Αριθμός 823/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πέτσα, για αναίρεση της με αριθμό 542, 543/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2015/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1 , 174. παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.1 στοιχ. δ, ε και 4 ΚΠΔ , προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει μεταξύ άλλων στοιχείων και την υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ. Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, δεδομένου ότι το "αντίτυπο" που επιδίδεται στον κατηγορούμενο δε είναι τίποτε άλλο παρά πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτοτύπου εγγράφου, σύμφωνα με την έννοια της λέξης αντίτυπο που χρησιμοποιείται στο νόμο. Άλλωστε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 εδ.ε΄ ΚΠΔ απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόγραφη τοιαύτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων είχε προτείνει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία, μετά την απόρριψή της με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και διατύπωσε εκ νέου και ενώπιον αυτού την ένσταση αυτή, ισχυριζόμενος ότι το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε είναι άκυρο διότι δεν έφερε την ιδιόχειρη υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε, αλλά την υπογραφή αυτού αποτυπούμενη με μηχανικό μέσο. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αρκεί, για το κύρος του αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο, η υπογραφή του εισαγγελέα και με μηχανικό μέσο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως (άρθρα 307επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ΄ αυτού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι, από το χρόνο τελέσεως του αδικήματος, ήτοι από 11/5/1999 έως 15/5/1999 έως την εκδίκαση της υποθέσεως, είχε συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος για τα πλημμελήματα χρόνος παραγραφής (πενταετία), "καθόσον δεν συντρέχει πλέον, μετά την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, περίπτωση αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 113 παρ.3 ΠΚ, όσο διαρκεί η κυρία διαδικασία". Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ειδικότερα στη βασιμότητα του πιο πάνω δεύτερου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγου αναιρέσεως. Από δε τον πιο πάνω χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει οκταετία, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου της κατά το άρθρο 113 παρ.3 ΠΚ τριετούς αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου πιο πάνω περί παραγραφής διατάξεων του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το μη αναγνωσθέν έγγραφο ρητώς μνημονεύεται κατά τα κύρια αυτού σημεία σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι, για το σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του "την από 10-5-1999 εξώδικη δήλωση (των αγροτών) η οποία επιδόθηκε στην εταιρεία στις 21-5-1999...." Τέτοια, όμως, εξώδικη δήλωση, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν υπάρχει και δεν αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων. Όμως, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω πρακτικά, και τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, η εν λόγω εξώδικη δήλωση των πολιτικώς εναγόντων - αγροτών αναφέρεται στις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που αναγνώσθηκαν (απόφαση 94/00 του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, σελ.7, και 24/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου σελ. 4β, που μνημονεύονται, αντιστοίχως, με αυξ. αριθ. 13 και 15 στα αναγνωσθέντα έγγραφα), τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο΄Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης. Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV. Κατά το άρθρο 1 του ΝΔ 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ.1 του άρθρου 22 του ν. 992/1979, για μεταπώληση εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ. 