ΑΡΙΘΜΟΣ 1139/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Β. του Φ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ράπτη, περί αναιρέσεως της 35452/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε." που εδρεύει στη …η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Σπυριδούλα Γεωργίου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1172/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσειούσης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 Ν.5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της εκδόσεως και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη του άρθρου αυτού αντικατεστάθη με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972 και ορίσθη ότι: " Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ'ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής δέκα χιλιάδων δραχμών". Ούτως από την τελευταία διάταξη απηλείφθη το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει δε ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικώς μεν α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται από τον νόμο β) υπογραφή του εκδότου στη θέση της υπογραφής του εκδότου, αδιαφόρως εάν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμόν ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμήν και δη εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από της αναγραφομένης σ'αυτήν ημερομηνίας εκδόσεώς της και δ) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πωλητή, οπωσδήποτε κατά τον χρόνον εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμήν, υποκειμενικώς δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως, ήτοι, επιταγής η οποία είναι ακάλυπτη δηλαδή γνώση του εκδότου για την έλλειψη της προβλέψεως. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένη, να φέρει τουτέστιν ημερομηνία εκδόσεως μεταγενέστερα της πραγματικής. Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια των συνδεδυασμένων διατάξεων των άρθρων 79, 28, 29 Ν.5960/1933, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από την πρώτη εξ αυτών αδίκημα συντελείται όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, μεταξύ της πραγματικής εκδόσεως και της ημέρας κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση δηλαδή, κατ'άρθρο 56 Ν.5960, από της επομένης της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής, μέχρι και της ογδόης ημέρας από της επομένης της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν, ως ημέρας εκδόσεως (Ολ.ΑΠ 123/1981, 46/1980). Αν κατά τον χρόνον αυτόν ο εκδότης της μεταχρονολογημένης επιταγής δεν έχει κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνον αυτόν τελεί το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ.5 Ν.2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1, στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εν σχέσει με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η κατ'είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται ιδιαιτέρα μνεία ενός εκάστου αυτών, ούτε από ποίο ή ποία στοιχεία απεδείχθη ή κάθε παραδοχή, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά μόνο κατ'επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. ( ολομ. ΑΠ 1/2005), ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα, εφ'όσον δεν εξηρέθησαν. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, δόλου που απαιτείται κατ'άρθρο 246 παρ.1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία όμως δεν απαιτούνται πλέον από τον νόμο στην περίπτωση της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής όπως προανεφέρθη. Η αιτιολογία, τέλος, της καταδικαστικής αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της που αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 35452/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείον Αθηνών, δικάσαν κατ'έφεση κατεδίκασε την αναιρεσείουσα για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κατ'εξακολούθηση (άρθρο 79 παρ.1 Ν.5960/1933 όπως ισχύει) εις ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, αφού έλαβεν υπ'όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και για την άνω κρίση του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε πλήρως ότι υπό την ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας "ΓΕΝΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΓΕΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" την οποία διατηρούσε έως την 1.8.