σε βάρος του Φ. Μ. του Ι. σε επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309 σε συνδ. με το άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ) και έπαυσε κατόπιν τούτου την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (άρθρα 111 στοιχείο 3 σε συνδ. με τα άρθρα 112 και 113 Π.Κ.). Πράγματι όπως προκύπτει από την από 3-11-2009 ένορκη κατάθεση του ιατροδικαστή Ε. Ν. που δόθηκε στο ακροατήριο του Α' Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών βεβαιώνει ότι στις 28-96-1999 που εξέτασε στο ιατρείο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας τους Ε. Ν. και Κ. Π. , για μεν τον πρώτο τούτων διαπίστωσε ότι έφερε τραύμα συνεπεία βολίδων που ερρίφθησαν από πιστόλι που έφερε ο εν λόγω αιτών στην αριστερή κνήμη με πύλη εισόδου-εξόδου στο ίδιο σημείο για δε τον δεύτερο τούτων ότι έφερε τραύμα στην κοιλιακή χώρα. Χαρακτηριστικά μάλιστα ο εν λόγω ιατροδικαστής στην ως άνω κατάθεσή του αναφέρει τα εξής "Στις 28-6-1999 εξέτασα στο ιατρείο της υπηρεσίας τον Τ. Ε. , Π. , αλλά όχι τον Μ. Του ενός το τραύμα ήταν στην αριστερή κνήμη με πύλη εισόδου-εξόδου στο ίδιο σημείο, του Π. ήταν τραύμα στην κοιλιά, όπως τα γράφω στην έκθεσή μου. Η φορά ήταν από πάνω προς τα κάτω. Ήταν τραύματα που δεν απέβλεπαν σε ανθρωποκτονία, σε συνδυασμό με την δυνατότητα που έχει ο δράστης. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση σ'εμάς είναι να είναι καίριο το πλήγμα, να προκαλέσει θάνατο. Στη κνήμη και στη φτέρνα ο πυροβολισμός δεν επιφέρει θάνατο. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, δεν έβγαινε η ανθρωποκτόνος πρόθεση από την πείρα μου. Η θέση επιλογής, σημαίνει περιοχή που επιφέρει άμεσο θάνατο. Εάν ο πυροβολισμός γίνει με κλίση του όπλου προς τα κάτω, δεν επιδιώκεται θανατηφόρο τραύμα, και είναι αποδεικτικό της μη προθέσεως. Εφόσον δεν ομιλεί ο ιατροδικαστής Β. περί διαμπερούς τραύματος, αυτό ήταν επιφανειακό. Ο αποστρακισμός, θέλει και αλλοίωση της βολίδας. Δεν αποκλείεται το περιγραφόμενο τραύμα του Μ. να είναι από εξωστρακισμό. Είμαι 37 χρόνια, ιατροδικαστής". Τις θέσεις αυτές του ιατροδικαστή Ε. Ν. υιοθέτησε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών και έτσι με την υπ'αριθμ. 558, 559, 560, 595, 596, 597, 619/3-11-2009 απόφασή του έκρινε αθώο τον νυν αιτούντα Κ. Β. από την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του Γ. Π. , πράξη την οποία φέρεται να τέλεσε στην …στις 24.6.1999 όταν πυροβόλησε εναντίον του ανωτέρω με το υπ'αριθμ. 00725 ημιαυτόματο πιστόλι τύπου ZASTAVA που ήταν εφοδιασμένο με γεμιστήρα που περιείχε έξι φυσίγγια διαμετρήματος 6,35 ΜΜ και το οποίο έφερε παράνομα. Ενώ την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που κατηγορείται ότι τέλεσε επίσης ο αιτών σε βάρος του Φ. Μ. , το αυτό ως άνω Δικαστήριο κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας μετέτρεψε σε επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309 ΠΚ) και επειδή είχε παρέλθει οκταετία από της τελέσεως της πράξεως έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω επικαλούμενα νέα γεγονότα καθώς επίσης και ότι ο τραυματισμός εν προκειμένω του Ν. Μ. ο οποίος υπέστη θλαστικά τραύματα μικρού δακτύλου αριστερού χεριού και ο Ε. ΝΤ. υπέστη τραύμα διαμπερές εμπρόσθιας επιφάνειας κάτω τριτημορίου αριστερής κνήμης με πύλη εισόδου την έξω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου αριστερής κνήμης και πύλη εξόδου την προσθία επιφάνεια συστοίχου κνήμης συνεπεία των πυροβολισμών που ερρίφθησαν εναντίον τους από τον νυν αιτούντα με το προαναφερόμενο ημιαυτόματο πιστόλι τύπου ZASTAVA στις 24-6-1999 στην ... περί ώρα 11.30', από τους οποίους πυροβολισμούς τραυματίστηκαν συνολικά πέντε (5) άτομα. Και συγκεκριμένα οι Κ. Π. , Ν. Μ. και Ε. ΝΤ. ως προς τους οποίους η σχετική δικογραφία μετά από παραπεμπτικό βούλευμα ήχθη στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και εκδόθηκε σε βάρος του αιτούντος η υπ'αριθμ. 467Α, 476-477/2007 απόφαση με την οποία καταδικάστηκε για τρεις απόπειρες ανθρωποκτονιών σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και μετά από σχετική έφεση του εν λόγω αιτούντος εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 593, 594, 595/2008 αμετάκλητη απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών που τον κήρυξε επίσης ένοχο τριών (3) ανθρωποκτονιών και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, σε βάρος της οποίας εκκρεμεί η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς το συμφέρον του καταδικασθέντος. Ενώ για τα έτερα δύο θύματα απόπειρας ανθρωποκτονίας και συγκεκριμένα όσον αφορά τους Γ. Π. και Φ. Μ. σχηματίστηκε έτερη από την προηγούμενη δικογραφία με την οποία παραπέμφθηκαν αμετακλήτως στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ'αριθμ. 