Αριθμός 1385/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούρλα, για αναίρεση της υπ' αριθ 9843/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία ¨ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΠΕ¨ που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίας Κούτη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/13 Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων , που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή να καθορίζει το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά, που το συνιστούν και τα, κατά το νόμο, συστατικά στοιχεία του. Τα στοιχεία πρέπει και αρκεί να είναι τόσα, ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που του αποδίδεται, για να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι τα στοιχεία που συγκροτούν την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη πρέπει να αποδίδονται στην ελληνική γλώσσα. Κατά την παρ. 4 του ιδίου άρθρου η τήρηση των διατάξεων της παρ. 1 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας. Η έλλειψη των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία, αν δεν προταθεί από τον κατηγορούμενο, καλύπτεται (άρθρα 173 παρ. 1, 174 ΚΠοινΔ), ενώ, αν προταθεί και απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, απόλυτη ακυρότητα, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Στην προκειμένη περίπτωση προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αυτοτελής ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος επειδή α) αναγράφονται σε αυτό ξενόγλωσσες λέξεις που το καθιστούν ακατάληπτο σε αυτόν και β) δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία και δη η επ' αυτών ημερομηνία και ο αριθμός που έλαβαν. Μετά την απόρριψή του αυτοτελούς ισχυρισμού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως, όπως τούτο προκύπτει από την, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτή επισκόπηση της πρωτοβαθμίου αποφάσεως και της εκθέσεως εφέσεως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο τον απέρριψε με την αναιρεσιβαλλομένη. Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι αποδόθηκε με αυτό στον αναιρεσείοντα ότι ενώ εργαζόταν για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ" ως μηχανολόγος - μηχανικός, που είχε αναλάβει τον έλεγχο και την εποπτεία των πάσης φύσεως κατασκευών και συντηρήσεων που διενεργούντο από τη μηνύτρια εταιρεία και αφορούσαν στην κατασκευή και συντήρηση συσκευών και μηχανισμών σωστικών μέσων, την κατάρτιση και υπογραφή, υπό την ιδιότητα του τεχνικώς υπευθύνου της εταιρείας, των πιστοποιητικών τελικής εργοστασιακής δοκιμής καθώς και των πιστοποιητικών συντηρήσεως των κατωτέρω συσκευών και μηχανισμών και ότι στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών προέβη στη διενέργεια όλων των απαραιτήτων ελέγχων των προδιαγραφών και των υλικών κατασκευής των κάτωθι επωτίδων με τα ακόλουθα τεχνικά χαρακτηριστικά, που κατασκευάστηκαν από τη μηνύτρια εταιρία για λογαριασμό των εταιρειών NOSAFE AS και WATERCRAFT HELLAS: 1) DAVID No 1436, DAVID type HD-30, P.O.NR 3370,YARD DSME YARD No 1163, 2) DAVID No 1440, DAVID type HD-18, P.O.NR 3223.YARD Shangai Edward YARD No 136, 3) DAVID No 1504, DAVID type NDA-25B, P.O.NR 1504.YARD Merwede (1526).YARD No 709, 4) DAVID No 1519, DAVID type HD-30, P.O.NR 3465.YARD Sestao .YARD No 331, 5) DAVID No 1520, DAVID type NDA-25B , P.O.NR 3465.YARD Sestao ,YARD No 331, 6) DAVID No 1503, DAVID type NDA-25B , P.O.NR 3566.YARD Transocen, υπεξήγαγε τα κατωτέρω έγγραφα. Προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την σχετική ακυρότητα που επήλθε διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε άκυρο το κλητήριο θέσπισμα που περιείχε τις αμέσως ανωτέρω λέξεις, που δεν είναι ελληνικές, των οποίων αγνοεί την έννοια. Όμως η ξενική αυτή ορολογία δεν αφορά στον ακριβή καθορισμό της αξιοποίνου πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφου, δηλαδή στα στοιχεία που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 222 ΠΚ, διηγηματικά δε και άνευ ανάγκης αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα οι παραπάνω λέξεις ως, αμετάφραστοι τεχνικοί όροι προσδιοριστικοί των επωτίδων, των οποίων, κατά το κατηγορητήριο, ο