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο 2 επιταγές, ποσού 3.000€ καθεμιά, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε." και νομίμως κομίστριας, που εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 25.2.2006 η πρώτη και στις 25.10.206 η δεύτερη, αλλά δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, που βεβαιώθηκε στα σώματα των επιταγών. Όπως με βεβαιότητα προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, οι επιταγές είχαν εκδοθεί από την κατηγορουμένη τον Ιούλιο του 2006, σε χρόνο δηλαδή που η ίδια διατηρούσε την ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου, ενώ ουδέποτε αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής της επί των σωμάτων, παρ'ότι υπέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο δεν φέρει ευθύνη για την έκδοση των ακαλύπτων επιταγών. Ως εκ τούτου, αφενός αποδεικνύεται πλήρως η τέλεση της αξιόποινης πράξης που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, αφετέρου με τις ανωτέρω σκέψεις και από τα αποδειχθέντα περιστατικά, κρίνεται απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός που υποβλήθηκε". Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο την κατηγορουμένη του ότι "Στην .., στις 25/9/2006 και 25/10/2006, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ, ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής ειδικότερα εξέδωσε τις κάτωθι δύο επιταγές : 1)με αριθμό ... εκδοθείσα την 25/9/2006 ποσού [3.000,00] ευρώ 2) με αριθμό ... εκδοθείσα την 25/10/2006 ποσού [3.000,00] ευρώ για να πληρωθούν από την Τράπεζα ALPHA BANK, σε διαταγή της εγκαλούσης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτών. Και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή η πρώτη επιταγή στις 25/9/2006 και η δεύτερη επιταγή στις 25/10/2006 δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε, αντίκρισμα." Με αυτά που εδέχθη, το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής κατ'εξακολούθηση, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 98 ΠΚ και 79 παρ.12 Ν.5960/1933 που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν σαφώς υπ'όψη για να καταλήξει στην ενοχή και καταδίκη της αναιρεσειούσης, το γεγονός δε ότι εξαίρει και υιοθετεί την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, περί της εκδόσεως των επιταγών υπ'αυτής τον Ιούλιο 2006 ήτοι καθ'ον χρόνον εξεπροσώπει την "ΓΕΝΕΡ Α.Γ.Ε.Κ.Ε." και συνεπώς η αναιρεσείουσα ευθύνετο κατά τον χρόνο της εκδόσεως δεν σημαίνει ότι δεν εδέχθη ως χρόνον ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων τον χρόνον της εμφανίσεως προς πληρωμήν, ανεξαρτήτως εάν τότε είχεν αποχωρήσει από την εταιρία η αναιρεσείουσα όπως αβασίμως αιτιάται αυτή, εφ'όσον και στο σκεπτικό και στο διατακτικό δέχεται η απόφαση ότι και κατά τον χρόνον ακριβώς της εμφανίσεως των επιταγών δεν υπήρχε αντίκρισμα για να πληρωθούν αυτές. Επίσης με την διαπίστωση- παραδοχή ότι οι επιταγές εξεδόθησαν τον Ιούλιο 2006, δεν υπήρχε ανάγκη περαιτέρω αιτιολογίας-αναφοράς ότι αυτές ήσαν μεταχρονολογημένες γι'αυτό και συμπίπτει, άλλωστε, ο γενόμενος δεκτός στο διατακτικό (ως) χρόνος εκδόσεως προς τον χρόνον εμφανίσεως προς πληρωμήν, ήτοι είναι η αυτή ημέρα που αναγράφεται στις επιταγές ως ημέρα εκδόσεως και ως ημέρα εμφανίσεως στην πληρώτρια Τράπεζα, η τελευταία δε αυτή (ημέρα) ουδόλως ημφεσβητήθη ότι εμπίπτει στον κρίσιμο χρόνο κατά τα εκτεθέντα ως άνω στη νομική σκέψη, ούτε, άλλωστε η ενάγουσα ημφεσβήτησε την υπογραφή της, με αιτιολογία δε, απερρίφθη, μετά πάντα ταύτα, ο άρνηση της κατηγορίας αποτελών ισχυρισμός της αναιρεσειούσης περί μη ευθύνης της και τέλος αναφέρει την πρόθεσή της, χωρίς να ήτο αναγκαία η ιδιαιτέρα αναφορά στην αιτιολογία, της εκ μέρους της αναιρεσειούσης γνώσεως του ακαλύπτου των αναφερομένων ως άνω επιταγών. Κατ'ακολουθίαν αυτών ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ κατ'αμφότερα τα σκέλη του ως εκτιμώνται είναι αβάσιμος, εντεύθεν δε αβάσιμη κατ'ουσίαν στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και απορριπτέα. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 98/24 Οκτωβρίου 2012 αίτηση της Α. Β. του Φ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 35452/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρών διακοσίων πενήντα (250) ως και την δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης, εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