Αριθμός 316/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., χήρας Β. Θ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου-Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωνσταντινίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3781/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3786/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 26.11.2019 (Γ.Α.Κ. 11413/Ε.Α.Κ. 1113/28.11.2019 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 3786/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 24.7.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί (i).- της από 29.4.2015 (Α.Κ. 2782/30.4.2015 - Πρωτοδικείο Αθηνών) εφέσεως και (ii).- του ασκηθέντος με το από 15.3.2018 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτου λόγου εφέσεως (Γ.Α.Κ. 2715/Ε.Α.Κ. 204/15.3.2018 - Εφετείο Αθηνών) του εκκαλούντος - ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) υπό την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", με έδρα την Καλλιθέα Αττικής κατά της εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσείουσας Ε. Κ. - Θ., κατοίκου ... Εκκαλούμενη ήταν η 3781/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 15.12.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 8.3.2013 (Γ.Α.Κ. 44042/1351/22.3.2013) αγωγής της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσίβλητου. Αφορά δε, η αγωγή, απαιτήσεις της ενάγουσας - εργαζομένης έναντι του εναγομένου - εργοδότη από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας. Με την 3781/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 3786/2018 απόφαση, το εφετείο, αφού συνεκδίκασε, δέχθηκε τυπικά και στην ουσία την έφεση και τον πρόσθετο λόγο της στη συνέχεια, εξαφανίσθηκε η 3781/2014 πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και τελικώς η αγωγή απορρίφθηκε εν όλω στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν, 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 28.11.2019, νομίμως και εμπροθέσμως,ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 4.11.2019, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, της 3786/2018 αποφάσεως στην αναιρεσείουσα. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των δύο (συνολικά) λόγωντης [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 144, 145 παρ.2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ]. (Ι).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει νέο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1385/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ]. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγή ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ Oλ. 3/2020, ΑΠ 104/2022). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998). Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ]· ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, εντάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 255/2010).( ΙΙ).- Στο ν. 2012/1992 "Κύρωση συμβάσεων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Σ. ΩΝΑΣΗΣ" και ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" (ΦΕΚ Α. 28/27.2.1992) ορίζεται (και) ότι: "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" (Ω.Κ.Κ.), με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί βάσει των αρχών της ιδιωτικής οικονομίας" [άρθρο 3 παρ.1]. "Το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο είναι κοινωφελές ... Τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους ασκουμένη από τον Υπουργό Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και θα διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος ..." [άρθρο 3 παρ.3]. "Το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο από της δημοσιεύσεως του ν. 2012/1992 (ΦΕΚ Α. 28 / 27.2.1992) δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επανοριοθετήθηκε με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν. 1943/1991" [άρθρο 3 παρ.4 -όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 34 ν. 2072/1992 (ΦΕΚ Α. 125)]. "Το Ελληνικό Δημόσιο παρέχει τακτική επιχορήγηση προς το Ω.Κ.