558, 559, 560, 595, 596, 597, 619/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αιτών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας που εφέρετο ότι τέλεσε σε βάρος του Γ. Π. , ενώ η κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας που εφέρετο ότι τέλεσε σε βάρος του Φ. Μ. μετετράπη επιτρεπτώς σε επικίνδυνη σωματική βλάβη (πλημμέλημα) και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής καθόσο το εν λόγω Δικαστήριο υιοθέτησε τις θέσεις που ανέπτυξε στην κατάθεσή του ο ιατροδικαστής Ε. Ν. Με δεδομένα συνεπώς ως νέα γεγονότα την από 3-11-2009 κατάθεση του ιατροδικαστή Ε. Ν. και το σκεπτικό της υπ'αριθμ. 558, 559, 560, 595, 596, 597, 619/2009 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών προκύπτει κατά την κρίση μας ότι τόσο ο τραυματισμός εν προκειμένω του Ν. Μ. όσο και του Ε. Ν. δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας που τελέστηκε σε βάρος των ανωτέρω σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής με ενδεχόμενο δόλο, αφού οι πυροβολισμοί που ερρίφθησαν κατ'αυτών δεν εστρέφοντο σε καίρια σημεία του σώματος τους που εάν επλήττοντο θα επέφεραν ασφαλώς τον θάνατό τους αλλά σε σημεία τέτοια που δεν θα προκαλούσαν θάνατο διότι επιδίωκε απλά να τους φοβίσει για να απομακρυνθούν και να μην τον πλησιάσουν επειδή είχε την αίσθηση ότι απειλείτο η σωματική του ακεραιότητα αλλά και η ζωή του ακόμη, και για τον λόγο αυτό ευρισκόμενος σε κατάσταση πανικού πυροβόλησε εναντίον τους όχι με ανθρωποκτόνο πρόθεση αλλά προς εκφοβισμό λόγω των σημείων στα οποία επλήγησαν από εγγύτατη απόσταση, μόλις πέντε (5) μέτρων. Ως εκ τούτου οι εν λόγω πράξεις πρέπει κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας να χαρακτηριστούν ως επικίνδυνες σωματικές βλάβες λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και των σημείων τα οποία επλήγησαν από τις βολίδες, εξαιτίας των οποίων μπορούσε να προκληθεί βαρειά σωματική βλάβη με την έννοια ότι ήταν δυνατόν να στερηθούν της χρήσεως μέρους του σώματός τους και εν προκειμένω χεριού και ποδιού (άρθρο 309 σε συνδ. με το άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ), και να παύσει κατόπιν τούτου η ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές λόγω παραγραφής αφού έχει παρέλθει ήδη οκταετία από της τελέσεώς τους (άρθρα 111 στοιχείο 3, 112 και 113 ΠΚ). Πλην όμως η πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής με ενδεχόμενο δόλο (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 εδάφιο β, 42 και 299 παρ. 2 Π.Κ.) για την οποία έχει καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ'αριθμ. 593, 594, 595/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και την οποία τέλεσε σε βάρος του Κ. Π. στις 24-6-1999 στην …περί ώρα 11.30' πρέπει να παραμείνει ως έχει, διότι ο τραυματισμός του ανωτέρω και συγκεκριμένα με την πρόκληση διαμπερούς τραύματος αριστερού αντιβραχίου με πύλη εισόδου βλήματος κατά την μεσότητα της εσωτερικής επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου και πύλη εξόδου κατά το άνω τριτημόριο της έξω επιφάνειας αντίστοιχα, καθώς και τραυματισμό στην κοιλιακή χώρα με πύλη εισόδου βλήματος περίπου 5 εκατοστών από την ξιφοειδή απόφυση, ρήξη του μεσεντερίου του ανιόντα κόλου, πλησίον της δεξιάς κολικής καμπής, τραύμα έλικος του λεπτού εντέρου που αφορούσε τον ουρογόνο χιτώνα, που δεν φτάνει μέχρι τον αυλό του εντέρου, τραυματισμούς του ουρογόνου χιτώνα της δεξιάς κολικής καμπής του παχέος εντέρου σε δύο σημεία που δεν φτάνει μέχρι τον αυλό του εντέρου, καταδεικνύει ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος (αιτών) είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση έστω με ενδεχόμενο δόλο διότι το εν λόγω θύμα ευρίσκετο σε απόσταση μόλις δύο (2) μέτρων από τον δράστη (αιτούντα) και την στιγμή εκείνη τον πλησίαζε με εμφανή σκοπό να τον αφοπλίσει οπότε προκάλεσε την προαναφερόμενη αντίδραση του δράστη (αιτούντος) που νόμιζε ότι απειλείται και έτσι τον πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο σκοπό έστω ενδεχόμενο. Επομένως η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του εν λόγω καταδικασθέντος (αιτούντος) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο της υπ'αριθμ. 