ΑΡΙΘΜΟΣ 1256/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Χ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της 333/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2013 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 614/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, διά φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος β) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου και γ) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχομένου δόλου, ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και ότι ανήκει στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4061/2012: "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού: 1. Τα ακίνητα των οποίων η διαχείριση ανήκει στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων είναι: α) Οι διαθέσιμες εκτάσεις και τα διαθέσιμα οικόπεδα, δηλαδή όσες εκτάσεις και οικόπεδα έμειναν αδιάθετα μετά την ολοκλήρωση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας για την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών και γεωργοκτηνοτρόφων, καθώς και όσες επανήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημόσιου, λόγω έκπτωσης του δικαιούχου και ανάκλησης του σχετικού παραχωρητηρίου. β) Οι συνεταιρικές εκτάσεις του άρθρου 31 του β.δ. 29.10/6.12.1949 "Αγροτικός Κώδικας" και αυτές που αναγράφονται ως κοινόχρηστες στα κυρωμένα κτηματολογικά στοιχεία των διανομών αγροκτημάτων. γ) Οι αποστραγγιζόμενες γαίες, όπως ιδίως των διατάξεων του β.δ. 19.3/24.3.1941 "Κώδικας αποστραγγιζόμενων γαιών". δ) Τα μπασταινουχικά κτήματα του άρθρου 290 του Αγροτικού Κώδικα. ε) Οι εκτάσεις οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο κτηνοτροφικής αποκατάστασης βάσει πράξεων απαλλοτριώσεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του Ν.Δ. 203/ 1969 "Κτηνοτροφικός Κώδικας" και του άρθρου 28 του Ν. 2185/1952. στ) Τα ακίνητα που περιήλθαν ή περιέρχονται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3147/2003, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 19 του άρθρου 12 του Ν. 3208/2003 και αντικαταστάθηκε με τις παραγράφους 12, 33α και 33β του άρθρου 20 του Ν. 3399/2005, την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, την παράγραφο 3 του άρθρου 4 του Ν. 2215/1994, καθώς και με πράξεις δωρεάς ή κληρονομιάς. 2. Τα ακίνητα αυτά ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και η διαχείρισή τους ασκείται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τις Περιφέρειες, ... 3. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται σε ανταλλάξιμες εκτάσεις, δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, προστατευόμενες περιοχές των άρθρων 18 και 19 του Ν. 1650/1986, χώρους και ζώνες μνημείων που προστατεύονται από την αρχαιολογική υπηρεσία, αιγιαλό και παραλίες, όπως ορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2971/2001, καθώς και σε άλλες προστατευόμενες, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περιοχές", του άρθρου 19 του αυτού νόμου 4061/2012 "1. Η Επιτροπή Ελέγχου και Νομιμότητας συντάσσει πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατά οποιουδήποτε κατέχει αυθαίρετα ή επιχειρεί να καταλάβει ακίνητο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου. 2. Ο κάτοχος μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδικείου, ... 3. Ο καθού απευθύνεται το πρωτόκολλο, θεωρείται ότι το αποδέχθηκε, εάν εντός της ως άνω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει κατ' αυτού ανακοπή. ..." και του άρθρου 20 του ιδίου νόμου: "Οι διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 263/1968 εφαρμόζονται αναλογικά και στους κατόχους ακινήτων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως της Επιτροπής Ελέγχου και Νομιμότητας μετά την τελεσιδικία του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και της πράξης επιβολής προστίμου". Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγεται ότι από 22-3-2012, δηλαδή από της ημεροχρονολογίας ισχύος του Ν. 4061/2012, η αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος, το οποίο υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Ν. 4061/2012, τιμωρείται πλέον και υπό τις άνω πρόσθετες δικονομικές προϋποθέσεις του άνω άρθρου 20 του αυτού νόμου 4061/2012, οι οποίες είναι για τον κατηγορούμενο ευμενέστερες από τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968, διότι τιμωρούνται μόνον κατ' έγκληση της άνω επιτροπής και προϋποθέτουν για την ποινική δίωξη τελεσιδικία του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και της πράξεως επιβολής προστίμου. Η νέα αυτή διάταξη που κατά το άρθρο 44 του ιδίου νόμου (4061/2012) ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, (22 Μαρτίου 2012), δεν έχει κατά κάποια διάταξη νόμου, ούτε και κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, αναδρομική εφαρμογή και για τις πράξεις, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ της, διότι είναι δικονομική. Η διάταξη συνεπώς του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968, εξακολουθεί να ισχύει τόσο στις περιπτώσεις καταλήψεως δημοσίων κτημάτων που όντως υπάγονται σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1 του Ν. 4061/2012 και ασκήθηκε ποινική δίωξη προ της 22ας Μαρτίου 2012, όσον και επί καταλήψεως των λοιπών δημοσίων κτημάτων, δηλαδή εκείνων που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4061/2012. Η διάταξη αυτή του άρθρου 20 του νόμου 4061/2012 είναι δικονομική, λόγω δε του χαρακτήρα της αυτού η ως άνω διάταξη, με την οποία δεν θεσπίζονται εγκλήματα, ούτε επαυξάνονται οι ποινές προβλεπομένων ήδη εγκλημάτων, δεν προσκρούει στην κατά το άρθρο 2 ΠΚ αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου, η οποία αφορά στις ουσιαστικές και όχι στις δικονομικές ποινικές διατάξεις. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παράβαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης 313/2013 αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών και κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968 και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία και σε χρηματική ποινή 500 Ευρώ, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει και αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξη, πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορούμενη στις 25-11-2005 επιλήφθηκε τμήματος του με αριθμό ... καταγεγραμμένου δημόσιου κτήματος, το οποίο βρίσκεται στην Ακράτα Ν. Αχαΐας, στο ύψος των εκβολών του ποταμού "..." και στην περιοχή πέραν της ανατολικής όχθης αυτού, το οποίο τμήμα συνορεύει δυτικά σε μήκος 83 μ. με την ασφαλτοστρωμένη οδό ..., η οποία εφάπτεται με την κοίτη του ποταμού, βόρεια σε μήκος 29,60 μ. με την επίσης ασφαλτοστρωμένη οδό ... και πέραν αυτής με τον αιγιαλό, ανατολικά με ιδιοκτησίες Θ. Σ. και Π. Χ. και νότια με την οδό ... . Το παραπάνω τμήμα, το οποίο βρίσκεται υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, έχει εμβαδόν 2.456,80 τ.μ. και αποτελεί το ανατολικό τμήμα του με αριθμό ... δημόσιου κτήματος, συνολικού εμβαδού 11.000 τ.μ. Η κατηγορούμενη εκδήλωσε την πρόθεση της να επιληφθεί του ως άνω τμήματος ασκώντας διακατατοχική πράξη, με την κατάρτιση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ακράτας Γεωργίας Μήττα του υπ' αριθμ. .../25-11-2005 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου - εργολαβικού επί του ως άνω τμήματος, με το οποίο προσύμφωνο, με την ψευδή ιδιότητα της κυρίας του τμήματος αυτού, ανάθεσε στη Μ. Ο. .... ως νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΝ Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης", την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, που θα περιλάμβανε ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, από τις οποίες η κατηγορούμενη αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στη Μ. Ο. ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείκνυε αυτή κατά πλήρη κυριότητα τα 700/1000 του τμήματος αυτού, τα οποία αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Στο ως άνω προσύμφωνο η κατηγορούμενη δήλωσε ψευδώς ότι το παραπάνω τμήμα ανήκε στην κυριότητα της και ότι έγινε κυρία αυτού ύστερα από άτυπα παραχώρηση εκ μέρους του πατέρα της Π. Χ., που έλαβε χώρα το έτος 1978. Στη συνέχεια εκδόθηκε με αίτηση της κατηγορουμένης η υπ' αριθμ. .../2006 άδεια οικοδομής νέας τριώροφης οικοδομής σε πυλωτή από το Πολεοδομικό Γραφείο Αιγιαλείας και Καλαβρύτων. Η κατηγορούμενη δια του συνηγόρου της αρνήθηκε την πράξη της και ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία του επίδικου τμήματος, όπως έχει γίνει δεκτό με τελεσίδικες και αμετάκλητες αποφάσεις. Πλην όμως οι ισχυρισμοί της δεν κρίνονται πειστικοί. Ειδικότερα ο πατέρας της κατηγορουμένης Π. Χ. τον Αύγουστο του έτους 1976 είχε καταλάβει έκταση 10 στρεμ. περίπου της κοίτης του ποταμού Κράθη. Μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος, εκδόθηκε εν τέλει η υπ' αριθμ. 