Αριθμός 389/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Ζαχόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: 1. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις, 2. της Κ. χήρας Γ. Ζ. το γένος Ι. Φ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Μπόκοτα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 9204/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την 19564/2006 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων και την 39940/12-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16085/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 884/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 23-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που0 απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 569, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του από 30.11.1911 β.δ/τος περί ασφαλείας και εκμεταλλεύσεως των σιδηροδρόμων: "Εις πάντα τα μέρη εις α ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τινός, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι' αποφάσεως μπορεί να επιτρέψει ο Υπουργός των Εσωτερικών. Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζεται υπό του Υπουργού των Εσωτερικών τη προτάσει των Εταιριών...". β) Στο άρθρο 10 § 5 του ΚΟΚ ( Ν. 2696/1999 ) : "Για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση του κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης (ΑΠ 219/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 884/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 1-8-2005 και περί ώρα 07.12 ο Χ. Ζ. υιός της εναγομένης- ενάγουσας της δεύτερης αγωγής Κ. Ζ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, κινούνταν σε ανώνυμη χωμάτινη οδό στην περιοχή του Δήμου …Ν….με κατεύθυνση προς την παλαιά εθνική οδό …. Το ως άνω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην αρχικά εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε οριστικά δυνάμει της Κ3-9118/25-7-2006 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε αυτοδίκαια το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976. Η ανωτέρω ανώνυμη οδός διασταυρώνεται με τη σιδηροδρομική γραμμή …στο χιλιομετρικό σημείο 14+650 της τελευταίας και στη συμβολή αυτών υφίσταται αυτοματοποιημένο σύστημα ισόπεδης διάβασης (ΑΣΙΔ), το οποίο αποτελείται από ηχοφωτεινά σήματα και ημιδρύφακτα. Κατά τον ίδιο χρόνο η υπ' αριθμ… επιβατική αμαξοστοιχία της ενάγουσας ΟΣΕ ΑΕ, εξασφαλιζόμενη από την κινητήρια μηχανή ντήζελ ... με τρία βαγόνια, πραγματοποιούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο από τη … προς τη …, με μηχανοδηγούς τους Χ. Σ. και Α Τ., κινούμενη από δεξιά σε σχέση με την πορεία του φορτηγού. Το προαναφερόμενο αυτόματο σύστημα διάβασης, από τις 25-7-2005 και κατά την ημέρα του ατυχήματος δεν λειτουργούσε κανονικά, λόγω βλάβης, με αποτέλεσμα τα ηχοφωτεινά σήματα να είναι συνεχώς σε λειτουργία και τα ημιδρύφακτα κατεβασμένα, δημιουργώντας την παραπλανητική εντύπωση ότι διερχόταν αμαξοστοιχία. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις σαφείς και με λόγο γνώσης προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Τ., Σ. Κ., Ι. Τ., Γ. Κ., Β. Β. και Ν. Χ. Ειδικότερα οι τέσσερις πρώτοι είναι συνάδελφοι του ανωτέρω οδηγού Χ. Ζ. και εργάζονταν με αυτόν στην ίδια περιοχή, μεταφέροντας με φορτηγά αυτοκίνητα υλικά από παρακείμενο λατομείο και εκτελώντας περί τα 10 δρομολόγια ημερησίως δηλαδή περνούσαν από την ανωτέρω διάβαση, όπως και ο μετέπειτα θανών οδηγός Χ. Ζ. περί τις 20 φορές ημερησίως, ενώ οι λοιποί δεν έχουν ουδεμία σχέση με τον εν λόγω οδηγό, είχαν διαπιστώσει όμως και οι ίδιοι τη βλάβη του συστήματος