593, 594, 595/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών που αφορά τους τραυματισμούς των Ν. Μ. και Ε. Ν. ως προς τους οποίους η κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής με ενδεχόμενο δόλο μεταβαλλομένη σε επικίνδυνη σωματική βλάβη που τελέστηκε κατά συρροή, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη ως προς τις πράξεις αυτές που έχουν πλέον πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω παραγραφής (άρθρα 309 σε συνδ. με το άρθρο 310 παρ. 2 και τα άρθρα 111 στοιχείο 3, 112 και 113 παρ. 3 ΠΚ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να γίνει εν μέρει δεκτή η από 2-8-2011 αίτηση του Κ. Β. του Δ. και της Ρ., κατοίκου ... οδός ... αριθμ. 30, και ήδη κατοίκου ... ( …), για επανάληψη προς το συμφέρον του της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 593, 594, 595/2008 απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία και να ακυρωθεί μόνο κατά το σκέλος αυτής που αφορά τους τραυματισμούς των Ν. Μ. και Ε. Ν. , ως προς τους οποίους μεταβαλλομένης της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής με ενδεχόμενο δόλο σε κατά συρροή επικίνδυνη σωματική βλάβη, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής μη κρινομένης αναγκαίας της παραπομπής της εν λόγω υποθέσεως σε έτερο ομοιόβαθμο δικαστήριο. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ν. Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξουσίους του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα εκτός από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα σε αυτούς, τη κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν ν α είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα, ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς την πιθανότητα, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία, δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εκδόσανε την καταδικαστική απόφαση αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν άμεσα ή έμμεσα και απορρίφθηκαν καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ουσιαστική και νομική πλευρά με βάση, το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας η οποία στρέφεται εναντίον σε αμετάκλητη απόφαση, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στη προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2-8-2011 αίτηση του Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... και ήδη …, με την οποία ζητεί την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 593-4-5/2008 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 10 ετών για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή σε βρασμό ψυχικής ορμής, για το λόγο ότι μετά την προαναφερόμενη καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις που ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη στην αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 και 2 του Κ.Π.Δ., αρμοδίως δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά το άρθρο 527 παρ.3 και 528 παρ.1, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Στη προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει, ότι ο αιτών με την υπ'αριθμό 53-4-5/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών στην οποία αφορά η ένδικη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ'αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 1543/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε ένοχος απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο που τελέστηκε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και ειδικότερα το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι από τα στην ίδια απόφαση αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: " Ο Κ. Π., ξυλουργός είχε αναλάβει την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών σε υπό ανέγερση οικοδομή επί της οδού ... , στην ... και δη παραπλεύρως στον αριθμό …όπου βρίσκεται η κατοικία του κατηγορουμένου. Το συνεργείο του Κ. Π. αποτελούσαν οι, ο αδελφός του Σ., Ν. Μ., Ε. Ν., Φ. Μ. και Γ. Π., γιος του αδελφού του. Στις 24/6/1999 ο Σ. Π. στάθμευσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εργοστασίου κατασκευής LADA με το οποίο μετέβη στον τόπο της εργασίας του, μπροστά στην είσοδο του χώρου στάθμευσης (γκαράζ) της οικίας του κατηγορουμένου, σε τρόπο ώστε απέκλειε την είσοδο και έξοδο απ αυτόν των αυτοκινήτων. Στις 11.30' της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εξέλθει