Αριθμός 1364/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. της Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία "G. & E. R. LIMITED", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Ρ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος στην … και 3. Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμενούσης στην …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Banque Nationale de Paris S.A", η οποία εδρεύει στη ... και νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, λειτουργεί μέσω του Κεντρικού Καταστήματός της Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Αγγελάκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2005 οριστική απόφασή του και 7729/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Οκτωβρίου 2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Μαρτίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, o πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009). Εξάλλου από διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Περαιτέρω η υπό των διατάξεων των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002). Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001). Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων") και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις. Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού. Εκ τούτων παρέπεται ότι η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος ανόδου κατά την πώληση και πτώσεως κατά την αγορά της αξίας της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σε συγκεκριμένες ημερομηνίες αγοράς και πωλήσεως αυτών, δεν αποτελεί κέρδος προσδοκώμενο με "βάσιμη" πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά την προπαρατεθείσα έννοια του άρθρου 298 ΑΚ, διότι αυτό είναι ιδιαίτερα αμφίβολο και ευμετάβολο, αφού, σε μία ελεύθερη και μάλιστα ειδικευμένη αγορά, όπως είναι το χρηματιστήριο, δεν υπάρχουν εγγυήσεις συγκεκριμένης περιουσιακής αποδόσεως, δεδομένου ότι η άνοδος ή η πτώση των τιμών και κατ'επέκταση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών των εισηγμένων στο ΧΑΑ εταιριών, εξαρτάται, πλήν άλλων, από διάφορους, αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, όπως είναι οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, οι απρόβλεπτες περιπλοκές στις διεθνείς εξελίξεις, η ανοδική ή πτωτική τάση των διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών, οι οποίοι δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν και σε ποιο ποσοστό θα σημειωθεί άνοδος ή πτώση των μετοχών σε ορισμένες συγκεκριμένες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γίνει λόγος για αποθετική ζημία των εναγόντων από την αιτία αυτή. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η εναγομένη είναι τραπεζική εταιρία, νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα και λειτουργεί μέσω του κεντρικού καταστήματος της στην Αθήνα. Η κύρια δραστηριότητα της είναι οι συνήθεις τραπεζικές εργασίες, ενώ δραστηριοποιείται επίσης και στην παροχή εξειδικευμένων; επενδυτικών υπηρεσιών σε εύρωστους οικονομικά πελάτες ("private banking"), oι οποίοι επιλέγουν να επενδύουν στις παγκόσμιες αγορές, χρήματος και συναλλάγματος