αναιρεσείων, υπό την ιδιότητα του τεχνικώς υπευθύνου της εταιρείας, ανέλαβε την κατάρτιση και υπογραφή των πιστοποιητικών τελικής εργοστασιακής δοκιμής καθώς και των πιστοποιητικών συντηρήσεως των ανωτέρω συσκευών και μηχανισμών που βεβαίωσαν ότι αυτές είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς για την ασφάλεια και τη ναυσιπλοΐα. Περαιτέρω κατά τις, αναιρετικώς ανέλεγκτες, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης οι ανωτέρω ξενικοί όροι αποδίδουν, μη δεκτικούς μεταφράσεως, τεχνικούς όρους των ενδίκων επωτίδων, που είναι προσδιορίσιμοι με την ξενική ορολογία. Εξ άλλου, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) ορίζεται στην παρ. 3 ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως πληροφορηθή εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας", το κείμενο όμως του πληττομένου κλητηρίου θεσπίσματος, περιέχον πλεοναστικώς σε ξένη γλώσσα (μη Ελληνική) τα τεχνικά χαρακτηριστικά των επωτίδων δεν θεμελιώνει ακυρότητα, αφού δεν αφορά στον ακριβή καθορισμό της αξιοποίνου πράξεως της υπεξαγωγής εγγράφου, δηλαδή στα στοιχεία που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Συνεπώς η περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Α' του ΚΠοινΔ πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω στο άνω κλητήριο θέσπισμα επαρκώς προσδιορίσθηκε η ταυτότητα των εγγράφων που κατηγορήθηκε ο αναιρεσείων ότι αφαίρεσε από την εταιρία "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ" και ειδικότερα ότι αυτά είναι τα πιστοποιητικά τελικής εργοστασιακής δοκιμής και τα πιστοποιητικά συντηρήσεως των ως άνω επωτίδων και μηχανισμών με τα τεχνικά χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν, οι οποίες κατασκευάστηκαν από τη μηνύτρια εταιρεία για λογαριασμό των αναφερομένων εταιρειών και τα οποία ο αναιρεσείων συνέταξε και υπέγραψε. Η ημερομηνία συντάξεως και εκδόσεως και ο τυχόν αριθμός, που έλαβαν τα παραπάνω έγγραφα, δεν είναι δυνατόν να ορισθεί, αφού ο εγγύτερος προσδιορισμός τους είναι αδύνατος, λόγω της αφαιρέσεώς τους από τον εκδότη τούτων, αναιρεσείοντα. Συνεπώς και η εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου, ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων που ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία και δη η επ' αυτών ημερομηνία και ο αριθμός που έλαβαν, είναι αβάσιμη. Κατά το άρθρο 66 παρ. 1 ΚΠοινΔ η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση κατά την πολιτική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 63, 64, 65 και 68 του ΚΠοινΔ, καθώς και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο δικαιούχος από αδικοπραξία χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης άσκησε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου αγωγή, με την οποία ζήτησε να του επιδικασθεί το μεγαλύτερο μέρος της απαιτήσεως του αυτής, και επιφυλάχθηκε να εισαγάγει και ένα μέρος της στο ποινικό δικαστήριο, είναι παραδεκτή η παράσταση του δικαιούχου ενώπιόν του, ως πολιτικώς ενάγοντος για το μέρος της απαιτήσεώς του, το οποίο δεν έχει εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο, έστω και αν, μετά τη δήλωση για παράσταση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο, εκδόθηκε οριστική απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία αυτό, κρίνοντας για το μέρος που είχε εισαχθεί ενώπιόν του, επιδίκασε είτε ολόκληρο το ποσό που ζητήθηκε, είτε μικρότερο από αυτό, ή απέρριψε την αγωγή, αφού το μέρος της απαιτήσεως για το οποίο επιφυλάχθηκε ο δικαιούχος δεν εισήχθη προς συζήτηση στο πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εκδοθεί απόφαση γι' αυτό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά τον νόμον παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος (δηλαδή η ενεργητική του νομιμοποίηση) κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως προκύπτει από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου "υπέβαλε ένσταση αποβολής πολιτικής αγωγής, καθόσον η εταιρία έχει ικανοποιηθεί με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και δεν έχει προσδιορισθεί η ακριβής ζημία της βλαφθείσας εταιρίας". Η ως άνω προβληθείσα αίτηση αποβολής, έχουσα μόνον το άνω περιεχόμενο, όχι δε το στην