Κ., που εντάσσει στον ετήσιο τακτικό Κρατικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, ..." [άρθρο 5 παρ.3]. "Πόροι του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου είναι: ... ζ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου επιχορήγηση από το Δημόσιο και κάθε άλλη πρόσθετη επιχορήγηση, που θα καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας" [άρθρο 5 παρ.1 εδ. (ζ)]. "Με αποφάσεις του Δ.Σ. (Διοικητικού Συμβουλίου) καθορίζεται ο αριθμός, οι κατηγορίες, οι ειδικότητες και τα προσόντα όλου του προς πρόσληψη προσωπικού" [άρθρο 13 παρ.1]. "Η χρονική διάρκεια εργασίας, οι αποδοχές και άλλες παροχές, τα καθήκοντα, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, καθορίζονται με σύμβαση, που υπογράφεται ... " [άρθρο 13 παρ.3 και όπως η παράγραφος 3 ίσχυσε πριν από το ν. 4613/2019 (ΦΕΚ Α. 78/24.5.2019)]. Κατά την εξουσιοδότηση του 15 ν. 2012/1992, εκδόθηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου [άρθρα 14 και 15 της Α 3α/10195/10.11.1992 (ΦΕΚ Β. 692 και ΦΕΚ Β. 65/διόρθωση σφαλμάτων) αποφάσεως Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - και όπως αυτή η Υπουργική Απόφαση ίσχυσε μετά τις Υ 4α/11432/8.12.1993 (ΦΕΚ Β. 928) και Υ 4α/619/9.2.1994 (ΦΕΚ Β. 91) αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων-24, 25 της Α 1α/13779/99/17.2.2000 (ΦΕΚ Β. 235/1.3.2000) αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και 36 της Υ 4α/127426/11/19.1.2012 (ΦΕΚ Β. 88/30.1.2012) αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης]. Δια των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού αυτού, ο οποίος έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ρυθμίζεται η διαδικασία προσλήψεως για όλο το προσωπικό, ιατρικό και λοιπό, όπως είναι και το νοσηλευτικό προσωπικό [άρθρο 15 παρ.1 εδ. (β) ν. 2012/1992]. Έτσι, κατά το ν. 2012/1992 και τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Ω.Κ.Κ. η σύμβαση εργασίας (και) του νοσηλευτικού προσωπικού με το Ω.Κ.Κ. καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο είναι συστατικός τύπος (ΑΠ 1270/2012, ΑΠ 1068/2002). Διαφορετικά, δεν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφού αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου και ως τέτοια θεωρείται ότι δεν έγινε [άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ]. Τα άρθρα 1 και 2 παρ.1 εδ. (α) του ν.δ. 683/1948 (ΦΕΚ Α. 124/7.5.1948) "Περί διπλωματούχων Αδελφών Νοσοκόμων και Επισκεπτριών", τα οποία (άρθρα) ισχύουν από 7.5.1948 [άρθρο 33 ν.δ. 683/1948], ορίζουν: "(α).- Δια την άσκησιν του επαγγέλματος και την χρησιμοποίησιν του τίτλου της διπλωματούχου αδελφής Νοσοκόμου ή διπλωματούχου Επισκεπτρίας Αδελφής και την απόκτησιν των δια του παρόντος Νόμου παρεχομένων δικαιωμάτων, απαιτείται πτυχίον μιας των εν τω Κράτει λειτουργουσών και ανεγνωρισμένων Σχολών ή των εν τη αλλοδαπή ισοτίμων τοιούτων, κυρούμενον υπό του Υπουργού Υγιεινής ως και άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος, χορηγουμένη κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (β).- Εις τον Υπουργόν Υγιεινής απόκειται να κρίνη εκάστοτε περί του ισοτίμου των εν αλλοδαπή Σχολών προς τας ημεδαπάς" [άρθρο 1]. "Την κατά το προηγούμενον άρθρον άδειαν χορηγεί ο Υπουργός Υγιεινής, δια Πράξεως αυτού δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" [άρθρο 2 παρ.1 εδ. (α)]. Ο μεταγενέστερος ν. 3252/2004 (ΦΕΚ Α. 132/16.7.2004) "Σύσταση Ένωσης Νοσηλευτών - Νοσηλευτριών Ελλάδος και άλλες διατάξεις", στα άρθρα 1 παρ.1 και31 παράγραφοι 1 και 2 -τα οποία ισχύουν από 16.7.2004 [άρθρο 44 ν. 3252/2004]-ορίζει ότι: "1.- Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) υπό την επωνυμία Ένωση Νοσηλευτών - Νοσηλευτριών Ελλάδος (Ε.Ν.Ε.), πλήρως αυτοδιοικούμενο, το οποίο υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης" [άρθρο 1 παρ.1]. "1.- Για την έκδοση από τις κατά τόπους Νομαρχίες της άδειας άσκησης του νοσηλευτικού επαγγέλματος, οι νοσηλευτές οφείλουν να συμπεριλάβουν μεταξύ των δικαιολογητικών και βεβαίωση εγγραφής στο οικείο Περιφερειακό Τμήμα της Ε.Ν.Ε. Με την παραλαβή της άδειας άσκησης επαγγέλματος υποχρεούνται να την καταθέσουν άμεσα στο Περιφερειακό Τμήμα, όπου ανήκουν. 2.