με σκοπό τη μέγιστη δυνατή απόδοση των χρημάτων τους. Μέσω του τμήματος διαπραγματεύσεων συναλλάγματος ("Dealing room") εξυπηρετούν την ανωτέρω πελατεία τους προβαίνοντας, σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες και εντολές τους, πλην άλλων, σε αγοραπωλησίες ξένου συναλλάγματος και στην κατάρτιση πράξεων αγοράς και πώλησης παραγώγων επενδυτικών προϊόντων σε ξένο συνάλλαγμα επενδύοντας τα διαθέσιμα κεφάλαια τους ή δανείζοντας τους ποσά για το σκοπό αυτό. Επιδίωξη των πελατών (επενδυτών) της Τράπεζας είναι η αποκόμιση μεγάλου κέρδους από τη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τέτοιου είδους χρηματοοικονομικά προϊόντα συναλλάγματος δύναται να αποφέρουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τεράστιο κέρδος, αλλά δυνατόν, σε περίπτωση ατυχούς πρόβλεψης να αποβούν πολύ ζημιογόνα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ασφαλής πρόβλεψη της διακυμάνσεως των ισοτιμιών των νομισμάτων. Ο επενδυτής, που επιλέγει να προβεί σε τέτοιες συναλλαγές, διαθέτει ήδη, προσερχόμενος στην τράπεζα, ένα κεφάλαιο ορισμένης αξίας. Το κεφάλαιο αυτό δεσμεύεται από τη μεσολαβούσα τράπεζα, με βάση δε το ύψος αυτού, επιτρέπεται στον επενδυτή να προβεί σε πράξεις (επί παραγώγων, ξένων νομισμάτων) πολύ μεγαλύτερης αξίας ("μόχλευση"). Έτσι, αν ο επενδυτής έχει διαθέσιμα κεφάλαια λ.χ. 200 εκατομμυρίων δραχμών, μπορεί, κατόπιν συμφωνίας με την τράπεζα, να αποκτήσει πιστωτική γραμμή ποσού ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, δηλαδή το κεφάλαιο του στην περίπτωση αυτή είναι το 20% του προς διαπραγμάτευση κεφαλαίου, διαθέτει, δηλαδή συντελεστή μόχλευσης 5. Η πρώτη ενάγουσα, είναι αλλοδαπή εταιρία εδρεύουσα στο Λονδίνο της Μεγ. Βρετανίας, ασχολούμενη με εμπορικές δραστηριότητες, νόμιμα εκπροσωπούμενη από το δεύτερο των εναγόντων, αποτελεί δε οικογενειακή επιχείρηση που ελέγχεται και ανήκει στα συμφέροντα του δεύτερου και τρίτης των εναγόντων (κατοίκων Λονδίνου) και της οικογένειας τους. Ο δεύτερος των εναγόντων εμφανίστηκε το 1997 στην εναγόμενη τράπεζα ως έμπειρος επενδυτής των διεθνών αγορών συναλλάγματος και ζήτησε να δραστηριοποιηθεί (μέσω του "Dealing room" της εναγομένης) αυτός και η αδελφή του (3η των εναγόντων) στην αγοραπωλησία ξένων νομισμάτων και "συμβολαίων" συναλλάγματος. Έτσι έκτοτε κατόπιν αιτήματος του δευτέρου ενάγοντος καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εναγόμενης τράπεζας η από 17-7-1997 "Σύμβαση Πιστώσεως για Μόχλευση επί Προθεσμιακού Προϊόντος Συναλλάγματος" και δόθηκε σε αυτόν από την εναγομένη πιστωτική προθεσμιακή γραμμή ποσού 700 εκατομμυρίων δραχμών ή το ισότιμο του σε συνάλλαγμα σε ένα από τα ισχυρά νομίσματα, που θα μετατρέπετο με την ισοτιμία spot (στιγμής) κατά την ημερομηνία της συναλλαγής. Για τη χορήγηση της εν λόγω πιστωτικής γραμμής υπογράφηκε σύμβαση ενεχυράσεως και ο ως άνω ενάγων ενεχυρίασε υπέρ της εναγομένης κατάθεση του, στο υποκατάστημα της στην Αθήνα, ύψους 140 εκατομμυρίων δραχμών, που αντιπροσώπευε το 20% του συνόλου της χορηγούμενης πίστωσης. Μάλιστα με την (άνευ ημερομηνίας) έγγραφη (βλ. σχετ. 12) δήλωση του "σχετικά με πράξεις DEALING ROOM" ο δεύτερος των εναγόντων δήλωνε, ότι