Αριθμός 1444/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούλη και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ρήγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21/12/2007 και 10/1/008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6026/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4192/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/2/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 153/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 26-2-2018 κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ύστερα από την υπ'αριθ.153/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ'εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 16-9-2019, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας μετέχουσας κατά την ως άνω δικάσιμο στη σύνθεση του Δικαστηρίου ως Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα, κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί δε να ασκήσει αναίρεση και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (Α.Π.744/2019, Α.Π.1663/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 26-2-2018 αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της 4192/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 ΚΠοΛΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τις από 21-12-2007 και 10-1-2008 αγωγές τους κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης κυπριακής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", αξιώνοντας, λόγω της αδικοπρακτικής της ευθύνης, αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης. Επί των άνω αγωγών εκδόθηκε η 6026/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε το σύνολο των αιτημάτων τους, ως αόριστα και μη νόμιμα, κατά τις αναφερόμενες σε αυτή διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες-ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 5-3-2014 έφεσή τους, στρεφόμενοι κατά της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης "Τράπεζας Πειραιώς", ως διαδόχου, εκ του νόμου, της εναγομένης "Ελληνικής Τράπεζας", ενώπιον δε του ίδιου Εφετείου η εναγομένη των άνω δύο αγωγών "Ελληνική Τράπεζα", άσκησε την από 18-11-2014 κύρια παρέμβαση, στρεφόμενη κατά των εκκαλούντων-εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων και της εφεσίβλητης Τράπεζας Πειραιώς. Επί των ανωτέρω εφέσεως και κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η προσβαλλομένη 4192/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτές απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενοι (και) κατά της κυρίως παρεμβαίνουσας "Ελληνική Τράπεζα"-πρώτη αναιρεσίβλητη, αιτούμενοι την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ως προς τη διάταξής της περί απορρίψεως της κύριας παρέμβασής της. Με το αίτημα αυτό η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για την άσκησή της, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες είναι νικήσαντες, κατά την εφετειακή δίκη, διάδικοι, καθόσον απορρίφθηκε η κατ'αυτών ασκηθείσα κυρία παρέμβαση της άνω αντιδίκου τους, και δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο άλλη συγκεκριμένη βλάβη που προκαλείται σ' αυτούς από την απόρριψη της κύριας παρέμβασης ως απαράδεκτης, ώστε να δικαιολογείται το έννοµο συμφέρον τους, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και είναι , συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Με το νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης, που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος. Περαιτέρω, τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ περ. (δ) του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, που συστήνεται για το σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρεπομένων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα, που εξασφαλίζουν την απαίτηση, τα προνόμια, που συνδέονται με τη φύση της απαίτησης, (πλην των συνδεομένων με το πρόσωπο του δανειστή) και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις (458 ΑΚ). Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο, που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει, για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007). Με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το πιστωτικό ίδρυμα, που αποκτά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του μεταβιβάζοντος, δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του τελευταίου, ως σύνολο, το οποίο (μεταβιβάζον) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις, που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων, που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Ενώ οι εκκρεμείς δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (Α.Π.561/2021, Α.Π. 2005/2014). Όμοια ρύθμιση προς αυτή του ανωτέρω άρθρου 63Δ Ν.3601/2007, περιέχει και το 17 (1), Κανονιστικό Διάταγμα της Βουλής της Δημοκρατίας της Κύπρου "Περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων" της 22-03-2013. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 Ν. 3458/2006: "Αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν για την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, με καταστατική έδρα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του που είναι εγκατεστημένα σε κράτη - μέλη υποδοχής, είναι οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3. Εφόσον αρχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους στην Ελλάδα, τα μέτρα εξυγίανσης, που λαμβάνουν οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές παράγουν τα αποτελέσματά τους και σε ολόκληρη την Κοινότητα, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, καθώς και έναντι τρίτων στα άλλα κράτη - μέλη, ακόμα και αν το ισχύον δίκαιο στα κράτη - μέλη υποδοχής δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται." (παρ. 1). Και, "Αντιστοίχως, όταν η εξυγίανση αφορά πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι οι αρχές του κράτους - μέλους αυτού. Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται." (παρ. 2). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 67/2015, Α.Π.902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (Α.Π.740/2020, Α.Π.1429/2018, Α.Π.1465/2018, Α.Π.371/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες και με τους τέσσερις λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορούν στην κρίση της προσβαλλομένης απόφασης για την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", υπό την επίκληση των αριθ.1, 19, 8, 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν, πράγματι, στην προσβαλλομένη απόφαση την από άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την έφεσή τους ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της ανωτέρω εφεσίβλητης τράπεζας, ενώ η τελευταία νομιμοποιείτο παθητικά, ως εκ του νόμου υπεισελθούσα στη έννομη σχέση της δίκης άλλως ως καθολική διάδοχος δι'απορροφήσεως της αρχικής εναγομένης και η έφεσή τους ήταν παραδεκτή. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Στις 26 Μαρτίου 2013, η Τράπεζα Πειραιώς υπέγραψε σύμβαση πώλησης και αγοράς με περιεχόμενο τη μεταβίβαση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα των υποκαταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου, της Cyprus Popular Bank και της Ελληνικής Τράπεζας, που αποφασίστηκε στα πλαίσια διαδικασίας εξυγίανσης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Η εν λόγω μεταβίβαση επικυρώθηκε με την υπ' αρ. ....03.2013 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος. Επίσης, έλαβε χώρα και η από 27.3.2013 επίσημη γραπτή ανακοίνωση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας ΛΙΜΙΤΕΔ προς το Γενικό Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Τα ανωτέρω μέτρα εξυγίανσης, που ελήφθησαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (δηλαδή από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της ΕΕ) αναγνωρίζονται αυτόματα και αυτοδίκαια από τις Ελληνικές αρχές, χωρίς να μεσολαβεί άλλη διαδικασία, όπως ορίζεται ρητώς στο άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 3458/2006. Ειδικότερα, δυνάμει της από 26.3.2013 σύμβασης μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και της εδρεύουσας στη Λευκωσία Ελληνικής Τράπεζας, καθώς και των σχετικών παραπάνω αποφάσεων, η