αίτηση αναιρέσεως αναπτυσσόμενο, ήταν ασαφής και αόριστη διότι δεν εξειδίκευσε το περιεχόμενο της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δη αν αυτό αφορούσε και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτήν. Συνεπώς νομίμως επετράπη στην μηνύτρια εταιρεία να παραστεί με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας και της επιδικάσθηκε το ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και η, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, πρώτη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου, ότι εσφαλμένως το δικαστήριο επέτρεψε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα η εταιρία "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ" είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας με παρεμπίπτουσα απόφαση του επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αποβολή της πολιτικής αγωγής και απεφάνθη επ' αυτής σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Κατά τα προεκτεθέντα, αφού δεν προεβλήθη ως λόγος αποβολής απόλυτη ακυρότητα από παρά τον νόμον παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, το δικαστήριο με το να επιφυλαχθεί επί του άνω αορίστου αιτήματος αποβολής και να αποφασίσει μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, συννόμως ενήργησε και δεν παρεβίασε δικαιώματα του κατηγορουμένου, και η, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, δεύτερη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμη. Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον. Η υποχρέωση προς παράδοση ή επίδειξη μπορεί να πηγάζει και εκ συμβάσεως, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού, που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, αφού η υπεξαγωγή είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή, είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή και απλώς ηθική. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος επί πλέον σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη 9843/13 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, υπεξαγωγής εγγράφου και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα έξι (16) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα: "... αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος στον .., κατά το μήνα Ιούλιο του 2006, με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και που κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, άλλος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παράδοση τους. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο αφαίρεσε από τα γραφεία της μηνύτριας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ", τους πλήρεις φακέλους μετά των σχετικών πιστοποιητικών που αφορούσαν στην κατασκευή εκ μέρους της μηνύτριας εταιρείας επωτίδων πλοίων (ήτοι μηχανισμών επί των οποίων στηρίζονται οι σωσίβιοι λέμβοι) και είχαν σχηματιστεί για λογαριασμό των εταιρειών NOSAFE AS και WATER-CRAFT HELLAS. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας ως μηχανολόγος - μηχανικός, είχε αναλάβει αφενός τον έλεγχο και την εποπτεία των πάσης φύσεως κατασκευών και συντηρήσεων που διενεργούνταν από τη μηνύτρια εταιρεία και αφορούσαν στην κατασκευή και συντήρηση συσκευών και μηχανισμών σωστικών μέσων, αφετέρου την κατάρτιση και υπογραφή, υπό την ιδιότητα του τεχνικώς υπευθύνου της εταιρείας, των πιστοποιητικών τελικής εργοστασιακής δοκιμής καθώς και των πιστοποιητικών συντηρήσεως των ανωτέρω συσκευών και μηχανισμών. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών προέβη στη διενέργεια όλων των απαραιτήτων ελέγχων των προδιαγραφών και των υλικών κατασκευής των κάτωθι επωτίδων με τα ακόλουθα τεχνικά χαρακτηριστικά, που κατασκευάστηκαν από τη μηνύτρια για λογαριασμό των προαναφερομένων εταιρειών: 1) DAVID No 1436, DAVID type HD-30, P.O.NR 3370,YARD DSME,YARD No 1163, 2) DAVID No 1440, DAVID type HD-18, P.O.NR 3223,YARD Shangai Edward .YARD No 136, 3) DAVID No 1504, DAVID type NDA-25B, P.O.NR 1504,YARD Merwede (1526) .YARD No 709, 4) DAVID No 1519, DAVID type HD-30, P.O.NR 3465,YARD Sestao YARD No 331, 5) DAVID No 1520, DAVID type NDA-25B , P.O.NR 3465,YARD Sestao .YARD No 331, 6) DAVID No 1503, DAVID type NDA-25B, P.O.NR 3566.YARD