προφορικές εντολές για διενέργεια πράξεων που αναγράφονται στην ως άνω δήλωση (δάνεια σε συνάλλαγμα, πράξεις αγοράς - πώλησης συναλλάγματος στο spot κλπ) μπορεί να δίδουν, πλέον του ιδίου, και η Ε. Ρ. (τρίτη των εναγόντων - αδελφή του), καθώς και οι Κ. Ρ. και Χ. Ρ. (γονείς του). Ακολούθως, δυνάμει της από 1-8-1997 "Σύμβασης Πιστώσεως για Μόχλευση επί Προθεμιακού Προϊόντος Συναλλάγματος" οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων με ενεχυρίαση ποσού καταθέσεων τους 94.000 δολλαρίων ΗΠΑ, έλαβαν από την εναγομένη πιστωτική γραμμή 140 εκατομμυρίων δραχμών, για να προβαίνουν στις ανωτέρω προθεσμιακές πράξεις. Στη συνέχεια, στα πλαίσια της ανωτέρω συνεργασίας και των συναλλαγών, καταρτίσθηκε στην Αθήνα, μεταξύ της πρώτης ενάγουσας (την οποία εκπροσώπησε νομίμως ο δεύτερος των εναγόντων) και της εναγομένης, η από 2-2-1998 (υπ' αριθ. ...) έγγραφη σύμβαση δανείου. Με τη σύμβαση αυτή η εναγομένη χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα εταιρία πίστωση ύψους 860.000.000 δραχμών "ή του ισόποσου σε γεν Ιαπωνίας ή σε άλλο ξένο νόμισμα" αποκλειστικά για επενδυτικούς σκοπούς, με χρονική διάρκεια αποπληρωμής ενός έτους και με ασφάλειες υπέρ τη δανείστριας τράπεζας συνιστάμενες: α) στην εκχώρηση και ενεχυρίαση των απαιτήσεων των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων επί των καταθέσεων τους ποσού 172.000.000 δραχμών, β) στην προσωπική εγγύηση αυτών για το ποσό της ενεχυράσης και γ) στην εκχώρηση και ενεχυρίαση καταθέσεων της ενάγουσας εταιρίας ποσού 860.000.000 δραχμών. Δηλαδή η πρώτη ενάγουσα εκχώρησε και ενεχυρίασε στην εναγομένη το δάνειο των 860.000.000 δραχμών μόλις το έλαβε, γιατί σκοπός του δανείου αυτού και των λοιπών καταθέσεων (172 εκατομμύριων δραχμών) των 2ου και 3ης των εναγόντων, ήταν να μείνει μπλοκαρισμένο ώστε να επιτρέψει στην ενάγουσα εταιρία να προβαίνει σε προθεσμιακές πράξεις επί συναλλάγματος επί του ποσού αυτού. Η πρώτη ενάγουσα, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει οποιαδήποτε πρόσθετη ασφάλεια αξιώσει η εναγομένη (βλ. άρθρο 8 της Συμβάσεως), ζήτησε και έλαβε το ποσό του δανείου σε νομισματική μονάδα της Ιαπωνίας (γεν), αφενός μεν λόγω του χαμηλού επιτοκίου του νομίσματος αυτού (2%, σε αντίθεση με τα δραχμικά δάνεια που είχαν τότε πολύ μεγαλύτερο επιτόκιο περίπου 20%) και αφετέρου γιατί υπήρχε ευχέρεια τοποθετήσεως τους σε άλλα ξένα νομίσματα, χωρίς να αναγκάζονται να μετατρέπουν τις δραχμές (βλ. τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από 9-12-1998 παραστατικά δανείου και πράξεων αγοράς συναλλάγματος - γεν). Συμφωνήθηκε, επίσης, ρητώς (βλ. άρθρα 12 και 13 της Συμβάσεως) το δικαίωμα της εναγομένης Τράπεζας να καταγγείλει την εν λόγω Σύμβαση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, παραλείψεως της πρώτης ενάγουσας να παράσχει την αιτούμενη πρόσθετη ασφάλεια, καθώς και, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως, να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και να αξιώσει την εξόφληση του με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις, όπως αυτές προβλέφθηκαν στο άρθρο 4. Επιπροσθέτως οι ενάγοντες (η πρώτη των οποίων διόρισε ως αντίκλητο της τη