Αριθμός 1068/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Δ. και 2 Δ. Κ. του Ν. κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Θεοδώρας Ανανιάδου-Τσουκαλά και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας Commercial Value AAE, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2008 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα υπόθεση και την από 26-9-2009 παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3288/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2491/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 12-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης μόνο καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, την απόρριψη κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως και για τους δύο αναιρεσείοντες και την αναίρεση της υπ' αριθ. 2491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που αφορά την παραδοχή της από 6-9-2010 έφεσης και της από 26-2-2009 παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσίβλητου ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στην προκείμενη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 26/2004). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 6§1, 10§1 και 11§1 του ν.489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2§1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6§1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10§1). 0 ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 § 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11§1). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25§8 της με αριθ. Κ4/585/5.4.1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ' ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9§2 του ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος. Όμως, προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ). Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει απ' αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα. Για την απόδειξη του ως άνω στοιχείου, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δεν υπάρχουν στο ελληνικό δίκαιο ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν το θέμα αυτό. Αλλά ούτε και στα άρθρα 25 και 26 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ούτε στο ν. 2496/1997 υπάρχουν ειδικές ή γενικές ρυθμίσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά απάντηση στο εν λόγω ζήτημα. Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ευθύνη του οφειλέτη στις περιπτώσεις της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον εναγόμενο να προτείνει συγκεκριμένα περιστατικά και να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας. (ΑΠ 991/2011, 1357/2008, 1571/2006). Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ν.3557/2007, που ισχύει από τις 14-5-2007, καταργήθηκε η υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου (ν. 3557/2007), μετά το άρθρο 6 του πδ 237/1986 προστίθενται δύο νέα άρθρα, τα 6α' και 6β' από τα οποία το δεύτερο αναφέρει: "1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)...., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε κατά την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος...., γ)...". 2) α)... β) Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο." Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 επ. του ν. 2496/1997 και του άρθρου 6Β του πδ/τος 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων για την ασφάλιση αστικής - ευθύνης", όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν.3557/2007, τούτου ισχύοντος από τις 14.05.2007 (Φ.Ε.Κ. 100/14.05.2007) και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής λόγω του χρόνου επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος (25.07.2007), προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχομένων κατά νόμο για το ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο αυτό δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό. Αν δεν συνταχθεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για την συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της (άρθρα 185 επ. του Α.Κ.), που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, και τις συμφωνημένες απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή η δε ολοκλήρωσή της επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών. Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, που αφορά την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από οδηγό που τελεί σε μέθη η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των όρθρων 1 επ. του ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. (που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής από δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"), μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχθηκε (ΑΠ 426/2002, 843/2001, 588/2001). Η εν λόγω αποδοχή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, ήτοι, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου, οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου, όπως η παραλαβή από αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου, η επικόλληση αυτών στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή (ΑΠ. 1063/2007, 1491/2006). Εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει: α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, β) ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ν.2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει, γ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ν' αξιώσει απ' αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός, ότι οδηγός του αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όταν προξένησε το ατύχημα, ε) για τον εν μέθη οδηγό δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παράβασης του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, ανελέγκτως, αναφορικά με την από 26-2-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας στην ευθύνη της οποίας υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, με την οποία αυτή ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες και ασφαλισμένοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον ό,τι αυτή θα υποχρεωθεί να πληρώσει στους κυρίως ενάγοντες ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα), νομιμοτόκως από της εκ μέρους της καταβολής, εξαιτίας της θανατώσεως του συζύγου και πατέρα αντίστοιχα κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 25-6-2007 από υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε προστηθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα στην οδήγηση του ασφαλισμένου σ' αυτή ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο αναιρεσείοντα και οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ο δεύτερος από αυτούς, διότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποκλείσθηκαν της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, εμμέσως δε πλην σαφώς συνομολογείται, το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής και ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής ασφαλιστική εταιρεία (στη θέση της οποίας υπεισήλθε το εκκαλούν Επικουρικό Κεφάλαιο) δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε συνάψει με αυτήν ο ιδιοκτήτης του, δεύτερος των παρεμπιπτόντως εναγομένων. Συγκεκριμένα, με το ασφαλιστήριο αυτό η ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη και του οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου για τις ζημιές, που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (31-01-2007 έως 31-07-2007). Στο εν λόγω συμβόλαιο (πολυασφαλιστήριο), αναγράφεται ρητά ότι η σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν.489/1976, του Ν.Δ 400/1970, συνακόλουθα και από την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, που ίσχυε κατά τον χρόνο της συνάψεως του συμβολαίου, ήδη καταργηθείσα με το άρθρο 17 του ν.3557/2007, ο οποίος ισχύει στην κρινόμενη περίπτωση, αφού το ατύχημα συνέβη μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης. Επομένως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6β' του Ν.3557/2007, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος......". Από την παντελή έλλειψη ισχυρισμών των εναγομένων πρωτοδίκως περί των ανωτέρω, συνάγεται ομολογία των ισχυρισμών της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και συγκεκριμένα συνάγεται: α) Ότι πράγματι συνομολογήθηκε μεταξύ τους ο ως άνω επίμαχος όρος και β) ότι ο δεύτερος εναγόμενος έχει λάβει γνώση του ως άνω όρου και τον αποδέχθηκε με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, παραλαμβάνοντας αντίγραφο αυτού. Ας σημειωθεί εδώ ότι η γνώση του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη, προκύπτει ευθέως και από την επισημείωση στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπου αναγράφεται ότι αυτός παρέλαβε τους γενικούς και ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τα έντυπα για εναντίωση, ότι έλαβε γνώση και αποδέχεται τους όρους του συμβολαίου. Ειδικότερα, οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι πρωτοδίκως ισχυρίσθηκαν ότι δεν συντρέχει υπέρ της ασφαλιστικής εταιρίας συμβατικός λόγος αναγωγής, αρνούμενοι μόνον την σχέση προστήσεως που συνέδεε τον δεύτερο (ιδιοκτήτη) με τον πρώτο από αυτούς (οδηγό), καθώς και την υπαιτιότητα του τελευταίου, τελούντος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, στην πρόκληση του τροχαίου (σελ. 3 των προτάσεών τους), και όχι την συνομολόγηση και αποδοχή των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως αυτοί εκτίθενται στην παρεμπίπτουσα αγωγή. Όσον αφορά την σχέση προστήσεως, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, κύριος του αυτοκινήτου, ήταν ο πατέρας του πρώτου, οδηγού και του είχε παραχωρήσει την οδήγηση, διατελώντας σε σχέση προστήσεως, διότι η παραχώρηση της χρήσης συνοδεύτηκε με τη σύσταση η οδήγηση να γίνεται σύμφωνα με τους ορθούς κανόνες κυκλοφορίας όπως οι ίδιοι αναφέρουν στον 9° στοίχο της ίδιας (3ης) σελίδας των πρωτοδίκων προτάσεών τους. Με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οψίμως αρνούνται ότι έλαβαν γνώση, ότι προσυπέγραψαν καθώς και ότι αποδέχθηκαν τον ανωτέρω όρο περί εξαιρέσεως. Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός, εκτός του ότι απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον, δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ' αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλάβει το ασφαλιστήριο, δεδομένου ότι ο έγγραφος τύπος για την κατάρτιση συμβάσεως ασφαλίσεως επιβάλλεται όχι ως συστατικός, αλλά ως αποδεικτικός, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης. Εν προκειμένω, οι εκκαλούντες παρέλαβαν το ασφαλιστήριο και κατέβαλαν τα ασφάλιστρα, πράγμα που συνάγεται από το ότι δεν αποκρούουν την ασφαλιστική κάλυψη στην (κύρια) αγωγή. Επί πλέον αποδέχονται την ύπαρξη και το κύρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού επικαλούνται τις συνέπειες αυτού σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας. Τούτο συνεπάγεται την εκ μέρους τους αποδοχή του συνόλου των όρων της σύμβασης και όχι μόνον αυτών που τους ευνοούν, διότι δεν προβάλουν ρητό ισχυρισμό που να προσδίδει στο δυσμενή αυτόν όρο αντισυμβατική παρεμβολή. Θα ήταν εξάλλου ανακόλουθο για τη νομική παραδοχή του αποδεικτικού αυτού αποτελέσματος να αναγνωρίζονται υπέρ του ασφαλισμένου εκείνοι οι συμβατικοί όροι του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι τον ευνοούν, και να μην αναγνωρίζονται με την ίδια αποδεικτική δύναμη και συνέπεια και εκείνοι που επιβάλουν σε βάρος του ορισμένες υποχρεώσεις, τους οποίους αυτός έχει αποδεχθεί ως ενιαίο σύνολο μαζί με τους ευνοϊκούς γι' αυτόν όρους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκαν τα εξής. Ο πρώτος εναγόμενος, Δ. Κ., οδηγούσε το ζημιογόνο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, καθόσον ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσοστό αλκοόλης ανερχόμενο σε 0,57°/οο ανά λίτρο αίματος. Το ως άνω ποσοστό αλκοόλης, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, επέδρασε ουσιωδώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στη οδική συμπεριφορά του και ως εκ τούτου συνετέλεσε στο επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα και τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με αυτό. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι κινούνταν σε δρόμο που, κατά την ημεροχρονολογία του ενδίκου ατυχήματος, ο φωτισμός ήταν επαρκής (καλοκαίρι, λίγο πριν νυκτώσει), η ορατότητά του ήταν καλή, αυτός δεν αντιλήφθηκε, ότι μη έχοντας τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινούμενος με μη διαπιστωθείσα- πάντως υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια της παρούσης, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατέλαβε την λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα την πρόκληση του τροχαίου και των συνακόλουθων αποτελεσμάτων του. Την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο της μέθης με την πρόκληση του ατυχήματος, ενισχύουν: α) οι από 26-6-2007 δύο προανακριτικές καταθέσεις των Λ. Έ. και Π. Χ., οι οποίες μη έχουσες σχέση με τους διαδίκους, ήταν αυτόπτες μάρτυρες του τροχαίου, η μεν πρώτη ως οδηγός η δε δεύτερη ως συνοδηγός του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο προπορευόταν του αυτοκινήτου του θανόντος, κινούμενο ομόρροπα με αυτόν. Οι ανωτέρω, ενόρκως καταθέτουν, ότι είδαν τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου (πρώτο ενάγοντα) να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στο αντίθετο με αυτές ρεύμα κυκλοφορίας, μάλιστα η οδηγός (πρώτη από αυτές), σχολίασε χαρακτηριστικά στην συνοδηγό της : "δες πως τρέχει, αυτός θα σκοτωθεί", ότι στη συνέχεια, τον είδαν που έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και κινήθηκε αρχικά δεξιά βγαίνοντας από το οδόστρωμα, στη συνέχεια δε εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούσθηκε με το ανωτέρω όχημα του θανόντος. Η παρουσία των δύο αυτών μαρτύρων δεν αμφισβητείται, αφού αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν -από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου- την σύγκρουση προσέτρεξαν, κάνοντας αναστροφή, για να παράσχουν βοήθεια. Η δεύτερη από αυτές (συνοδηγός), η οποία μάλιστα ήταν νοσηλεύτρια, επακριβώς καταθέτει ότι, ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έχοντας τις αισθήσεις του, της απάντησε αφενός ότι ονομάζεται "Δ.", και αφετέρου, σε σχετική ερώτησή της "γιατί έτρεχε, αν είχε πιει" ότι "ναι είχα πιει" και ζητούσε συγνώμη, β) από το γεγονός ότι, η αιμοληψία για την ανίχνευση οινοπνεύματος του ως άνω πρώτου εναγομένου, έγινε στις 03.15' της 26-6-2007, ενώ το ατύχημα είχε συμβεί στις 20.30' της 25-6-2007, ήτοι 6 περίπου ώρες νωρίτερα (βλ. την από 9-7-2007 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του τμήματος χημικών και φυσικών εξετάσεων της Υπ/νσης Βορείου Ελλάδος). Συνακόλουθα, το ευρεθέν ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ενάγοντος, μετά την παρέλευση τόσων ωρών, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν πολύ μικρότερο του υφισταμένου κατά την ώρα του τροχαίου. Γι' αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη συμβατική απαλλαγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας από την κάλυψη της ένδικης ζημίας με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφαλίσεως ή η παραπομπή της συμβάσεως στις διατάξεις του νόμου, δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις και έσφαλε. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση απαλλαγής του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου (ως διαδόχου της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας), έναντι του ασφαλισμένου πρώτου αναιρεσείοντος, χωρίς να διευκρινίζει αν αυτός, όντας κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένος και πατέρας του δευτέρου, που το οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς την παράβαση του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους καίτοι ο πρώτος αναιρεσείων, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στο Εφετείο, σαφώς επικαλέστηκε την έλλειψη υπαιτιότητάς του για την παράβαση του αντίστοιχου ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος υιού του οδηγού, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι ο τελευταίος χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο για εντελώς διαφορετικό σκοπό, εφόσον του παραχωρήθηκε για να μεταβεί σε συνάντηση για την ανεύρεση εργασίας κι' αυτός κατέληξε με παρέα σε εστιατόριο του Σ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα κύριο και μη οδηγό, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνεται βάσιμος. Αντίθετα, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα οδηγό, και μη κύριο, κρίνεται αβάσιμος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 261 εδ.β' του ΚΠολΔ "Εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άσκηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 452/2005, 575/2004). Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 115/2008, 370/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που αποδέχθηκε τη σύναψη όρου εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, χωρίς την επίκληση και προσκομιδή αναλόγου εγγράφου (γενικών ή ειδικών όρων ασφάλισης), υπέπεσε στην αντίστοιχη πλημμέλεια αφού έλαβε υπόψην αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν από κανένα διάδικο. Όπως προκύπτει από τις από 25-1-2012 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέσθηκε και προσκόμισε αντίγραφο του με αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων. Εξ' άλλου, η προσβαλλόμενη Εφετειακή απόφαση για τη συνομολόγηση μεταξύ των διαδίκων του επίμαχου όρου για το ασφαλιστικό βάρος της οδήγησης του ασφαλιζόμενου αυτοκινήτου, χωρίς ο οδηγός του να τελεί σε μέθη έκρινε κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της ότι η συνομολόγηση αυτή προέκυπτε αποδεικτικά από συναγόμενη κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 261Β'του ΚΠολΔ ομολογία των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, από την οποία προέκυπτε και ότι είχαν λάβει γνώση του ίδιου όρου και τον αποδέχθηκαν με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παραλαμβάνοντας και αντίγραφό του. Έκρινε δε περαιτέρω το Εφετείο, ότι η γνώση του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη προέκυπτε ευθέως και από την επισημείωση στο προσκομιζόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι αυτός παρέλαβε τους γενικούς και ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου τα έντυπα για εναντίωση και ότι έλαβε γνώση και αποδέχεται του όρους του συμβολαίου. Επομένως ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου υπό τις αποδιδόμενες πιο πάνω πλημμέλειες κρίνεται αβάσιμος στηριζόμενος σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα και κατά το μέρος της μόνο που αφορά την παραδοχή της από 6-9-2010 έφεσης και της από 26-2-2009 παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στην εις το διατακτικό ανάλογη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσείοντος, που νίκησε και είχε κοινή παράσταση με τον δεύτερο αναιρεσείοντα. Επίσης ο δεύτερος αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην εις το διατακτικό ανάλογη, δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το οποίο υποβλήθηκε μεν σε ολόκληρη τη δικαστική δαπάνη, η οποία όμως κατά το ένα μέρος της αντιστοιχούσε στην απόκρουση της αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, ως προς την οποία ηττήθηκε (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 22-10-2012 αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. κατά το εις το σκεπτικό μέρος της. Αναιρεί την υπ' αριθ. 2491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά, το μέρος της μόνο που αφορά την παραδοχή της από 6-9-2010 έφεσης και της από 26-2-2009 παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στην ανάλογη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσείοντα εκ χιλιάδων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Απορρίπτει την ως άνω από 22-10-2012 αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Δ. Κ. Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσείοντα στην ανάλογη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου εκ χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή (απόδοση) στον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. του παραβόλου που καταβλήθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του ίδιου παραβόλου που καταβλήθηκε από το δεύτερο αναιρεσείοντα Δ. Κ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