με το αυτοκίνητο του από τον στεγασμένο χώρο σταθμεύσεως και διαπίστωσε την ύπαρξη στην είσοδο αυτού του σταθμευμένου ως άνω αυτοκινήτου και αμέσως άρχισε, με παρατεταμένο κορνάρισμα του αυτοκινήτου του, να ειδοποιεί τον ιδιοκτήτη του σταθμευμένου αυτοκινήτου να έλθει να το απομακρύνει. Σε λίγο εμφανίσθηκε ο Σ. Π. και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του για να το απομακρύνει. Μόλις τον είδε ο κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει με τις φράσεις " αλήτες, πούστηδες, κωλόπαιδα, μου έχετε κάνει τη ζωή μαύρη", εννοώντας ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους στην παρακείμενη οικοδομή, το τελευταίο διάστημα, απέκλειαν την είσοδο του χώρου σταθμεύσεως με τα αυτοκίνητα που στάθμευαν εκεί. Αμέσως δημιουργήθηκε φραστικό επεισόδιο με ανταλλαγή εκατέρωθεν ύβρεων σε έντονο ύφος, κατά τη διάρκεια του οποίου ο κατηγορούμενος εξήγαγε από την τσέπη του παντελονιού του ένα ημιαυτόματο πιστόλι, τύπου Zastava, γιουγκοσλαβικής κατασκευής με γεμιστήρα που περιείχε έξι φυσίγγια. Ακούγοντας τους διαπληκτισμούς ο Κ. Π., που εργάζονταν στην γειτονική κατά τα άνω οικοδομή προσέτρεξε σε βοήθεια του αδελφού του. Όπως καταθέτει, ο εν λόγω Κ. Π., παρά την διάθεση του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, δεν κρατούσε κάτι στα χέρια του, ούτε τα ως άνω λοιπά μέλη του συνεργείου του, που μετ'ολίγο προσέτρεξαν στον τόπο του επεισοδίου, που λάμβανε χώρα, όπως θα λεχθεί, έξω από το γκαράζ, κρατούσαν στα χέρια τους διάφορα αντικείμενα ή εργαλεία με τα οποία θα μπορούσαν να επιτεθούν στον κατηγορούμενο, παρότι οι ίδιοι, για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο και με την αυτή διάθεση να βοηθήσουν, όπως θα λεχθεί και για τον λόγο που θα εκτεθεί, τον κατηγορούμενο, καταθέτουν ότι κρατούσαν κάποιο από τα εργαλεία τους. Ενώ πλησίαζαν οι ανωτέρω στην είσοδο του χώρου στάθμευσης ο Σ. Π. , απομακρυνόμενος λόγω του φόβου που του προκάλεσε η θέα του όπλου, τους κατέστησε προσεκτικούς, λέγοντας "παιδιά έχει πιστόλι, προσέχετε". Πρώτος πλησίασε ο Κ. Π., ο οποίος με την γυναίκα του κατηγορουμένου που βρισκόταν εκεί τον παρακάλεσαν να βάλει το όπλο στην τσέπη, πράγμα το οποίο αυτός έκανε. Όταν είδε όμως να πλησιάζουν οι λοιποί εργαζόμενοι το έβγαλε εκ νέου από την τσέπη του παντελονιού του, λέγοντας "τώρα θα σας δείξω εγώ κωλόπαιδα που μου έχετε κάνει τη ζωή δύσκολη". Επακολούθησε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο έγινε ανταλλαγή ύβρεων, το οποίο επέτεινε την οργή του κατηγορουμένου και αύξησε την ψυχική υπερένταση του, εξαιτίας του προηγηθέντος επεισοδίου με τον Σ. Π. , όταν δε είδε να πλησιάζουν και οι λοιποί ως άνω εργατοτεχνίτες του συνεργείου, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς κατά το κεφάλαιο της αυτό να προσβληθεί με έφεση από τον Εισαγγελέα, λόγω και του φόβου του, περιήλθε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, με την εκτεθείσα στην υπό στοιχείο Ι έννοια και στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενος, όταν ο Κ. Π., για να αποτρέψει την χρήση του όπλου και την πρόκληση θανάσιμων τραυματισμών, κινήθηκε προς το μέρος του, προκειμένου να του το αποσπάσει, άρχισε, ευρισκόμενος στην πόρτα του γκαράζ ή λίγο μέσα απ αυτήν και οι λοιποί έξω απ'αυτό, στον υπάρχοντα ελεύθερο χώρο (βλ. φωτογραφίες του όλου χώρου) να πυροβολεί, με συνεχόμενες βολές εναντίον τους, έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση, όπως τούτο συνάγεται εκ του ότι είχε εστραμμένο το όπλο προς την κατεύθυνση όλων των ανωτέρω και του ότι αυτοί βρισκόντουσαν σε πολύ κοντινή απόσταση που κυμαίνονταν από 1-5 μέτρα, οπότε ήταν ενδεχόμενο οι σφαίρες να τους πλήξουν σε ζωτικό σημείo του σώματος τους και να προκαλέσουν τον θανάσιμο τραυματισμό τους, ενδεχόμενο, το οποίο αποδέχθηκε και έτσι άρχισε να πυροβολεί και μάλιστα όχι μόνον μία φορά, αλλά περισσότερες, τελικά, όπως θα λεχθεί, πυροβόλησε 4 φορές, γεγονός που καταδεικνύει την ανθρωποκτόνο πρόθεση του. Όταν άρχισε να πυροβολεί οι λοιποί, πλην του Κ. Π. , που βρισκόταν σε απόσταση 1,5-2 μέτρα, άρχισαν να απομακρύνονται για να σωθούν. Από τις τέσσερες συνολικά βολές που έριξε εναντίον τους οι σφαίρες έπληξαν τους Κ. Π., Ν. Μ., Ε. Ν. και Φ. Μ., από τους οποίους ενδιαφέρουν εν προκειμένω οι τρεις πρώτοι, αφού γι αυτούς καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος. Από τους ανωτέρω τραυματίσθηκε σοβαρά στο αριστερό χέρι (διαμπερές τραύμα) και