Αριθμός 673/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Η. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" νομίμως εκπροσωπούμενο το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου της Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (GENERAL UNION) ΑΕΓΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, της οποίας η άδεια έχει ανακληθεί, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4186/2006 και 2932/2007 μη οριστικές και 3328/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1321/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 25-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τριών πρώτων λόγων της από 27-11-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της 1321/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που 1) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-9-2009 έφεση του αναιρεσείοντος ως προς τον πρώτο των εφεσίβλητων Η. Ζ. κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερα και 2) κατά παραδοχή της από 18-12-2009 έφεσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου εξαφάνισε την υπ' αριθ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την από 6-6-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο της από τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ που είχε επιδικασθεί με την υπ' αριθ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την υπ' αριθμ. 11390Β/27-12-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Η. Ζ., ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποί η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί κηρύξεως απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ. ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση εξασφάλισης της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ. άρθρο 110§2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως της συζητήσεως κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματος του για την διάγνωση της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 12/2000). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη 513§2 ΚΠολΔ: "Εάν προσβληθεί με έφεση ο οριστική απόφαση, θεωρείται ότι μαζί έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις, που είχαν προηγουμένως εκδοθεί και εάν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους". Από την ανωτέρω διάταξη, συνάγεται με σαφήνεια, ότι με την άσκηση εφέσεως, για την εξαφάνιση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, θεωρούνται ως συνεκκληθείσες και όλες οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις, ακόμη και εάν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς και κατ' αυτών. Εάν, όμως, η προεκδοθείσα απόφαση περιέχει οριστική διάταξη (π.χ. επιδικάζει αυτοτελώς κονδύλιο) δεν θεωρείται ως συνεκκληθείσα και η προεκδοθείσα εν μέρει οριστική απόφαση, εκτός εάν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης και προβάλλονται λόγοι εφέσεως, που αφορούν τις οριστικές διατάξεις αυτής και αιτείται την εξαφάνισή της (ΑΠ 1823/2008, 358/2011). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294§1, 295§1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και επί των ενδίκων μέσων, συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, μπορεί να γίνει από τον ενάγοντα με δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν ο τελευταίος εισέλθει στη συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως. Η παραίτηση αυτή από το δικόγραφο της αγωγής έχει σαν αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται σαν να μην ασκήθηκε. Η δήλωση όμως του παρισταμένου στο ακροατήριο ενάγοντος κατά τη συζήτηση της αγωγής του κατά την οποία η υπό κρίση αγωγή (ή και η έφεση ή αναίρεση) "δεν εισάγεται" ως προς κάποιο από τους εναγομένους, δεν ισοδυναμεί προς παραίτηση, αλλά η έννοιά της είναι ότι δεν φέρεται προς συζήτηση η αγωγή και έτσι δεν αποκλείεται η προς τούτο επανεισαγωγή της σε νέα δικάσιμο. Σε περίπτωση τέτοιας δηλώσεως, δεν ερευνάται από το Δικαστήριο αν η αγωγή είναι βάσιμη ως προς εκείνον που αφορά η δήλωση, εάν δε ο τελευταίος είναι απών η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν μεματαιωμένη. (ΑΠ 610/2011, 148/2011, 1080/2009). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ.α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση για την οποία επιδικάστηκε κάτι που δεν ζητήθηκε νοείται η αίτηση δικονομικής προστασίας που συνδέεται με τις από το άρθρ. 106 του Κ.Πολ.Δ. καθιερούμενες αρχές της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης. Στο πλαίσιο όμως της διάταξης του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. το Δικαστήριο προβαίνει αυτεπάγγελτα στο χαρακτηρισμό των εννόμων σχέσεων με βάση τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους πραγματικά γεγονότα, χωρίς να δεσμεύεται από τις νομικές απόψεις τους. Αν καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που εκείνοι δέχονται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα ή αιτήσεις που δεν προτάθηκαν, αλλά απλώς εκείνα που είναι νόμιμα από εκείνα που έχουν προταθεί από τους διαδίκους, τα υπάγει στον κατάλληλο κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα κατά την έρευνα της βασιμότητας των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης: Ο ήδη αναιρεσείων Ν. Α. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-6-2005 (αρ. εκθ. καταθ. 7062/31-8-2005) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση και σε προγενέστερο χρόνο η υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία (αγωγή) στρέφεται κατά των εναγομένων Η. Ζ. πρώτου αναιρεσίβλητου και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION AE" της οποίας η άδεια στη συνέχεια ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο και στην οποία εξέθετε ότι συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 2-12-1997 και οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό κάτω άκρο του. Ότι κατά των ίδιων εναγομένων είχε ασκήσει και την από 5-5-1998 προγενέστερη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1520/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος και του επιδίκασε το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό. Ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, μετά την κατάθεση στην επιληφθείσα προανακριτική αρχή της βεβαίωσης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, λογίζεται ότι αναδέχθηκε σωρευτικώς το χρέος του ως άνω υπαιτίου οδηγού και αντισυμβαλλομένου της. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, προς αποζημίωση του και ως επιπλέον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 4186/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε ερήμην του πρώτου εναγόμενου Η. Ζ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 20-3-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 455/2005 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 3842/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 20-6-2001 έφεσης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1520/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1822/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3842/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, ο ενάγων επανέφερε με κλήση του προς συζήτηση την από 6-6-2005 αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2392/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε ερήμην του πρώτου εναγόμενου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ως άνω από 20-6-2001 έφεσης. Με την από 29-5-2007 κλήση του ο ενάγων, και αφού είχε ήδη εκδοθεί από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 8164/2007 απόφαση, επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2362/2008 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ότι η αγωγή δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τον πρώτο εναγόμενο, "καθόσον ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος με δήλωσή του ενώπιον του ακροατηρίου, που είχε καταχωρηθεί στα υπ' αριθμ. 2362/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν εισήγαγε προς συζήτηση την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο", δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και αναγνώρισε ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70.000 ευρώ προς αποζημίωσή του κατ' άρθρο 931 ΑΚ και ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της αγωγής ως προς το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων εσόδων, μέχρι να προσκομιστεί βεβαίωση από τον ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος (ΙΚΑ) περί του ύψους του ποσού που έχει λάβει από αυτό ως επιδότηση συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα. Με την ίδια εκείνη υπ' αριθμ. 2362/2008 πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε το αγωγικό κονδύλιο του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και τα αιτούμενα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας μέχρι το 2014 και τα διαφυγόντα εισοδήματα από το 2015 έως 2023. Με την από 6-6-2008 κλήση του ο ενάγων επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4255/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε εκ νέου τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να προσκομιστεί η αναφερόμενη σ' αυτή βεβαίωση από τον ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος (ΙΚΑ). Ο ενάγων με την από 16-10-2008 κλήση του, την οποία απηύθυνε και κατά του πρώτου εναγόμενου, επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ότι με την εν λόγω κλήση απαράδεκτα εισάγεται προς συζήτηση η αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον με την προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 2362/2008 απόφαση είχε κριθεί ότι δεν εισάγεται προς συζήτηση η αγωγή ως προς τον εναγόμενο αυτό, προφανώς προλαμβάνοντας ότι η αντίστοιχη δήλωση του τότε ενάγοντος και τώρα αναιρεσείοντος ενείχε παραίτησή του από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο, απέρριψε με οριστική διάταξη την κλήση ως προς αυτόν, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά. Κατά της υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων άσκησε την από 5-9-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8561/15-9-2009) έφεσή του, την οποία έστρεψε κατά του πρώτου εναγόμενου Η. Ζ. και της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "GENERAL UNION AE". Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εφεσίβλητου Η. Ζ. ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η αγωγή δεν είχε εισαχθεί προς συζήτηση ως προς αυτόν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2362/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπονοώντας προφανώς και η απόφαση αυτή όπως και η εκκληθείσα υπ' αριθ. 3328/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι η αγωγή δεν είχε εισαχθεί προς συζήτηση ως προς τον πρώτο εναγόμενο, και έτσι αυτός δεν κατέστη διάδικος στην πρωτόδικη δίκη, ενείχε δε η κρίση αυτού του Εφετείου όπως και η προηγηθείσα κρίση της υπ' αριθ. 3328/2009 πρωτόδικης απόφασης, οριστική αδυναμία στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για τη διάγνωση της διαφοράς ως προς τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων δικονομικού δικαίου δέχθηκε ότι η δήλωση του αναιρεσείοντος για τη μη εισαγωγή προς συζήτηση της αγωγής του κατά τη δικάσιμο της 26-3-2008, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2362/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισοδυναμούσε με δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, στη συνέχεια δε οδηγήθηκε κατ' ανάγκην εσφαλμένα επίσης στη κρίση ότι: ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει καταστεί διάδικος στη πρωτόδικη δίκη και απέρριψε ως προς αυτόν ως απαράδεκτη την ένδικη έφεση. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται συναφώς ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28-12-2009 έφεσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου προκύπτει ότι αυτή και ως προς τους τρεις λόγους της απευθύνεται κατά της υπ' αριθ. 3328/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και ως προς τα κεφάλαιά της με τα οποία: 1) απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής του τότε εκκαλούντος και τώρα αναιρεσείοντος, 2) έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τα ποσά των 94.967,14 € εφάπαξ γι' αποθετική ζημία διαφοράς αποδοχής λόγω του τραυματισμού του από 1-5-1999 έως 31-12-2008 και 3) επιβλήθηκε στο εκκαλούν η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος του πρώτου βαθμού 3.200 ευρώ, τελικά δε με το διατακτικό της ίδιας έφεσης εζητείτο η ανάκληση, άλλως η μεταρρύθμιση της υπ' αριθ. 3328/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην έφεση αυτή δεν περιλαμβάνονται οποιοδήποτε αυτοτελές αίτημα κατά της προεκδοθείσας υπ' αριθ. 2362/2008 οριστικής εν μέρει απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε υπέρ του τότε ενάγοντος αναγνωριστικά το ποσό των 70.100 € ως πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθ. 931 ΑΚ. Ενόψει δε του ότι το κεφάλαιο αυτό της αποφάσεως εκείνης είχε δικονομική αυτοτέλεια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 513§2 ΚΠολΔ, η οριστική αυτή διάταξη της υπ' αριθ. 2362/2008 αποφάσεως δεν θεωρείται ως συνεκκληθείσα με την οριστική απόφαση επί της αγωγής με αριθ. 3328/2009 κατά της οποίας ασκήθηκε η έφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου. Εξάλλου, κατά της υπ' αριθ. 3328/2009 οριστικής απόφασης, αλλά και κατά της υπ' αριθ. 2362/2008 προγενέστερης απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων-ενάγων άσκησε την από 5-9-2009 έφεσή του, κατά τη συζήτηση δε της έφεσης αυτής και της έφεσης του δευτέρου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του άσκησε αντέφεση καθόσον αφορά την παραδοχή εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του αγωγικού κεφαλαίου από το άρθρο 931 ΑΚ με την υπ' αριθ. 2362/2008 απόφαση. Κατά τη συνεκδίκαση των δύο αντίθετων εφέσεων και της αντεφέσεως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 3328/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και την θεωρουμένη (κατά το Εφετείο) ως συνεκκληθείσα με την από 28-12-2009 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου υπ' αριθ. 2362/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το οριστικό κεφάλαιο της επιδικάσεως αποζημιώσεως από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, και απέρριψε την συνεκδικασθείσα έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος και την αντέφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, απορρίπτοντας τελικά λόγω παραγραφής την αγωγή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 513§2 ΚΠολΔ θεώρησε ως συμπροσβληθείσα με την από 28-12-2009 έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου και την υπ' αριθ. 2362/2008 προηγηθείσα εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οδηγήθηκε δε τελικά σε εξαφάνιση της απόφασης αυτής κατά παραδοχή αποκλειστικά της έφεσης του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου με την έννοια της συνεκκληθείσας - προεκδοθείσας, καίτοι κατά τα προαναφερθέντα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 513 ΚΠολΔ, χωρίς παράλληλα να γίνει δεκτή η αντέφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση (κατ' ορθή εκτίμηση) πλημμελειών από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, ακολούθως δε, παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση και καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα. (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 1321/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