δικηγόρο Αθηνών Αικ. Τσουκάκη) με τις ταυτόχρονες, προς την προναφερόμενη Σύμβαση Δανείου, υπογραφείσες με την εναγομένη Συμβάσεις Ενεχυράσεως και Εκχωρήσεως Καταθέσεων, ενεχυρίασαν και εκχώρησαν προς την εναγομένη τις απαιτήσεις τους από τις καταθέσεις τους. Ειδικότερα, με τον 7ο όρο και των δύο παρεπομένων συμβάσεων, συμφωνήθηκε ρητώς η δυνατότητα της εναγομένης Τράπεζας, ως ενεχυρούχου δανείστριας, να προβαίνει μόνη, άνευ συμπράξεως των εναγόντων, σε είσπραξη εκ της ενεχυρασμένης καταθέσεως, όποιου ποσού απαιτείται προς εξόφληση των οφειλών που προκύπτουν από την επίμαχη σύμβαση δανείου. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η σχέση που θα διέπει την ανεξόφλητη οφειλή της δανειολήπτριας εταιρίας με τις παραχωρηθείσες ασφάλειες θα είναι 106%, δηλαδή η αξία των ενεχυρασμένων κεφαλαίων (καλυμμάτων) που είχε η εναγομένη θα έπρεπε να διατηρούνται πάντοτε σε επίπεδο υπερβαίνον ή έστω ισούμενο προς το 106% της εκάστοτε οφειλής, έτσι ώστε η εναγομένη να μην υποχρεωθεί ποτέ να καλύψει εξ ιδίων τις ενδεχομένως άστοχες και ζημιογόνες επενδυτικές αποφάσεις της πρώτης ενάγουσας. Η από 7-5-1998 επιστολή της τελευταίας προς την εναγομένη εκφράζει ακριβώς αυτή τη συμφωνία τους (βλ. σχετ. 19). Το ποσό του δανείου, το οποίο κατ' επιλογή του εκπροσώπου (δεύτερου των εναγόντων) της δανειολήπτριας λήφθηκε ολόκληρο σε γεν Ιαπωνίας, δηλαδή 374.450.298 γεν (που αντιστοιχούσε σε 860.000.000 δραχμές) επενδύθηκε εξολοκλήρου, κατ' εντολή και για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας, σε αγοραπωλησίες ξένου συναλλάγματος, σε μηνιαίας διάρκειας αλλεπάλληλα προθεσμιακά σύμφωνα και με αλλεπάλληλες μετατροπές του νομίσματος κατά την εκάστοτε λήξη τους, που αποτυπώθηκαν ως λογιστικές εγγραφές στο λογαριασμό τους. Πλην όμως λόγω της κακής εξελίξεως (ήδη από το Μάιο του 1998, αλλά κυρίως κατά μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους) των ισοτιμιών (η δανειολήπτρια εταιρία τοποθετούνταν κυρίως σε γεν Ιαπωνίας και μετά σε λίρες Ιρλανδίας), προέκυψαν σημαντικές ζημίες από τις εν λόγω αγοραπωλησίες, αφού το συνολικό ποσό του λογαριασμού σε γεν Ιαπωνίας κατέληξε στο ποσό των 424.286,95 γεν, που υπολειπόταν του αρχικού ποσού του χορηγηθέντος δανείου των 374.450.298 γεν. Έτσι η εναγομένη Τράπεζα, κρίνοντας ότι δεν καλυπτόταν πλέον με επαρκή εξασφάλιση από τις παρασχεθείσες ασφάλειες, αφού τα ενεχυρασμένα κεφάλαια είχαν κατέλθει κάτω από το όριο του συμφωνηθέντος 106% και προσέγγιζαν το 100% ζήτησε, με την από 3-10-1998 επιστολή της προς την ενάγουσα εταιρία, πρόσθετη ασφάλεια ποσού 50.398.158 δραχμών, μέσα σε προθεσμία 3 ημερών, με την υπόμνηση ότι, σε αντίθεση περίπτωση, ασκώντας έτερο συμβατικό δικαίωμα της, θα καταγγείλει τη σύμβαση. Επειδή, ακόμη και μετά την από 20-10-1998 δεύτερη επιστολή της εναγομένης, η ενάγουσα εταιρία αρνήθηκε να παράσχει πρόσθετη ασφάλεια, γι' αυτό και η εναγομένη Τράπεζα, με την από 22-10-1998 "εξώδικη καταγγελία - δήλωση", που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 23-10-1998 αναγκάσθηκε να καταγγείλει την επίμαχη σύμβαση δανείου και, ασκώντας τα εκ των προαναφερομένων Συμβάσεων (Δανείου και Ενεχυράσεως - Εκχωρήσεως) δικαιώματά