στον χώρο της κοιλίας (τυφλό τραύμα) ο ευρισκόμενος στην πολύ κοντινή ως άνω απόσταση Κ. Π. . Ειδικότερα έφερε διαμπερές τραύμα αριστερού αντιβραχίου με πύλη εισόδου βλήματος κατά τη μεσότητα της εσωτερικής επιφανείας του αριστερού αντιβραχίου και πύλη εξόδου κατά το κάτω τριτημόριο της έξω επιφανείας, αντίστοιχα, επίσης έφερε τραύμα στην κοιλιακή χώρα, με πύλη εισόδου βλήματος 5 περίπου εκατοστά κάτω από την ξιφοειδή απόφυση, εξ αιτίας του οποίου υπέστη ρήξη του μεσεντερίου του ανιόντος κόλου, πλησίον της δεξιάς κολικής καμπής, τραύμα έλικος λεπτού εντέρου αφορών μόνον τον ορογόνο χιτώνα άνευ εισόδου στον αυλό του εντέρου, τραύμα επίσης ορογόνου χιτώνα σε δύο σημεία της δεξιάς κολικής καμπής παχέος εντέρου, άνευ εισόδου στον αυλό του εντέρου. Ο ιατροδικαστής αποφαίνεται περαιτέρω ότι η τοπογραφική θέση των τραυμάτων ως και η πύλη εισόδου αυτών συνάδει με τη φορά πλήξεως, δια βολίδων όπλου μικρού διαμετρήματος, λοξώς εκ των άνω προς τα κάτω, δεδομένης της τρώσεως ενδοκοιλιακών σπλάχνων, μεσεντερίου, εντέρων (βλ. 1306/28-6-1999 έκθεση ιατροδικαστού Ε. Ν. και 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας Ασκληπείου Βούλας). Ο Ν. Μ., που βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων περίπου, υπέστη θλαστικά τραύματα μικρού δακτύλου αριστερού χεριού (βλ. 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας Ασκληπείου Βούλας). Ο Ε. Τ. , που βρισκόταν σε απόσταση 4 μέτρων περίπου, διότι τη στιγμή που επλήγη απομακρυνόταν, έφερε διαμπερές τραύμα κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και συγκεκριμένα μικρό τραύμα της έξω επιφανείας κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και μικρό τραύμα πρόσθιας επιφανείας συστοίχου κνήμης λίγο πιο κάτω από το πρώτο, εκ των οποίων το πρώτο αποτελεί την πύλη εισόδου και το δεύτερο εξόδου της βολίδος (βλ. 1307/28-6-1999 έκθεση του αυτού ιατροδικαστή και 4990β/28-6-1999 πιστοποιητικό νοσηλείας του αυτού ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος). Οι τραυματισθέντες μεταφέρθηκαν αμέσως από τους συναδέλφους τους στο Ασκληπείο Βούλας, όπου χάριν στην άμεση χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο πρώτος και την δέουσα περιποίηση των τραυμάτων αποφεύχθηκε ο άμεσος κίνδυνος κατά της ζωής τους και ειδικότερα του πρώτου. Ο μη θανάσιμος τραυματισμός των ιδίων, αλλά και άλλων από τα ανωτέρω ατόμων οφείλεται, πέραν των ανωτέρω και στο ότι οι βολίδες, συμπτωματικά, είτε δεν τους έπληξαν σε πλέον ζωτικά σημεία του σώματος τους (καρδιά, κεφάλι κλπ), είτε διότι ουδόλως τους έπληξαν, Έτσι, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του κατηγορουμένου, δεν επήλθε το γενόμενο αποδεκτό ως ενδεχόμενο από αυτόν, όταν αποφάσισε και επανειλημμένως πυροβόλησε, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού των καθών ρίφθηκαν οι πυροβολισμοί εργαζομένων στην οικοδομή που αναφέρθηκε ατόμων. Μετά την ρίψη των πυροβολισμών ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία του, αφού προηγουμένως πέταξε το πιστόλι στον προαύλιο χώρο αυτής, όπου μαζί με τον γεμιστήρα που έφερε δύο φυσίγγια, βρέθηκε αργότερα, κατόπιν υποδείξεως της συζύγου του κατηγορουμένου, από τον αστυνομικό της άμεσης δράσης μάρτυρα Δ. Τ. . Ο εν λόγω μάρτυρας περισυνέλεξε και τρεις κάλυκες (ο τέταρτος δεν βρέθηκε) των βολίδων που είχαν βληθεί με το εν λόγω όπλο (βλ. από 29-6-1999 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Όπως αναφέρεται στην από 24-6-1999 έκθεση αυτοψίας του Ε. Κ. , που αναγνώσθηκε, αλλά και κατέθεσε ο εν λόγω αστυνομικός οι τρεις κάλυκες ευρέθησαν στον εκτός του γκαράζ χώρο και δη ο ένας βρέθηκε επί του οδοστρώματος της οδού ... σε απόσταση 1 μέτρου από το ρείθρο του πεζοδρομίου και στο ενδιάμεσο της από 10-15 μέτρα αποστάσεως μεταξύ της οικίας και του γκαράζ, οι άλλοι δε δυο σε απόσταση 1 περίπου μέτρου έξω από την πόρτα του γκαράζ. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο χώρος έξω από το γκαράζ παρουσιάζει ελαφρά κλίση 10-15% (κατωφέρεια). Η ανωτέρω θέση ανευρέσεως των καλύκων καταδεικνύει την αβασιμότητα του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι βρισκόταν εντός του γκαράζ, όπου και δέχθηκε επίθεση από τα ανωτέρω μέλη του συνεργείου του Κ. Π. και τον ίδιο, που έφεραν ξύλα και διάφορα εργαλεία, και για εκφοβισμό πυροβόλησε εντός του γκαράζ προς τα κάτω και εξωστρακίσθηκαν οι βολίδες, ισχυρισμό τον οποίο επιβεβαιώνει ο μάρτυρας υπερασπίσεως Π. Μ. , ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση στο εύλογο ρώτημα, γιατί, ενώ έβλεπε από κοντινή απόσταση να συμπλέκονται άτομα εντός του γκαράζ και αυτά επιχειρούσαν να κακοποιήσουν τον κατηγορούμενο, παρήλθε και δεν επενέβη μαζί με τον μεσίτη που ήταν μαζί του, τα στοιχεία του οποίου και δεν δίδει, για να περιορίσει την σοβαρότητα της επίθεσης ή να την αποτρέψει, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί δεν ειδοποίησε με το κινητό του τις αστυνομικές αρχές, τόσο περισσότερο καθόσον, όπως ο ίδιος καταθέτει, αμέσως μετά άκουσε πυροβολισμούς, αλλά περιορίσθηκε να μεταβεί αυτοκλήτως στο AT Βούλας το βράδυ της ίδιας μέρας για να καταθέσει, όσα και στο ακροατήριο κατέθεσε, τα οποία δεν πείθουν το Δικαστήριο περί του έλαβε χώρα εντός του χώρου του γκαράζ επίθεση των ανωτέρω ατόμων, που έφεραν ξύλα και άλλα αντικείμενα, εναντίον του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός αυτός βέβαια δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αφού ο Κ. Π., παρά το ότι, με διάθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, κατέθεσε κατηγορηματικά ότι όλοι οι προστρέξαντες στον χώρο του επεισοδίου και ο ίδιος βρισκόντουσαν εκτός του γκαράζ και δεν κρατούσαν κάτι στα χέρια τους, κατάθεση που συμπορεύεται και με τα πορίσματα της κοινής λογικής, αφού στο γκαράζ μόλις που χωρούσε το αυτοκίνητο και δεν εναπέμενε ελεύθερος χώρος για να στέκεται η σύζυγος του κατηγορουμένου και να συμπλέκεται αυτός με 5-6 άτομα, οι δε ανωτέρω προσέτρεξαν από περιέργεια στο επεισόδιο και δεν είχαν λόγο να φέρουν μαζί τους οποιαδήποτε αντικείμενα πρόσφορα για επίθεση, αφού στις προθέσεις τους δεν ήταν να επιτεθούν στον κατηγορούμενο, αλλά να πληροφορηθούν τι συνέβαινε. Βέβαια καταθέτοντας στο ακροατήριο για πρώτη φορά ισχυρίσθηκαν ότι κρατούσαν στα χέρια τους εργαλεία που χρησιμοποιούσαν τη στιγμή εκείνη, επίσης ισχυρίσθηκαν όλοι ότι, εκτός από την ανταλλαγή ύβρεων το φραστικό επεισόδιο, υπήρξε συμπλοκή και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να τους σκοτώσει, αλλά να τους εκφοβίσει. Βέβαια τα εντελώς αντίθετα κατέθεσαν, τόσο στην αστυνομία, όσο και στην ανάκριση, όπου όλοι οι παθόντες δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής και καταλόγισαν στον κατηγορούμενο, αιτιολογημένα (κατεύθυνση του όπλου προς τα σώματα τους, ρίψη των πυροβολισμών από πολύ μικρή απόσταση κάτι το οποίο μπορούσε να επιφέρει τον θανάσιμο τραυματισμό τους και το ενδεχόμενο αυτό δεν απέτρεψε τον κατηγορούμενο να πυροβολήσει και μάλιστα περισσότερες φορές κλπ.), τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο ανθρωποκτονίας, προς κατάδειξη δε των αντιφάσεων αυτών αναγνώσθηκαν αποσπάσματα των οικείων καταθέσεων τους (357 παρ. 4 ΚΠΔ) και κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις για τις αντιφάσεις αυτές. Όπως καταθέτουν έλαβαν από τον κατηγορούμενο, ως αποζημίωση, ο μεν Κ. Π. 32.000 €, ο Ν. Μ. 3.000 € και ο Ε. Τ. 6.000 €, κατόπιν δε τούτου παραιτήθηκαν από την πολιτική αγωγή (βλ. δηλώσεις παραιτήσεως που αναγνώσθηκαν και ένορκη βεβαίωση Κ. Π. ), το γεγονός δε αυτό αιτιολογεί (το παραδέχονται άλλωστε εμμέσως πλην σαφώς) την διαφοροποίηση των καταθέσεων τους και την προσπάθεια ελαφρύνσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, τους υπερασπιστικούς και αυτοτελείς ισχυρισμούς του οποίου και επιβεβαιώνουν, δηλώνοντας ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως καταθέτουν στο ακροατήριο και ότι καθ υπόδειξη των δικηγόρων τους διόγκωσαν τις αρχικές καταθέσεις τους για να τον εκδικηθούν και για να επιτύχουν την ικανοποίηση των αξιώσεων τους προς καταβολή αποζημιώσεως και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να τους σκοτώσει. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί, οι οποίοι είναι το επακόλουθο συμφωνιών μετά του κατηγορουμένου, που κατέληξαν στην καταβολή των ανωτέρω σημαντικών ποσών αποζημιώσεως, δεν πείθουν, αφού έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα αντικειμενικά ευρήματα (ανεύρεση των καλύκων εκτός του γκαράζ και σε απόσταση απ'αυτό, που καταδεικνύει ότι οι πυροβολισμοί ρίφθηκαν ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν, αν όχι εκτός της θύρας του γκαράζ, οπωσδήποτε στο ύψος αυτής και λίγο μέσα απ αυτήν, το αντίθετο δε πόρισμα της εκθέσεως του Δ. Κ. που αναγνώσθηκε ότι βρισκόταν σε βάθος 2,5 μέτρων απ αυτήν, προς το εσωτερικό του γκαράζ δεν ευσταθεί διότι σε τέτοια περίπτωση ήταν αδύνατον να εκτιναχθούν οι κάλυκες στο σημείο