Transocen. Προς πιστοποίηση των ελέγχων που διενήργησε στις ανωτέρω κατασκευές συνέταξε και υπέγραψε τα σχετικά πιστοποιητικά τελικής εργοστασιακής δοκιμής από κοινού με τον ορισθέντα νηογνώμονα. Χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά, που πιστοποιούν ότι οι ως άνω επωτίδες έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς για την ασφάλεια και τη ναυσιπλοΐα, οι εν λόγω μηχανισμοί καθίστανται άχρηστοι και μη εμπορεύσιμοι. Κατά συνέπεια αφαιρώντας ο κατηγορούμενος από την κατοχή της μηνύτριας εταιρείας τους φακέλους με τα πιστοποιητικά των ανωτέρω μηχανισμών κατέστησε αυτούς άχρηστους για την κατασκευάστρια εταιρεία προκαλώντας της ζημία που ανήλθε στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ. ... Ειδικότερα η εγκαλούσα εταιρεία στα ως άνω έγγραφα είχε δικαίωμα ως εργοδότης του ... κατηγορουμένου άλλωστε γιαυτό εργαζόταν σε αυτή για τους ελέγχους και τα σχετικά πιστοποιητικά ο εκκαλών - κατηγορούμενος, απέκρυψε ο τελευταίος τα έγγραφα αυτά και ενήργησε προς βλάβη της, που θα συνίστατο στην παραβίαση συμβατικών της υποχρεώσεων". Με βάση το σκεπτικό αυτό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα με το ακόλουθο διατακτικό: "Στον Πειραιά, κατά το μήνα Ιούλιο του 2006, με σκοπό να βλάψει άλλο απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και που κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, άλλος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παράδοση τους. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο αφαίρεσε από τα γραφεία της μηνύτριας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ", τους πλήρεις φακέλους μετά των σχετικών πιστοποιητικών που αφορούσαν στην κατασκευή εκ μέρους της μηνύτριας εταιρείας επωτίδων πλοίων (ήτοι μηχανισμών επί των οποίων στηρίζονται οι σωσίβιοι λέμβοι) και είχαν σχηματιστεί για λογαριασμό των εταιρειών NOSAFE AS και WATERCRAFT HELLAS. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ,ο οποίος εργαζόταν για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας ως μηχανολόγος - μηχανικός, είχε αναλάβει αφενός τον έλεγχο και την εποπτεία των πάσης φύσεως κατασκευών και συντηρήσεων που διενεργούνταν από τη μηνύτρια εταιρεία και αφορούσαν στην κατασκευή και συντήρηση συσκευών και μηχανισμών σωστικών μέσων, αφετέρου την κατάρτιση και υπογραφή, υπό την ιδιότητα του τεχνικώς υπευθύνου της εταιρείας των πιστοποιητικών τελικής εργοστασιακής δοκιμής καθώς και των πιστοποιητικών συντηρήσεως των ανωτέρω συσκευών και μηχανισμών. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών προέβη στη διενέργεια όλων των απαραιτήτων ελέγχων των προδιαγραφών και των υλικών κατασκευής των κάτωθι επωτίδων με τα ακόλουθα τεχνικά χαρακτηριστικά που κατασκευάστηκαν από τη μηνύτρια για λογαριασμό των προαναφερομένων εταιρειών: 1) DAVID No 1436, DAVID type HD-30, P.O.NR 3370,YARD DSME, YARD No 1163. 2) DAVID No 1440,-DAVID type HD-T8-P.O.NR -3223-, YARD Shangai Edward .YARD No 136, 3) DAVID No 1504, DAVID type NDA-25B, P.O.NR 1504,YARD Merwede (1526) ,YARD No 709, 4) DAVID No 1519, DAVID type HD-30, P.O.NR 3465,YARD Sestao .YARD No 331. 5) DAVID No 1520, .DAVID type NDA-25B , P.O.NR 3465,YARD Sestao, YARD No 331, 6) DAVID No 1503, DAVID type NDA 25B, P.O.NR 3566, YARD Transoken. Προς πιστοποίηση των ελέγχων που διενήργησε στις ανωτέρω κατασκευές συνέταξε και υπέγραψε τα σχετικά πιστοποιητικά τελικής εργοστασιακής δοκιμής από κοινού με τον ορισθέντα νηογνώμονα. Χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά, που πιστοποιούν ότι οι ως άνω επωτίδες έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς για την ασφάλεια και τη ναυσιπλοΐα, οι εν λόγω μηχανισμοί καθίστανται άχρηστοι και μη εμπορεύσιμοι. Κατά συνέπεια αφαιρώντας ο κατηγορούμενος από την κατοχή της μηνύτριας εταιρείας τους φακέλους με τα πιστοποιητικά των ανωτέρω μηχανισμών κατέστησε αυτούς άχρηστους για την κατασκευάστρια εταιρεία προκαλώντας της ζημία που ανήλθε στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 222 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή παραδοχές και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως: α) αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ" ως μηχανολόγος - μηχανικός και είχε αναλάβει τον έλεγχο και την εποπτεία των πάσης φύσεως κατασκευών και συντηρήσεων που διενεργούνταν από τη μηνύτρια εταιρεία και αφορούσαν στην κατασκευή και συντήρηση συσκευών και μηχανισμών σωστικών μέσων και ειδικότερα των επωτίδων πλοίων (ήτοι μηχανισμών επί των οποίων στηρίζονται οι σωσίβιοι λέμβοι) που είχαν κατασκευασθεί για λογαριασμό των εταιρειών NOSAFE AS και WATERCRAFT HELLAS με τα τεχνικά χαρακτηριστικά που ειδικότερα αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων, μετά την εκτέλεση των εργασιών αυτών, για λογαριασμό της εταιρίας "ΒΙΚΙΝΓΚ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ Εμπορική- Βιοτεχνική -Κατασκευαστική Εταιρεία Εξαρτημάτων Πλοίων ΕΠΕ" προέβη στην κατάρτιση και υπογραφή, υπό την ιδιότητα του τεχνικώς υπευθύνου της, από κοινού με τον ορισθέντα νηογνώμονα, των πιστοποιητικών τελικής εργοστασιακής δοκιμής καθώς και των πιστοποιητικών συντηρήσεως των ανωτέρω συσκευών και μηχανισμών, με τα οποία πιστοποιείται ότι οι ως άνω επωτίδες έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς για την ασφάλεια και τη ναυσιπλοΐα και χωρίς τα οποία οι εν λόγω μηχανισμοί καθίστανται μη εμπορεύσιμοι και άχρηστοι. Τα πιστοποιητικά αυτά είχαν συνταχθεί για το συμφέρον της ως άνω εταιρίας και γι' αυτό ο αναιρεσείων είχε έναντι αυτής συμβατική υποχρέωση να τα παραδώσει σ' αυτήν. β) Αιτιολογείται ιδιαίτερα ο δόλος και δη ότι αυτός ενήργησε προς βλάβην της μηνύτριας εταιρείας, που θα συνίστατο στην παράβαση συμβατικών της υποχρεώσεων και στην εντεύθεν πρόκληση ζημίας εις βάρος της ποσού εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) Η παραδοχή της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων αφήρεσε από την κατοχή της πολιτικώς ενάγουσας τους φακέλους με τα επίμαχα πιστοποιητικά δεν καθιστά ασαφή ή αντιφατική την αιτιολογία, ούτε στερεί την αιτιολογία νομίμου βάσεως διότι δεν αποκλείει, εννοιολογικώς, την υπεξαγωγή των περιεχομένων σε αυτούς εγγράφων, επειδή η υπεξαγωγή του αποδεικτικού εγγράφου διαφέρει της κλοπής τούτου κατά το ότι επί υπεξαγωγής ο δόλος του δράστου συνίσταται όχι στη βούληση ιδιοποιήσεως, αλλά βλάβης της παθούσης δια της στερήσεώς του ως αποδεικτικού μέσου, παραδοχή η οποία παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη. β) Η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε ως εργοδότης του αναιρεσείοντος δικαίωμα να κατέχει τα πιστοποιητικά έγγραφα, διότι ήταν εργοδότης του αναιρεσείοντος ο οποίος τα συνυπέγραφε στα πλαίσια της συμβατικής σχέσεως μεταξύ αυτού και της εργοδότιδός του, που είχε ως αντικείμενο τους για λογαριασμό της τελευταίας ελέγχους των επωτίδων, χωρίς να μνημονεύει αν τα έγγραφα ανήκαν κατά κυριότητα στην πολιτικώς ενάγουσα, δεν καθιστά ασαφή ή αντιφατική την αιτιολογία, διότι υπεξαγωγή διαπράττει και αυτός που δεν αποδίδει τα έγγραφα που συμβατικώς υποχρεούται να αποδώσει στον εργοδότη του, ακόμη και αν ο τελευταίος δεν είναι κύριος αυτών, αφού η υπεξαγωγή εγγράφων δεν είναι έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας αλλά περί τα υπομνήματα. γ) Η παράθεση του ύψους της επελθούσης ζημίας έγινε άνευ ανάγκης, αφού υπεξαγωγή εγγράφων δεν είναι έγκλημα ζημίας αλλά διακινδυνεύσεως, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης. Συνεπώς δεν απαιτείται αναφορά του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ υπεξαγωγής και της παρατεθείσης βλάβης των 60.000 ευρώ. Αιτιολογείται όμως πλήρως η σκοπηθείσα βλάβη της πολιτικώς εναγούσης από την στέρηση των εγγράφων, συνισταμένη στην παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της περί την παράδοση των πιστοποιητικών του ελέγχου των επωτίδων, τον οποίο αυτή είχε αναλάβει. Επομένως οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Οι ειδικότερες, όμως, στους δεύτερο και τρίτο λόγους αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίφαση των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως και οι αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, καθ' όσον η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-4-2013 υπ' αριθ. 3375/2-05-2013 αίτηση (δήλωση) του Ν. Σ. του Χ. για αναίρεση της 9843/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