Τράπεζα Πειραιώς κατέστη ειδικός διάδοχος των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του υποκαταστήματος της Ελληνικής, που η τελευταία διατηρούσε στην Ελλάδα, με εκχώρηση των δικαιωμάτων και αντίστοιχη αναδοχή των υποχρεώσεων, όπως αυτά (τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις) ρητά εξειδικεύονται στην ως άνω σύμβαση. Με την εν λόγω σύμβαση δεν έλαβε χώρα ειδική διαδοχή στο σύνολο των εννόμων σχέσεων του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο, άλλωστε, συνεχίζει και υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Εξάλλου και στο ίδιο το προοίμιο της σύμβασης καθορίσθηκε ότι και τα δύο μέρη επιθυμούν την μεταβίβαση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και καταθέσεων των Ελληνικών Εργασιών της Πωλήτριας με ισχύ από το Χρόνο Μεταβίβασης, σύμφωνα με τους όρους, που εκτίθενται στη σύμβαση. Έτσι, στη σύμβαση αυτή ορίζεται, σαφώς, ότι η μεταβίβαση αφορά αποκλειστικά και μόνον, στα συγκεκριμένα αναφερόμενα σε αυτή στοιχεία ενεργητικού (περιουσιακά στοιχεία) και ως προς το παθητικό των Ελληνικών υποκαταστημάτων των Κυπριακών Τραπεζών αποκλειστικά και μόνον, στις καταθέσεις. Ειδικότερα, τα στοιχεία του ενεργητικού, που μεταβιβάστηκαν με την παραπάνω σύμβαση, καθορίσθηκαν, ρητώς, στο Παράρτημα 1 αυτής και έχουν ως εξής: 1. Τα Ελληνικά Δάνεια 2. Η υπεραξία των Ελληνικών Εργασιών 3. Τα ακίνητα 4. Ο εξοπλισμός 5. Όλα τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, που ανήκουν στην πωλήτρια και σχετίζονται αποκλειστικά με τις Ελληνικές εργασίες και 6. Όλα τα βιβλία και στοιχεία, που αφορούν αποκλειστικά τις Ελληνικές εργασίες. Η μεταβίβαση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού στην Ελλάδα αποτυπώνεται ρητώς και σε επιμέρους όρους της ανωτέρω σύμβασης. Συγκεκριμένα, υπό τον τίτλο "2. ΠΩΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ" προβλέπεται ότι η Ελληνική Τράπεζα πωλεί, εκχωρεί και μεταβιβάζει και η Τράπεζα Πειραιώς αγοράζει και αποκτά τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού, παραπέμποντας στο Παράρτημα 1 (όρος 2.1. Σύμβασης). Η σύμβαση ρυθμίζει, ακόμα, γενικά και ειδικά ζητήματα εκάστης μεταβίβασης ανά στοιχείο ενεργητικού. Έτσι, έχουν συμπεριληφθεί διατάξεις για τα μεταβιβαζόμενα Ελληνικά Δάνεια (α. 2.3- Τα Ελληνικά δάνεια θα μεταβιβαστούν στην αγοράστρια ελεύθερα βαρών), για τον εξοπλισμό (α. 2.4 - 2.6) και για τα ακίνητα (α. 3.1 - 3.5). Παράλληλα, έχει συμπεριληφθεί ρητός όρος (α. 2.6) για τις υποχρεώσεις παθητικού: "..η Αγοράστρια διά της παρούσας συμφωνεί με την πωλήτρια να αναλάβει σωρευτικά κατά το Χρόνο Μεταβίβασης την υποχρέωση καταβολής των καταθέσεων προς τους αντίστοιχους καταθέτες...". Συνεπώς, κατά το σαφές περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης από το παθητικό (δηλαδή τις υποχρεώσεις) της ανωτέρω Κυπριακής τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς αποκλειστικά και μόνον, οι καταθέσεις, που τηρούνταν στο δίκτυο των Ελληνικών υποκαταστημάτων της Ελληνικής και όχι υποχρεώσεις από ' οποιαδήποτε άλλη απαίτηση απορρέουσα από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική αιτία, γεννηθείσα κατά το χρονικό διάστημα το προγενέστερο της επίμαχης σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ένδικες αγωγές οι ενάγοντες και ήδη, εκκαλούντες ζήτησαν (μετά από περιορισμό των αρχικώς καταψηφιστικών αιτημάτων) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" να τους καταβάλει, λόγω της περιγραφόμενης στα δικόγραφα αυτά παράνομης και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της (που κατά τα εκτιθέμενα από αυτούς έλαβε χώρα εντός των ετών 2003 και 2004), τα αναφερόμενα στις εν λόγω αγωγές ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν και ως αποζημίωση για την επικαλούμενη από το λόγο αυτό, ζημία τους. Ειδικότερα: Α. Με την από 21-12-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 278348/12424/2007 αγωγή, που οι ενάγοντες και ήδη, εκκαλούντες άσκησαν κατά της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος, κατήρτισε με την εναγομένη Τράπεζα σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα - εκκαλσύσα πίστωση μέχρι του ποσού των 176.082,17 ευρώ. Ότι ο δεύτερος ενάγων - εκκαλών εγγυήθηκε υπέρ της πρώτης την τήρηση των όρων της σύμβασης, προς εξασφάλιση της οποίας ενεγράφη συναινετικά προσημείωση υποθήκης στην οικία του. Ότι παράλληλα με το λογαριασμό της πίστωσης ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός όψεως, εκ του οποίου σύρονταν επιταγές εκδόσεως της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας. Ότι στις 22/10/2003, η εναγόμενη έκλεισε οριστικά τον αλληλόχρεο λογαριασμό, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και χωρίς δικαιολογία, με κατάλοιπο 159.470 ευρώ και την 30/1/2004 έκλεισε και το λογαριασμό όψεως, επικαλουμένη τη μη εξυπηρέτηση του δανείου και τη σφράγιση μίας εκ των επιταγών, που η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα είχε λάβει από το κατάστημα της εναγομένης. Ότι συνεπεία του κλεισίματος του λογαριασμού όψεως η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα αναγκάστηκε να εξοφλήσει ή αντικαταστήσει όλες τις επιταγές, που σύρονταν από αυτόν, πλην της προαναφερομένης υπ' αριθ. ... επιταγής, που είχε εκδώσει εις διαταγήν της εταιρίας ..., ποσού 10.000 ευρώ, η οποία ήταν εγγυητική και δεν αντιπροσώπευε ισόποση οφειλή. Ότι η επιταγή αυτή, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων με την ..., εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα - εναγομένη προς πληρωμή στις 27/4/2004, λόγω, δε, του γεγονότος ότι είχε κλείσει ο λογαριασμός της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας, η επιταγή σφραγίστηκε και αναγγέλθηκε ως οφειλή της ενάγουσας - εκκαλούσας στα αρχεία των αφερέγγυων οφειλετών της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε.". Ότι με αυτόν τον τρόπο η εναγομένη προκάλεσε τη συκοφαντική δυσφήμηση των εναγόντων και ήδη, εκκαλούντων, τους οποίους εμφάνισε ψευδώς ως εκδότες ακάλυπτης επιταγής, από την ηλεκτρονική, δε, διάδοση του ψευδούς αυτού γεγονότος μέσω του τραπεζικού συστήματος πληροφοριών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ οι ενάγοντες - εκκαλούντες υπέστησαν θετική και αποθετική ζημία, λόγω της αναβολής, μη έγκρισης, ακύρωσης και άμεσης επιστροφής χρηματοδοτήσεων και την εκμηδένιση της ρευστότητας και της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, οι ενάγοντες και ήδη, εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει : 1) Στην πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα: α) το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τη συκοφαντική δυσφήμησή της στην εγχώρια και διεθνή αγορά και κυρίως, στην ακτοπλοΐα, β) το ποσό των 150.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από την ακύρωση προγραμματισμένων παραγγελιών άνω των 500.000 ευρώ και διακοπή της συνεργασίας με γερμανικούς οίκους, λόγω της γνωστοποίησης του κλεισίματος του: λογαριασμού όψεως και γ) το ποσό των 80.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από τη διακοπή των επί πιστώσει αγορών της από οίκους και πιστωτές της, ποσό, που θα αντιστοιχούσε στο καθαρό κέρδος από τη δραστηριότητα της εταιρείας για τα έτη 2004 έως 2008. 2) Στο δεύτερο ενάγοντα - εκκαλούντα : α) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που αυτός υπέστη από την απόρριψη των αιτήσεών του για προσωπικά καταναλωτικά δάνεια, την ανατροπή του ιδιωτικού το ο ταμειακού του σχεδιασμού και την απόρριψη των αιτημάτων του για αγορά κινητού τηλεφώνου και αυτοκινήτου επί πιστώσει και β) το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προξένησε η συκοφαντική δυσφήμησή του, ως τουριστικού πράκτορα. Β. Με την από 10-1-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4960/302/2008 αγωγή τους, που επίσης άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη, εκκαλούντες, κατά της εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη ενάγουσα- εκκαλούσα, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας τυγχάνει, ο δεύτερος, κατήρτισε με την εναγομένη Τράπεζα την υπ' αριθ. ....1.2001 σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η εναγομένη χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα πίστωση μέχρι του ποσού των 176.082,17 ευρώ. Ότι ο δεύτερος ενάγων- εκκαλών εγγυήθηκε υπέρ της πρώτης την τήρηση των όρων της σύμβασης, προς εξασφάλιση της οποίας ενεγράφη συναινετικά προσημείωση υποθήκης στην οικία του για το ποσό των 205.000 ευρώ. Ότι στις 22/10/2003, η εναγομένη, χωρίς επαρκή αιτιολογία, έκλεισε οριστικά τον αλληλόχρεο λογαριασμό, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, με κατάλοιπο 159.470 ευρώ, το οποίο κατέστησε άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, στη συνέχεια, δε, αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής για το ανωτέρω ποσό σε βάρος των εναγόντων- εκκαλούντων, η οποία καταχωρήθηκε στα αρχεία των αφερέγγυων οφειλετών της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Α.Ε.". Ότι στις 6/9/2004, η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση για υπαγωγή της οφειλής της στη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ωστόσο η εναγομένη παράνομα αρνήθηκε την υπαγωγή της και συνέχισε την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του εγγυητή δεύτερου ενάγοντος - εκκαλούντος, ισχυριζόμενη ότι η απαίτησή της δεν υπερέβαινε το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, οι ενάγοντες - εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει :1) στην πρώτη ενάγουσα -εκκαλούσα: α) το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από το αντίθετο προς τα χρηστά ήθη κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού και τον εξ αυτού του γεγονότος κλονισμό της εμπορικής της πίστης και φήμης, β) το ποσό των 200.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από την εξαιτίας του κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού μείωση της επιχειρηματικής της δράσης, ποσό, που θα αντιστοιχούσε στο καθαρό κέρδος από τη δραστηριότητα της εταιρείας για τα έτη 2004 έως 2008, γ) το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τη συκοφαντική δυσφήμησή εξαιτίας της αναγγελίας της οφειλής της από τον αλληλόχρεο λογαριασμό στο τραπεζικό σύστημα πληροφοριών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και δ) το ποσό των 35.008,22 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από την καταβολή δικηγορικών αμοιβών και δικαστικών εξόδων, εξαιτίας της παράνομης μη υπαγωγής της οφειλής της στις διατάξεις του ν. 3259/2004. 2) Στο δεύτερο ενάγοντα : α) το ποσό των 100.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, εξαιτίας του οποίου επλήγη η φερεγγυότητά του και η πιστοληπτική του ικανότητα, μειώθηκε η επιχειρηματική δράση και αναγκάστηκε να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία δικά του και συγγενών του σε εξευτελιστικές τιμές, β) το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τη συκοφαντική δυσφήμησή του εξαιτίας της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γ) το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, συνεπεία της οποίας απομακρύνθηκε από την οικογένειά του, δ) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από τον αποκλεισμό του από την τραπεζική χρηματοδότηση και την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων δικών του και συγγενών του σε εξευτελιστικές τιμές, εξαιτίας της παράνομης μη υπαγωγής της οφειλής του στις διατάξεις του ν. 3259/2004. Ενόψει τούτων, αποδείχθηκε ότι δεν μεταβιβάστηκαν από την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" στην εφεσίβλητη "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", οι επίδικες έννομες σχέσεις, αφού, κατά το παραπάνω σαφές περιεχόμενο της από 26-3-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ των εταιρειών αυτών, οι γεννηθείσες πριν τη μεταβίβαση αυτή υποχρεώσεις από αδικοπρακτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της πωλήτριας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" δεν περιλαμβάνονται στα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία (παθητικού), που με βάση την προαναφερομένη από 26 Μαρτίου 2013 σύμβαση μεταβιβάστηκαν στην νυν εφεσίβλητη, κατά τα ανωτέρω, ειδικότερα εκτιθέμενα. Συνεπώς, η "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", δεν νομιμοποιείται