που βρέθηκαν), αλλά και πέραν του εν λόγω αντικειμενικού ευρήματος, καταρρίπτονται από τις καταθέσεις τους στην προανάκριση και ανάκριση, αποσπάσματα των οποίων και αναγνώσθηκαν, αλλά και από τα αναμφισβήτητα γεγονότα της ρίψεως περισσοτέρων του ενός πυροβολισμών προς την κατεύθυνση του σώματος όλων των μελών του συνεργείου, όπως τούτο καταδεικνύεται από τον τραυματισμό των δύο πρώτων στα ανωτέρω σημεία του σώματος των και όχι ενός μόνον και μάλιστα στον αέρα, που θα ήταν ο ενδεδειγμένος και αρκετός για εκφοβισμό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πυροβόλησε στο έδαφος για εκφοβισμό, με αποτέλεσμα να εξοστρακισθούν οι βολίδες και να τραυματισθούν οι παθόντες και δεν είχε ανθρωποκτόνο δόλο, δεν μπορεί σοβαρά να υποστηριχθεί και τυγχάνει αβάσιμος, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το προαναφερθέν πόρισμα της ιατροδικαστικής εκθέσεως του Κ. Π. , κατά το οποίο η φορά της βολίδος που τον έπληξε στην κοιλιακή χώρα είναι εκ των άνω προς τα κάτω και όχι αντιθέτως όπως θα έπρεπε αν λάμβανε χώρα εξοστρακισμός της επί του εδάφους. Αβάσιμοι, ενόψει των προεκτεθέντων, και σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στις υπό στοιχεία III και IV νομικές σκέψεις, τυγχάνουν περαιτέρω οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, το μεν ότι έλαβε χώρα συμπλοκή και πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 313 ΠΚ, αφού όπως λέχθηκε κάτι τέτοιο δεν συνέβη και δεν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην σκέψη ΙΙΙ προς τούτο προϋποθέσεις, το δε ότι η πράξη του φέρει τον χαρακτήρα της πράξεως του άρθρου 309 σε συνδυασμό με 308 ΠΚ, άλλως δε του άρθρου 310 ΠΚ, αφού, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, εκ των αναλυθέντων στην σκέψη IV, προς στοιχειοθέτηση τους, στοιχείων ουδέν συντρέχει εν προκειμένω. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας, προεχόντως, διότι δεν υπήρξε επίθεση κατ αυτού, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ελλείψει δε του στοιχείου αυτού, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για άμυνα, ούτε περαιτέρω, κατά τα εκεί πάντοτε εκτεθέντα, για υπέρβαση των ορίων ανύπαρκτης άμυνας και των κατά την διάταξη του άρθρου 23 συνεπειών, ως προς την ποινική, κατά τις εκεί διακρίσεις, ευθύνη του δράστη. Ούτε περαιτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 Π Κ,, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, προεχόντως, διότι ούτε επικαλείται ορισμένως και συγκεκριμένως, ούτε αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, που μπορούν να οδηγήσουν σε εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, αφού δεν αποδείχθηκε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, ή παροδική διατάραξη της συνειδήσεως ούτε περαιτέρω έλλειψη κατά τον χρόνο της πράξεως της ικανότητας του κατηγορουμένου να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό. Κατ'ακολουθία των προεκτεθέντων και όσων αναφέρονται στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρει τον χαρακτήρα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, κατά συρροή που αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, όπως έγινε δεκτό και πρωτόδικα, αφού συντρέχουν όλα τα εκεί εκτιθέμενα προς στοιχειοθέτηση της, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου και πρέπει αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που αναλύθηκαν ανωτέρω, ως αβάσιμοι, να κηρυχθεί ένοχος αυτής κατά το διατακτικό.". Με την κρινόμενη αίτησή του ισχυρίζεται ότι μετά την άνω καταδίκη του προέκυψαν και αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές γεγονότα, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ειδικότερα δε ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της αίτησής του επικαλείται 1) την απόφαση με αριθμό 558,59,60,595,596,597,619/2009 του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη και β) την από 3-11-2009 ένορκη κατάθεση του Ιατροδικαστή Ε. Ν. ενώπιον του ως άνω Μικτού ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών. Ειδικότερα από την επικαλούμενη ως άνω απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών προκύπτει ότι ο αιτών Κ. Β. κηρύχθηκε αθώος όσον αφορά την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Π. και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αφού πρώτα την μετέτρεψε σε επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος του Φ. Μ. Για να καταλήξει το Δικαστήριο στην ως άνω κρίση δέχθηκε ότι όσον αφορά την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Π. δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, όσον δε αφορά την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Φ. Μ. δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του κατηγορουμένου-αιτούντος και μετέτρεψε την κατηγορία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και κατόπιν αυτού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Στο Δικαστήριο αυτό κατέθεσε ως μάρτυρας ο Ιατροδικαστής Ε..