3424/1955, εάν ο αγοραστής γεωργικών προϊόντων είναι εταιρεία, ευθύνεται ο με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος αυτής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 992/1979, γεωργικά προϊόντα νοούνται τα προϊόντα εδάφους, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της δασοπονίας, της θηραματοπονίας και των παντός είδους εκτροφών, ως και τα προερχόμενα εκ του πρώτου σταδίου επεξεργασίας ή μεταποιήσεως αυτών. Επομένως γεωργικό προϊόν με την πιο πάνω έννοια είναι και ο καπνός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε΄ του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 542,543/2006 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 30-4-1998 συμβάσεως καλλιέργειας καπνού σε φύλλα και· του από 30-4-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά την εν λόγω ημεροχρονολογία στο Ναύπλιο Αργολίδος συνήφθη σύμβαση μεταξύ του εκπροσώπου της Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδος, της οποίας μέλη είναι όλοι οι παρακάτω αναφερόμενοι καλλιεργητές και της εδρευούσης στον Αμυγδαλεώνα Καβάλας εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΕΤΤΗ ΝΙΚΟΥ ΠΕΤΡΙΔΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε ", που εκπροσωπήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με την οποία οι παρακάτω αναφερόμενοι καλλιεργητές ανέλαβαν την υποχρέωση να καλλιεργήσουν με συγκεκριμένους όρους καλλιέργειας και παράγουν κατά την καλλιεργητική περίοδο του έτους 1998 ποσότητες καπνού ποικιλίας "Μαύρα", τις οποίες θα πωλούσαν και παρέδιδαν στην εν λόγω εταιρεία αντί τιμήματος 310 δρχ ανά χλγ, ανεξαρτήτως της ποιοτικής διαβαθμίσεως του καπνού. Σύμφωνα με την από 30-6-1997 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα μητρώα ΑΕ της Νομαρχίας Καβάλας, η πρώτη κατ/νη ορίστηκε για δύο χρόνια πρόεδρος του ΔΣ και αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλος και ο δεύτερος κατ/νος αντιπρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος. Ορίστηκε δε ρητά ότι την εταιρεία εκπροσωπεί η πρόεδρος και αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλος (1η κατ/νη) και διαζευκτικά ο αντιπρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων σύμβουλος (2ος κατ/νος - ήδη αναιρεσείων). Πρέπει να σημειωθεί ότι την σχετική από 18-3-1998 εξουσιοδότηση προς τον αντιπρόσωπό της .... όπως συνάψει συμβάσεις καλλιέργειας εσοδείας 1998 με καλλιεργητές καπνού στη περιοχή Ναυπλίου, υπογράφει τα σχετικά έγγραφα, ζυγίζει τα καπνά κλπ υπέγραψε ο δεύτερος των κατ/νων. Η σύμβαση αυτή, που φέρει τον τίτλο "Ευρωπαϊκή σύμβαση καλλιέργειας καπνού σε φύλλα", καταρτίστηκε προκειμένου οι πωλητές - καλλιεργητές να λάβουν την πριμοδότηση που χορηγείται από τον σχετικό οργανισμό στους παραγωγούς μέσω της Ενώσεως Αγροτικών Συν/σμών Αργολίδος γι΄αυτό και η τελευταία εμφανίζεται ως υπογράφουσα την σύμβαση εκ μέρους των αγροτών της ευρύτερης περιοχής. Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως, οι εν συνεχεία αναφερόμενοι αγρότες καλλιέργησαν και συγκόμισαν τις παρακάτω αναφερόμενες ποσότητες καπνού τις οποίες και παρέδωσαν κατά το από 11-5-1999 έως και 15-5-1999 στην αγοράστρια εταιρεία. Η τελευταία παρέλαβε ανεπιφύλακτα τις πωληθείσες ποσότητες μετά από ζύγιση, αρνηθείσα ωστόσο να καταβάλει ολόκληρο το συμφωνηθέν και άμεσα, άμα τη παραδώσει (καταβλητέο) τίμημα των 310 δρχ ανά χλγ, αλλά προσφέρουσα μόνο το ποσό των 170 δρχ ανά χλγ. Οι αγρότες καλλιεργητές δεν αποδέχτηκαν την μείωση του μισθώματος ως αντισυμβατική και με την από 10-5-1999 εξώδικη δήλωσή τους η οποία επιδόθηκε στην εταιρεία στις 12-5-1999, την εκάλεσαν να παραλάβει τα καπνά κατά τους όρους που συμφώνησαν, μη αποδεχόμενοι την μείωση του τιμήματος και επιφυλασσόμενοι να προσφύγουν στα δικαστήρια. Προκειμένου δε να αποφύγουν δυσμενέστερες επιπτώσεις, ήτοι απώλεια της κοινοτικής επιδότησης των 700 δρχ ανά χλγ από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και λόγω λήξεως της προθεσμίας παραδόσεως, παρέδωσαν τα καπνά στην εταιρεία. Η τελευταία κατέβαλε ως τίμημα σε κάθε καλλιεργητή - αγρότη μόνο 170 δρχ ανά χλγ και αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος εκ δρχ 140 ανά χλγ. Επομένως κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή του τιμήματος των εν λόγω αγροτικών προϊόντων από πρόθεση. Αναλυτικά έκαστος των εν συνεχεία αναφερομένων καλλιεργητών με βάση την συμφωνηθείσα τιμή των 310 δρχ ανά χλγ δικαιούται εισέτι (υπολογιζόμενου του ποσού των 140 δρχ ανά χλγ) ως τίμημα το έναντι εκάστου αναγραφόμενο ποσό και δη : (ακολουθεί σχετικός αναλυτικός πίνακας). Πρέπει να σημειωθεί ότι τα εν λόγω ποσά έχουν επιδικαστεί με δικαστική απόφαση, η οποία, μολονότι έχει καταστεί τελεσίδικη, εντούτοις η αγοράστρια εταιρεία αρνείται να συμμορφωθεί, (βλ. την με αριθμό 94/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, που επικυρώθηκε με την 24/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου). Η απόφαση αυτή έχει αχθεί στον Άρειο Πάγο συνεπεία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως η δε σχετική εισήγηση του ορισθέντος εισηγητού είναι απορριπτική γι' αυτήν. Με βάση τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, το δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατ/νος όπως (δηλαδή ο ήδη αναιρεσείων) και πρωτοδίκως του διαρκούς και γνήσιας παραλείψεως εγκλήματος, της