παθητικά, ως εφεσίβλητη, στην υπό κρίση έφεση, διότι, κατά την εκκαλουμένη απόφαση, δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη, που έγινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ούτε και υπεισήλθε στη συνέχεια στη θέση της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", λόγω ειδικής διαδοχής, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Επομένως, αφού η υπό κρίση έφεση απευθύνεται κατά νομικού προσώπου, που δεν ήταν διάδικος κατά την εκκαλουμένη απόφαση, αλλά κατά άλλου τρίτου προσώπου μη διαδίκου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, γενομένης δεκτής, ως ουσιαστικά βάσιμης, της προβληθείσας ένστασης της εφεσίβλητης." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ως ειδικής διαδόχου, εκ του νόμου, της αρχικής εναγομένης κυπριακής τράπεζας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 517 ΚΠολΔ, των διατάξεων για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων των ν.4021/2011, ν.4261/2014, των αρθ.62 έως 63Ζ και 68 του ν.3601/2007, σε συνδ. με το άρθ.3 και 4 του ν.3458/2006, σε συνδ. με άρθρ.3, 7, 9, 10, 11, 13, 28 του 17 (1) Κανονιστικού Διατάγματος της Δημοκρατίας της Κύπρου "Περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων" της 22-03-2013, την υπ'αριθμ....-3-2013 Απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, το υπ'αριθμ. ...-3-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΦΕΚ 4640/26-3-2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας), και την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα των υποκαταστημάτων της Ελληνικής Τράπεζας προς την Τράπεζα Πειραιώς στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των ενδίκων, από 21-12-2007 και 10-1-2008, αγωγών, σε συνδυασμό με την ανωτέρω, καταρτισθείσα κατά τις άνω διατάξεις, από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων της "Ελληνικής Τράπεζας" στην "Τράπεζα Πειραιώς", στα πλαίσια διαδικασίας εξυγίανσης της πρώτης, προκύπτουν τα εξής: Οι επίδικες αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων, οι οποίες γεννήθηκαν πριν την κατάρτιση της άνω συμβάσεως, πηγάζουν από αδικοπρακτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των οργάνων της ανωτέρω εναγομένης κυπριακής τραπεζικής εταιρίας "Ελληνική Τράπεζα" και συνιστούν υποχρεώσεις της τελευταίας. Αυτές δεν περιλαμβάνονται στα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία (παθητικό) που μεταβιβάστηκαν με την ανωτέρω σύμβαση από την εναγομένη, υπό εξυγίανση, πωλήτρια κυπριακή τραπεζική εταιρία "Ελληνική Τράπεζα" στην αγοράστρια τραπεζική εταιρία "Τράπεζα Πειραιώς". Συνεπώς η τελευταία δεν είναι ειδική διάδοχος της εναγομένης τράπεζας ως προς τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, συνακόλουθα δεν υπεισήλθε, εκ του νόμου, στη θέση της εναγομένης στην έννομη σχέση της δίκης, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις. Επομένως η "Τράπεζα Πειραιώς" δεν νομιμοποιείται ως εφεσίβλητη και για το λόγο αυτό η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων στρεφόμενη κατ'αυτής είναι απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της. Οι άνω διατάξεις είναι οι εφαρμοστέες εν προκειμένω στα πλαίσια της διαδικασίας της εξυγίανσης του εναγομένου Κυπριακού πιστωτικού ιδρύματος ("Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ"), και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του π.δ. 498/1987, σε συν. με το άρθ. 75 του ν.2190/1920, οι οποίες εφαρμόζονται επί συγχωνεύσεως με απορρόφηση ανωνύμων εταιρειών, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι αβάσιμα καθολική διαδοχή, λόγω απορροφήσεως κατά τις άνω διατάξεις, της αρχικής εναγομένης Κυπριακής τράπεζας από την εφεσίβλητη "Τράπεζα Πειραιώς" και συνακόλουθα παθητική νομιμοποίηση της τελευταίας στην υπό κρίση έφεσή τους. Έτσι το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο κατ'άρθρον 517 ΚΠολΔ, και συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση των α) εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ" και β) Κ. Φ. του Ι., για αναίρεση της 4192/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