της, να προβεί μόνη της στη συμφωνημένη αφαίρεση από τους κατά τα άνω δεσμευμένους λογαριασμούς των εναγόντων των ποσών εκείνων που απαιτούνταν για την εξόφληση των εκ της επίμαχης δανειακής σύμβασης οφειλών, θέτοντας το υπόλοιπο ποσό στη διάθεση των εναγόντων. Περί των ανωτέρω σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση του αξιόπιστου μάρτυρα της εναγομένης, που γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως τα όσα κατέθεσε. Άλλωστε η κατάθεσή του ενισχύεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Αντιθέτως η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων είναι μικρής αποδεικτικής αξίας, αφού τα όσα κατέθεσε τα γνωρίζει κυρίως από διηγήσεις της οικογενείας Ρόκα. Εξάλλου, αποκαλυπτικές είναι οι επιστολές του δεύτερου ενάγοντος, ως εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρίας, προς την εναγομένη. Πράγματι από τις από 7-5-1998, 1-9-1998, 15-10-1998, 16-10-1998 και 21-10-1998 επιστολές αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες, όχι μόνον αναγνωρίζουν ως έγκυρη και ισχυρή την επίμαχη δανειακή σύμβαση, αλλά και, περαιτέρω, υποβάλλουν παράκληση να παραταθεί η διάρκεια εξοφλήσεως του δανείου, για μία ακόμη περίοδο, διευκρινίζοντας ότι εννοούν ένα ακόμη έτος, ζητώντας παράλληλα (απευθύνοντας "έκκληση") από την εναγόμενη τράπεζα να μην προβεί σε καταγγελία της σύμβασης δανείου, αναφέροντας μάλιστα σε αυτές, κατ' επανάληψη, ρητώς ως αντίκλητο της δανειολήπτριας εταιρίας στην Ελλάδα, τη διορισθείσα με την επίμαχη δανειακή σύμβαση δικηγόρο Αθηνών Αικ. Τσουκάκη, ενώ στην τελευταία των ως άνω επιστολών με ημερομηνία 21-10-1998 (δηλαδή προτού καταγγελθεί η σύμβαση δανείου) ο εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας (δεύτερος των εναγόντων) επαινεί και εκθειάζει τη συμπεριφορά της Τράπεζας σχετικά με τις υπογραφές στις χειρόγραφες παραπομπές της επίμαχης συμβάσεως στο περιθώριο των σελίδων της (βλ. σελ. 3 της επιστολής). Τέλος, αξίζει να αναφερθούν εκτενώς δύο έγγραφα των εναγόντων. Ειδικότερα: 1) Με την από 16-10-1998 "εξώδικη διαμαρτυρία - επιφύλαξη - πρόσκληση -δήλωση" τους προς την εναγομένη, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικ. Τσουκάκη, οι ενάγοντες αρνούνται, για πρώτη φορά, την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής συμβάσεως, καθώς και των παρεπομένων αυτής εξασφαλιστικών συμβάσεων (εκχωρήσεως και ενεχυράσεως). Όμως στη σελίδα 4 του ίδιου εγγράφου δηλώνουν, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι ακύρως καταγγέλθηκε η σύμβαση δανείου και ότι συνεπώς εξακολουθεί να ισχύει: "η εν λόγω σύμβαση δανείου μένει ως έχει", ενώ στην 5η σελίδα ζητούν από την εναγόμενη Τράπεζα "να συνεχίσει, τόσο την επενδυτική συμφωνία της προς ην με τους εξ ων, όσο και την απολύτως σχετική με αυτήν, ουσία και τώρα υπάρχουσα, μη καταγγελθείσα σύμβαση δανείου της προς ην με την πρώτη των εξ ων, και σε συνέχεια των σχετικών συνήθων μηνιαίων ανανεώσεων των οποίων η πλέον πρόσφατη απρόσκοπτη λήξη ήταν την 19 Οκτωβρίου 1998 και, στο βαθμό που αυτές δεν έχουν ήδη υλοποιηθεί, να σπεύσει η προς ην, αμέσως με την επίδοση της παρούσας, χωρίς άλλη καθυστέρηση, στην υλοποίηση αυτών ..." Και 