Ν. ο οποίος είχε εξετάσει τους παθόντες. Ειδικότερα η κατάθεση του Ε..Ν. την οποία επικαλείται ως νέο στοιχείο ο αιτών έχει καταλέξει ως εξής: "'Ημουν προϊστάμενος Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών. Στις 28-6-1999 εξέτασα στο ιατρείο της υπηρεσίας του Τ. Ε. , Π. αλλά όχι τον Μ. Του ενός το τραύμα ήταν στην αριστερή κνήμη με πύλη εισόδου-εξόδου στο ίδιο σημείο, του Π. ήταν τραύμα στη κοιλιά όπως το γράφω στην έκθεσή μου. Η φορά ήταν από πάνω προς τα κάτω. 'Ηταν τραύματα που δεν απέβλεπαν σε ανθρωποκτονία σε συνδυασμό με τη δυνατότητα που έχει ο δράστης. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση σ'εμάς είναι να είναι καίριο το πλήγμα να προκαλέσει θάνατο. Στη κνήμη και στη φτέρνα ο πυροβολισμός δεν επιφέρει θάνατο. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές δεν έβγαινε η ανθρωποκτόνος πρόθεση από την πείρα μου. Η θέση επιλογής, σημαίνει περιοχή που επιφέρει άμεσο θάνατο. Εάν ο πυροβολισμός γίνει με κλήση του όπλο προς τα κάτω, δεν επιδιώκεται θανατηφόρο τραύμα και είναι αποδεικτικό της μη προθέσεως. Εφόσον δεν ομιλεί ο ιατροδικαστής Β. περί διαμπερούς τραύματος αυτό ήταν επιφανειακό". Όμως τα αναφερόμενα στην ως άνω κατάθεση του Ε. Ν. είναι προσωπικές κρίσεις, και όχι νέα στοιχεία, σαφώς δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψει και η από και η με αριθμ.πρωτ. 4056/28-6-1999 ιατροδικαστική έκθεση για Ε. Τ. του ιατροδικαστή Ε. Ν. καθώς και η με αριθμό πρωτ. 4055/25-6-1999 ιατροδικαστική έκθεση για Κ. Π. του υπογράφοντος Ε. Ν. , στις οποίες αναφέρεται στην κατάθεσή του ο Ε. Ν. . Όμως οι αναφερόμενοι στην αίτηση επανάληψης ως νέοι λόγοι (δηλ. απόφαση Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και ένορκη κατάθεση σ'αυτό του Ε. Ν. ) με αποτέλεσμα την άδικη, καταδίκη του, ενώ είναι αθώος, είναι στην ουσία αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού αφενός μεν δεν αντιστοιχούν στην έννοια της καταδίκης για τέλεση του άνω εγκλήματος, αφετέρου δε με την επίκληση, των ανωτέρω, ως νέων γεγονότων, αγνώστων στους δικαστές (που όπως από τα πρακτικά προκύπτει είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου) επιχειρείται και επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της ορθότητος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψει τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές. 'Αλλωστε τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που έλαβε υπόψη του προηγουμένως το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή εν βρασμώ ψυχικής ορμής σε βάρος των Κ. Π. , Ν. Μ. και Ε. Ν. , για την οποία καταδικάσθηκε. 'Αλλωστε η προσβαλλόμενη αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Εφετείου Αθηνών έχει λάβει υπόψη της και έχει απαντήσει με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όλους τους ισχυρισμούς που είχε προτείνει ο αιτών, οι οποίοι είναι οι ίδιοι με αυτούς που ισχυρίζεται ο αιτών, ότι "αποτελούν νέα στοιχεία". Η διαφορετική κρίση της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών ως προς την ανθρωποκτόνο πρόθεση του αιτούντος δεν συνιστά "νέο στοιχείο" καθόσον ναι μεν αφορούν το ίδιο επεισόδιο, πλην όμως είναι διαφορετικοί οι παθόντες, καθόσον η προσβαλλόμενη αμετάκλητη απόφαση αφορά τους Κ. Π. , Ν. Μ. και Ε. Ν. η δε επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ως "νέο στοιχείο" απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών αφορά τους Γ. Π. και Φ. Μ. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ'ακολουθία των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 παρ.1 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-8-2011 αίτηση του Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... και ήδη .., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 593, 594 και 595/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα(250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2012. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