της διάβασης, δεδομένου ότι διέρχονταν από το σημείο εκείνο και ειδικά ο τελευταίος είχε διέλθει την ημέρα του ατυχήματος και πριν αυτό λάβει χώρα. Μάλιστα ο πρώτος από τους ανωτέρω μάρτυρες (Γ. Τ. ) είχε τηλεφωνήσει στο σταθμαρχείο … στις 26-7-2005 και περί ώρα 11.15' και πληροφόρησε τον αρμόδιο υπάλληλο της ενάγουσας ΟΣΕ ΑΕ για τη βλάβη (βλ. κατάσταση με κλήσεις της 26-7-2005 από την Κοσμοτέ). Τα κατατεθέντα από τους ανωτέρω μάρτυρες δεν αναιρούνται από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Α. Τ., ενός από τους μηχανοδηγούς της αμαξοστοιχίας, ο οποίος κατέθεσε ότι με βάση τη σήμανση η διάβαση λειτουργούσε κανονικά, δεδομένου ότι σε απόσταση περίπου 1.200 μ. από αυτή υπάρχει προειδοποιητικό φωτόσημο λευκού χρώματος, για τους οδηγούς το οποίο, όταν είναι αναμμένο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα κατατειθέμενα από τον ως άνω μάρτυρα, δηλώνει την κανονική λειτουργία της διάβασης. Αυτό όμως δεν οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε βλάβη στο σύστημα, δεδομένου ότι το προειδοποιητικό φωτόσημο ενδέχεται να ήταν αναμμένο, μόνο που η ένδειξη αυτή ήταν συνεχής λόγω της βλάβης. Εξάλλου, και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ΟΣΕ ΑΕ ότι είχε γίνει συντήρηση και γενικός έλεγχος της διάβασης στις 17-7-2005, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν μητρώο συντηρήσεως και ανωμαλιών ΑΣΙΔ, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε βλάβη, αφού αυτή μπορεί να προκλήθηκε μετά την ανωτέρω ημερομηνία. Η εν λόγω βλάβη της διάβασης ανάγκαζε τους οδηγούς που διέρχονταν από το σημείο εκείνο να περνούν από το κενό των εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής κινητών φραγμάτων, που ήταν συνεχώς σε οριζόντια θέση, πραγματοποιώντας ελιγμούς (ζικ-ζακ). Κατά τον ως άνω χρόνο (ώρα 07.12 της 1-8-2005) ο Χ. Ζ. επιχείρησε να διέλθει από την ισόπεδη διάβαση, ανάμεσα από τα ημιδρύφακτα, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν πλησιάζει αμαξοστοιχία, η οποία βρισκόταν εκείνη τη στιγμή σε απόσταση 100 περίπου μέτρων, κινούμενος με πολύ χαμηλή ταχύτητα, λόγω των ελιγμών που πραγματοποιούσε για να διέλθει από τα ημιδρύφακτα και λόγω της ύπαρξης των σιδηροτροχιών, αλλά και του όγκου του φορτηγού αυτοκινήτου. Αποτέλεσμα της ανωτέρω ενέργειας του οδηγού ήταν να επιπέσει η αμαξοστοιχία με το εμπρόσθιο τμήμα της στη δεξιά πλευρά του φορτηγού, παρασύροντάς το σε απόσταση 150 μ., ενώ ο θάλαμος οδήγησης του φορτηγού αποκολλήθηκε και εκτινάχθηκε εκτός της γραμμής, δεξιά σε σχέση με την κίνηση της αμαξοστοιχίας σε απόσταση 30 μέτρων από το σημείο της πρόσκρουσης. Η σύγκρουση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου και να υποστεί ζημίες, τόσο η αμαξοστοιχία που συγκρούστηκε, όσο και οι σιδηροδρομικές γραμμές και το ΑΣΙΔ. Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά υπαίτιος κατ' αρχή του θανάσιμου τραυματισμού του και των ζημιών που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση είναι ο εν λόγω οδηγός Χ. Ζ. , ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε κάτω από ανάλογες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, γνωρίζοντας ότι το αυτοματοποιημένο σύστημα της διάβασης παρουσίαζε βλάβη, εισήλθε στη σιδηροδρομική διάβαση χωρίς προηγουμένως να διακόψει την πορεία του πριν από αυτή και να βεβαιωθεί ότι δεν πλησιάζει αμαξοστοιχία, ώστε να της παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως όφειλε (άρθρο 27 του ΚΟΚ), αν και η ορατότητά του δεν παρεμποδίζονταν, δεδομένου ότι μπορούσε να αντιληφθεί την έλευση αμαξοστοιχίας από απόσταση 500 περίπου μέτρων, όπως κατατέθηκε από το μάρτυρα Γ. Τ., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με επιμέλεια της μητέρας του θανόντος ενάγουσας -εναγομένης Κ. Ζ. Αντίθετα από έλλειψη της προσοχής, η οποία επηρεαζόταν από το γεγονός ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεδομένου ότι σύμφωνα με την …/10/1970-α/19-8-2005 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση αλκοόλης του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Β. Ελλάδας της ΕΛ.