2) με την από 14-10-1998 επιστολή της πρώτης ενάγουσας προς την εναγομένη, που υπογράφεται από το δεύτερο των εναγόντων, ο οποίος εκπροσωπεί την ενάγουσα εταιρία, δίδεται εντολή για μηνιαίες επαναλαμβανόμενες συναλλαγές, με μνεία του ποσού των 424.286,915 γεν ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου, που συμπίπτει ακριβώς με το πράγματι οφειλόμενο υπόλοιπο και σημαίνει ότι η ενάγουσα εταιρία και ο εκπρόσωπος της είχαν πλήρη γνώση της κινήσεως του λογαριασμού της ενάγουσας εταιρίας, σε αντίθεση με όσα αβασίμως αυτοί ισχυρίζονται. Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι, με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη Τράπεζα εξαπάτησε τους ενάγοντες στην κατάρτιση της επίμαχης δανειακής σύμβασης και των παρεπομένων αυτής εξασφαλιστικών συμβάσεων ούτε ότι υφήρπαξε τις υπογραφές των εναγόντων και ότι πλαστογράφησε την επίμαχη σύμβαση δανείου, θέτοντας προσθήκες σε αυτήν, όπως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούντες, αλλά ότι, αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες κατάρτισαν την ένδικη σύμβαση με την εκφρασμένη σαφή δικαιοπρακτική βούληση καταρτίσεως οριστικής και τελικής συμβάσεως με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ότι τούτο δεν αναιρείται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από 23-1-1998 και 30-1-1998 αιτήσεις - προτάσεις των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων προς την εναγομένη, την ύπαρξη και τη λήψη των οποίων η τελευταία ειδικώς αρνείται, αφού, πλην άλλων, δεν αποδείχθηκε ούτε η αποστολή αυτών προς την εναγομένη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, δεν έσφαλε. Άρα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λοιποί λόγοι του εφετηρίου, καθώς και οι πρόσθετοι της εφέσεως λόγοι, που πλήττουν την ουσιαστική κρίση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω, εφόσον δεν υπάρχει αδικοπρακτική ευθύνη, δεν συντρέχει περίπτωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπως ορθώς έκρινε και η πρωτόδικη απόφαση. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914, 147-149 298 εδ.β' ΑΚ 386 ΠΚ και απέρριψε την αγωγή, κατά τις άνω διακρίσεις, ως και ως προς το αίτημα επιδικάσεως διαφυγόντος κέρδος, από τη διαφορά τιμής αγοράς και πωλήσεως μετοχών της Ε.Τ.Ε., ως μη νόμιμο, ορθώς δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 195 ΑΚ, αφού πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και περί της μη συνδρομής εκείνων που αποκλείει την εφαρμογή τους, ενώ έχει τις ως άνω παρατιθέμενες πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ/ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί ματαιώσεως της συμβάσεως δανείου και μεταγενέστερης τροποποιήσεως αυτής, οι οποίοι μάλιστα δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την ως άνω έννοια, αφού πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, αλλά απέρριψε αυτούς ως αβάσιμους κατ' ουσίαν. Επομένως ο τρίτος και τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.10.2009 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας "G.& Ε. R. LIMITED" κ.λ.π, για αναίρεση της 7.729/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