παραβάσεως του άρθρου 1 του ΝΔ 3424/19555, που του αποδίδεται. Ο περί νομικής πλάνης και δη συγνωστής ισχυρισμός του εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε. Εγνώριζε πολύ καλά την υποχρέωσή του για καταβολή ολοκλήρου του ποσού του συμφωνηθέντος τιμήματος και ότι η άρνησή του να το καταβάλει ολόκληρο είναι πράξη άδικη. Άλλωστε είναι καταφανής η βούλησή του να μην καταβάλει έστω και καθυστερημένα ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα, μολονότι έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (84 παρ.2 περ. β ΠΚ) για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1,ΠΚ 1,2 ΝΔ 3424/1955., όπως αντικαταστάθηκε. με άρθρο 8 του ν.1409/83 σε συνδ. με άρθρο 22 ν.992/79. Για την πράξη του δε αυτή καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η από 7/5/1999 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση προς την ομάδα παραγωγών Ε.Α.Σ.Α., αλλά και τα λοιπά έγγραφα που αναφέρει ο αναιρεσείων, που αναγνώσθηκαν, και συνεπώς, είχε ο αναιρεσείων τη δυνατότητα να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του., χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως του καθενός από τα έγγραφα αυτά. Περαιτέρω αβάσιμη είναι αιτίαση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός του (με βάση την κατ' αυτόν τιμή που συμφωνήθηκε των 170 δρχ ανά κιλό προϊόντος), αφού, με την πιο πάνω ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, γίνεται δεκτό ότι η τιμή που συμφωνήθηκε ήταν 310 δρχ ανά κιλό και όχι το ποσό των 170 δρχ ανά κιλό που προσφέρθηκε να καταβάλει και κατέβαλε ο αναιρεσείων. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει και των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σε αυτή και έχουν εκτεθεί πιο πάνω, με την παραδοχή της ότι " ο περί νομικής πλάνης και δη συγγνωστής ισχυρισμός του (κατηγορουμένου) εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε. Εγνώριζε πολύ καλά την υποχρέωσή του για την καταβολή ολόκληρου του ποσού του συμφωνηθέντος τιμήματος και ότι η άρνησή του να το καταβάλει ολόκληρο είναι πράξη άδικη ....." με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον περί νομικής πλάνης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και, επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δεν απάντησε στους σχετικούς ισχυρισμούς του, αλλά σιγή τους απέρριψε, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, που εμπεριέχεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως (με τα στοιχεία 2 και 4) για έλλειψη της πιο πάνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για έλλειψη αιτιολογίας, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω ορθά το Τριμελές Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3424/1955, όπως αυτή ισχύει, σχετικά με την έννοια των αγροτικών προϊόντων, ο αγοραστής των οποίων, εφόσον καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος, στους πωλητές παραγωγούς, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στο νόμο αυτό ποινές. Κατά τη σαφή έννοια της πιο πάνω αναφερομένης διατάξεως του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 992/1979, γεωργικά προϊόντα νοούνται, πλην άλλων, και τα προϊόντα εδάφους, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο καπνός. Η παραπομπή δε στη διάταξη αυτή, μετά την τροποποίηση του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955 με το άρθρο 8 του ν.1409/83, έγινε, όπως εξ αυτής σαφώς προκύπτει, μόνο ως προς το εδάφιο α του άρθρου αυτού, καθόσον αυτό είναι που καθορίζει την έννοια των "γεωργικών προϊόντων" και όχι ως προς τα άσχετα εν προκειμένω εδάφια β και γ, στα οποία δίδεται η έννοια των "εγγυήσεων" επί των γεωργικών προϊόντων" (εδ. β) και του "προσανατολισμού στην γεωργία" (εδ. γ). Εξάλλου, ούτε από τις διατάξεις της πιο πάνω παραγράφου 1 του άρθρου 22 του ν. 1979, ούτε από άλλη διάταξη συνάγεται ότι οι προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις με το άρθρο 1 του ΝΔ 3424/55, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 8 του ν. 1409/83, επιβάλλονται "μόνο στους αγοραστές αγροτικών προϊόντων εκ της μη εφαρμογής του συνόλου των μέτρων που θεσπίζονται στα πλαίσια της εναρμονισμένης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ήτοι του πεδίου που αφορά ρυθμίσεις- μέτρα Κοινοτικών Οργάνων που αφορούν παραβιάσεις των εγγυημένων τιμών των αγορών των προϊόντων", προϋποθέσεις οι οποίες δεν συντρέχουν στην μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αγροτών - μηνυτών συμβάσεως, κατά τις αβάσιμες περί τούτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 273/1-12-2006 αίτηση του ....., κατά της 542,543/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