ΑΣ, από το αποσταλλέν δείγμα αίματος του οδηγού διαπιστώθηκε περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 0,50%ο ενώ σύμφωνα με την υπ'αριθμ. …/10/1970/28-9-2005 έκθεση επανεξέτασης αίματος της ίδιας υπηρεσίας, η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα ανερχόταν σε 0,61%ο, συνέχισε ανέλεγκτα την πορεία του, χωρίς να αντιληφθεί την ευρισκόμενη σε εγγύτατη απόσταση αμαξοστοιχία, αν και οι μηχανοδηγοί αυτής είχαν προβεί σε προειδοποιητικό συριγμό ενώ βρισκόταν σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από τη διάβαση, με συνέπεια να επέλθει η προαναφερόμενη σύγκρουση και τα εξ αυτής αποτελέσματα, τα οποία ο θανατωθείς οδηγός δεν προέβλεψε. Αν ο τελευταίος ενεργούσε όπως ανωτέρω εκτίθεται ό,τι όφειλε να ενεργήσει, οπωσδήποτε η σύγκρουση αυτή δεν θα επερχόταν. Στην επέλευση, όμως, του ατυχήματος συνετέλεσε και πταίσμα των αρμοδίων οργάνων της ΟΣΕ ΑΕ, τα οποία από αμέλεια δεν προέβησαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν, κατά τις σχετικές και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενες διατάξεις, σε αποκατάσταση της βλάβης του αυτοματοποιημένου συστήματος της διάβασης, αν και τελούσαν σε γνώση αυτής, αφού είχαν ειδοποιηθεί σχετικά ήδη από τις 26-7-2005, κατά τα προαναφερθέντα, αφήνοντας ουσιαστικά αφύλακτη τη διάβαση. Με την παράλειψή τους αυτή εξανάγκαζαν τους οδηγούς που κινούνταν στο σημείο εκείνο να επιχειρούν να διέλθουν από τη διάβαση, χωρίς να γνωρίζουν αν πρόκειται να διέλθει πράγματι αμαξοστοιχία και ως εκ τούτου θέτοντας τους εαυτούς τους σε κίνδυνο, κινούμενοι με μηδενική ταχύτητα εξαιτίας της διέλευσής τους με ελιγμούς ανάμεσα από τα κατεβασμένα ημιδρύφακτα, αλλά και εξαιτίας της ανισόπεδης επιφάνειας του εδάφους, λόγω των γραμμών, με αποτέλεσμα να καθυστερούν να διέλθουν από τη διάβαση. Επιπλέον συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων από την ΟΣΕ ΑΕ οδηγών της αμαξοστοιχίας. Ειδικότερα αυτοί κινούμενοι πριν τη σύγκρουση με ταχύτητα 119,425 χιλ/τρων την ώρα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ…./31-10-2005 έγγραφο του Τμήματος Μ.Θ. της Διεύθυνσης Μηχανοστασίων της ενάγουσας, η οποία ήταν μεν εντός, των επιτρεπομένων ορίων για το συγκεκριμένο σημείο, αφού η ανώτατη επιτρεπομένη ταχύτητα ανερχόταν σε 120 χιλ/τρα την ώρα, την οποία όμως δεν μείωσαν έγκαιρα, όπως όφειλαν, όταν αντιλήφθηκαν, από απόσταση 500 περίπου μέτρων, που απέκτησαν ορατότητα, το φορτηγό του θανόντος οδηγού να πλησιάζει τη διάβαση (όπως κατατέθηκε από τον εξετασθέντα ως μάρτυρα Α. Τ. που εκτελούσε χρέη δεύτερου μηχανοδηγού), πιστεύοντας ότι δεν θα επιχειρήσει να διέλθει από αυτή, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν τυχόν είσοδο του οδηγού στη διάβαση και να προβούν αμέσως σε τροχοπέδηση, έτσι ώστε, στην περίπτωση αυτή να είναι σε θέση να διακόψουν την πορεία της αμαξοστοιχίας, προ ενός τέτοιου εμποδίου, η οποία με την ταχύτητα των 120 χιλ/τρων την ώρα απαιτείται να διανύσει 250 μέτρα περίπου για να ακινητοποιηθεί (βλ. κατάθεση του αμέσως ανωτέρω μάρτυρα μηχανοδηγού). Οι εν λόγω προστηθέντες προέβησαν σε τροχοπέδηση μόνο όταν αντιλήφθηκαν ότι ο οδηγός του φορτηγού εισέρχεται στη διάβαση (από απόσταση 100 περίπου μέτρων πριν από αυτή), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η έγκαιρη ακινητοποίηση του συρμού. Το ποσοστό πταίσματος πρέπει να καθοριστεί σε 70% για το θάνατο και 30% για τα όργανα και προστηθέντες οδηγούς της ενάγουσας ΟΣΕ ΑΕ, κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος των ανωτέρω, που προέβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως οι παριστάμενοι εναγόμενοι. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος των ζημιών που προκλήθηκαν είναι ο θανών Χ. Ζ. και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανωτέρω νόμιμη ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος των οργάνων και των προστηθέντων της ενάγουσας ΟΣΕ ΑΕ, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, σχετικά με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι, της πρώτης έφεσης που άσκησε η Κ. Ζ. και της δεύτερης έφεσης που άσκησε το Επικουρικό Κεφάλαιο". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα "ΟΣΕ ΑΕ", την οποία δια των αρμοδίων οργάνων και, προστηθέντων της έκρινε συνυπαίτια (το Εφετείο), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, 3 του από 30-10-1911 ΒΔ/τος 10 παρ.5 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη συγκλίνουσα, υπαιτιότητα των οργάνων της "ΟΣΕ ΑΕ" και του θανόντος οδηγού συζύγου της δεύτερης αναιρεσίβλητης η οποία (υπαιτιότητα) κάθε μία χωριστά, και αυτοτελώς συνετέλεσε αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας "ΟΣΕ ΑΕ" και δικαιολογούν την παραδοχή της προβληθείσας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφερθείσας στο Εφετείο με τις χωριστές εφέσεις τους ένσταση συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας ΟΣΕ ενεργούσας δια των οργάνων της. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ 3 του από 30-10-1911 Β.Δ/τος 10 παρ.5 του ΚΟΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση συνυπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της αναιρεσείουσας, που οδήγησε κατ' αιτιώδη συνάφεια στο ένδικο ατύχημα, συνδεόμενη: α) με το ότι βράδυναν υπαίτια στο να προβούν σε επισκευή και αποκατάσταση της βλάβης στο αυτόματο σύστημα της ένδικης διάβασης και β) ο οδηγός και ο συνοδηγός της αμαξοστοιχίας παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκαν από απόσταση 500 μ. τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου να επιχειρεί να διασχίζει τη διάβαση δεν μείωσαν την ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων της αμαξοστοιχίας που ήταν μεν κανονική, αλλά δεν επέτρεπε στη συνέχεια την έγκαιρη στάθμιση της αμαξοστοιχίας, για την αποφυγή της σύγκρουσης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση: α) με το ότι στην ένδικη σύγκρουση συνετέλεσε αποκλειστικά η προαναφερθείσα υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, β) ότι οι μηχανοδηγοί της αναιρεσείουσας δεν είχαν υποχρέωση να διακόψουν την ταχύτητα της αμαξοστοιχίας των 120 χιλιομέτρων που ήταν η επιτρεπόμενη και γ) με το ότι εάν ο οδηγός του φορτηγού είχε έγκαιρα σταθμεύσει πριν από τη διάβαση δεν θα συνέβαινε η ένδικη σύγκρουση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι η διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα, κατά την προαναφερθείσα έννοια των προστηθέντων της αναιρεσείουσας ΟΣΕ συνετέλεσε αιτιωδώς στην ένδικη σύγκρουση ανεξάρτητα από τη μεγαλύτερη συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 70% του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-5-2010 αίτηση της Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της με αριθ. 884/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