2/1977 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του Π. Χ. κατά της υπ' αριθμ. 3/1976 απόφασης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαβρύτων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος. Στη συνέχεια μετά από άσκηση αγωγής εκ μέρους του Π. Χ. κατά του πολιτικώς ενάγοντος για αναγνώριση της κυριότητας του στην παραπάνω έκταση των 10 στρεμ., με την οποία αγωγή ισχυριζόταν ότι είναι κύριος της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, άλλως γιατί αποτελεί εγκαταλειφθείσα κοίτη του ποταμού Κράθη, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 1040/1989 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της και τελικά η υπ' αριθμ. 478/1992 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και κατά την επικουρική βάση της. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή απόφαση το τότε επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα της δεξιάς πλευράς της κοίτης του ποταμού ... κατά τη ροή του προς τη θάλασσα και συνόρευε ανατολικά με ασφαλτοστρωμένο αυτοκινητόδρομο που οδηγεί προς τη θάλασσα και πέραν αυτού με το υπόλοιπο μη επίδικο αγρόκτημα του Π. Χ., το οποίο αγρόκτημα χωρίζεται από το δρόμο με φράχτη από συρματόπλεγμα. Μετά από άσκηση ποινικών διώξεων κατά του Π. Χ. για κατάληψη δημόσιου κτήματος έκτασης 3.000 τ.μ., που έλαβε χώρα το έτος 1994 και έκτασης 5.837,50 τ.μ., που έλαβε χώρα το έτος 1998, ο ανωτέρω κηρύχθηκε αθώος των πράξεων αυτών, για την πρώτη με την υπ' αριθμ. 294/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων, γιατί κρίθηκε ότι η έκταση των 3.000 τ.μ. βρίσκεται ανατολικά του ασφαλτοστρωμένου δρόμου και αποτελεί αγρόκτημα του περιφραγμένο, όπως προέκυπτε από την υπ' αριθμ. 478/1992 απόφαση του Εφετείου Πατρών και για τη δεύτερη με την υπ' αριθμ. 269/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων, γιατί κρίθηκε ότι η έκταση των 5.837,50 τ.μ. δεν έχει σχέση ούτε αποτελεί τμήμα του δημόσιου κτήματος με αριθμό ΒΚ 19, γιατί το δημόσιο κτήμα έχει ως ανατολικό όριο τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και δεν εκτείνεται και πέρα απ' αυτόν καταλαμβάνοντας και το τμήμα των 5.837,50 τ.μ., όπως έχει κριθεί τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 478/1992 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Πλην όμως από τις παραπάνω αποφάσεις και κυρίως την υπ' αριθμ. 478/1992 του Εφετείου Πατρών, δεν αποδεικνύεται ότι το ήδη επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται ανατολικά του ασφαλτοστρωμένου δρόμου, δεν αποτελεί τμήμα του ως άνω δημόσιου κτήματος, αφού η απόφαση αυτή έκρινε για την κυριότητα ακινήτου 10 στρεμ., που συνόρευε ανατολικά με ασφαλτοστρωμένο δρόμο, διηγηματικά δε ανέφερε ότι πέραν του δρόμου αυτού είναι το υπόλοιπο μη επίδικο ακίνητο του Π. Χ.. Απ' όλα τ' ανωτέρω συνάγεται ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ότι το ήδη επίδικο ακίνητο βρισκόταν υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 23 παρ. 1 του α.ν. 1539/1983, που της αποδίδεται". Κατ' ακολουθίαν τούτων κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη του ότι "στην Ακράτα Νομού Αχαΐας στις 25-11-2005 με πρόθεση επελήφθη δημόσιου κτήματος, το οποίο βρισκόταν αναμφισβήτητα υπό την κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα επελήφθη τμήματος του με αριθμό ... δημόσιου κτήματος, το οποίο βρίσκεται στο ύψος των εκβολών του ποταμού "Κράθη" και στην περιοχή πέραν της ανατολικής όχθης αυτού, το δε τμήμα αυτό συνορεύει δυτικά με την ασφαλτική οδό "...", σε μήκος 83 μ, η οποία οδός εφάπτεται με την κοίτη του ποταμού, βόρεια με την επίσης ασφαλτική οδό "...", σε μήκος 29,60 μ. και στη συνέχεια με αιγιαλό, ανατολικά με τις ιδιοκτησίες Σ. Θ. του Α. και Χ. Π. και νότια με την οδό "...", έχει εμβαδόν 2.456,80 τ.μ. και αποτελεί το ανατολικό τμήμα του μείζονος καταγεγραμμένου δημόσιου κτήματος με αριθμό ..., συνολικού εμβαδού 11.000 τ.μ. Ο τρόπος με τον οποία εκδήλωσε τη βούληση της να επιληφθεί του εν λόγω τμήματος ασκώντας διακατατοχική πράξη, ήταν η κατάρτιση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ακράτας Μήττα Γεωργίας του Παναγιώτη του με αριθμό .../25-11-2005 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών συγκυριότητας επί του προαναφερθέντος οικοπέδου με την Ο. Μ. του Χ. και Θ., νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστρια της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με "ΜΕΤΡΟΝ Ε.Π.Ε.", σύμφωνα με το οποίο η κατηγορούμενη με την ψευδή ιδιότητα της ιδιοκτήτριας του προαναφερθέντος οικοπέδου ανέθεσε στη Μ. Ο. την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, που θα περιλάμβανε ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, από τις οποίες n κατηγορούμενη αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στη Μ. Ο., ποσοστό του δικαιώματος κυριότητας επί του συνολικού ακινήτου 700/1000. Στο ίδιο δε συμβολαιογραφικό έγγραφο δήλωσε ψευδώς ως συμβαλλόμενη ότι το οικόπεδο ανήκε στην αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή της και ότι το δικαίωμα της κυριότητας επ' αυτού ύστερα από άτυπη παραχώρηση του εν λόγω ακινήτου σε αυτήν από τον πατέρα της Χ. Π. του Ι., η οποία έλαβε χώρα το έτος 1978 και την στη συνέχεια πρωτότυπη κτήση του δικαιώματος της κυριότητας με τη συνδρομή στο πρόσωπο της των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας. Όμως η κατηγορουμένη δεν έφερε την ιδιότητα της ιδιοκτήτριας του οικοπέδου, αφού αυτό ανέκαθεν αποτελούσε τμήμα του μείζονος καταγεγραμμένου δημόσιου κτήματος ...". Με αυτά που κατά τα ανωτέρω δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, εν σχέσει με την άνω πράξη της καταλήψεως δημοσίου κτήματος, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968 που ορθά εφήρμοσε, είναι δε αβάσιμος ο εκ του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης δηλώσεως - αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη με την αιτίαση ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί αναδρομικώς η διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 1650/1986. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά το άρθρο 60 του ΚΠοινΔ το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής διώξεως για τις πράξεις της καταπατήσεως δημοσίας εκτάσεως που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 Ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968, μέχρις ότου αποφανθούν αμετακλήτως Πολιτικά ή Διοικητικά Δικαστήρια ή Διοικητικές Αρχές περί του χαρακτηρισμού της ως τέτοιας, δεν υφίσταται. Συνεπώς στο ποινικό δικαστήριο είναι ανατεθειμένη η κρίση για τα αναφυόμενα κατά την ενώπιόν του εκδίκαση ποινικών υποθέσεων ζητήματα αστικής φύσεως, περί των οποίων κρίνει και μορφώνει πεποίθηση, αλλά δεν λύνει αποφασιστικά, εφόσον δεν υπάρχει διάταξη περί υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διώξεως και εκ της ως άνω κρίσεως του ποινικού δικαστηρίου δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης η αναιρεσείουσα καταδικάσθη για το έγκλημα της καταλήψεως δημοσίου κτήματος αυτογνωμόνως (άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 1539/1338, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968). Με την κρίση του να αποφανθεί παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ότι αποφάσισε καθ' υπέρβαση εξουσίας για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του αλλά των Πολιτικών Δικαστηρίων. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ανωτέρω παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη κατά τις άνω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι λοιπές αιτιάσεις του τρίτου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αβάσιμος, συνακολούθως, είναι και κατά το έτερο σκέλος του ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο εχώρησε εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-5-2013 (υπ' αριθ. 3531/13-5-2013) δήλωση - αίτηση της Μ. Χ. του Π., περί αναιρέσεως της 333/2013 αποφάσεως, του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