- Όποιος ασκεί τη νοσηλευτική χωρίς να έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος διώκεται ποινικά, σύμφωνα με το άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα. Καταγγελία για παράνομη άσκηση του νοσηλευτικού επαγγέλματος μπορεί νακάνει οποιοσδήποτε ιδιώτης στα Περιφερειακά Συμβούλια ή στο Δ.Σ. (Διοικητικό Συμβούλιο) της Ε.Ν.Ε., το οποίο, στη συνέχεια, υποχρεούται να γνωστοποιήσει το γεγονός στις αρμόδιες δικαστικές αρχές" [άρθρο 31 παράγραφοι 1 και 2]. Αν ελλείπει τέτοια άδεια ασκήσεως του νοσηλευτικού επαγγέλματος, κατά την πρόσληψη του εργαζομένου - νοσηλευτή, η σύμβαση εργασίας δεν είναι έγκυρη, αφού αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενομένη [άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ]. Η έκδοση αδείας ασκήσεως του νοσηλευτικού επαγγέλματος δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής για αξιώσεις του εργαζομένου - νοσηλευτή, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση [άρθρα 262, 338 παρ.1 ΚΠολΔ] την έλλειψη της αδείας ασκήσεως του νοσηλευτικού επαγγέλματος και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 1452/2018, ΑΠ 1824/2011). Η παραδοχή της ενστάσεως ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης στην ουσία (ΑΠ 439/2010, ΑΠ 65/2009). Επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να θεμελιώσει αξιώσεις του, που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργοδότης έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί (ή όχι) τις παρεχόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου ήτοι, δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί τον εργαζόμενο στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες (ΑΠ 1824/2011). Έτσι, ο εργοδότης αυτός, που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας και δεν έχει υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου [άρθρα 349, 656 ΑΚ]. Περαιτέρω, ορίζεται στο άρθρο 183 ΑΚ ότι "επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της" (παρ.1) και ότι "αν οι συμβαλλόμενοι επικυρώσουν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή, που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή" (παρ.2). Κατά τις διατάξεις αυτές, η δεύτερη των οποίων ως ερμηνευτικός κανόνας, δεν είναι νομίμως δυνατή η ισχυροποίηση (θεραπεία) εξ υπαρχής άκυρης δικαιοπραξίας, που ως άνω θεωρείται ότι δεν έγινε [άρθρο 180 ΑΚ], με την επικύρωσή της. Νέα δικαιοπραξία αποτελεί η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας και για τη νέα αυτή δικαιοπραξία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεώς της δηλ. απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων [άρθρο 361 ΑΚ], είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η επικύρωση άκυρης ενοχικής συμβάσεως έχει αναδρομικά αποτελέσματα. Για την επικύρωση, η δήλωση βουλήσεως των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, εάν στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση (ΑΠ 65/2009). Η σιωπηρή δήλωση βουλήσεως δεν είναι δυνατή επί του προσωπικού (και του νοσηλευτικού) του ν.π.ι.δ. "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" για την επικύρωση άκυρης συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας. Τούτο διότι κατά τα παραπάνω, απαιτείται από το νόμο [άρθρα 13 παρ.3, 15 ν. 2012/1992, σε συνδυασμό προς τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Ω.Κ.Κ., που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου) το έγγραφο, ως συστατικός τύπος. Τέλος, το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", έχει εφαρμογή, όταν πρόκειται περί ασκήσεως δικαιώματος από τον δικαιούχο του (ΑΠ 950/1989). Αντίθετα, δεν έχει εφαρμογή επί προτάσεως ενστάσεως για ακυρότητα συμβάσεως, που επήλθε εξ αιτίας παραβάσεως του νόμου διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική. Ειδικότερα, η κατά τα παραπάνω συμπεριφορά του εργοδότη, συνιστώσα διακριτική ευχέρεια, να αποδεχθεί ή όχι τις υπηρεσίες του εργαζομένου με άκυρη σύμβαση εργασίας δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1791/2006, ΑΠ 1068/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο πρώτος λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 3786/2018 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως τα άρθρα 183 παρ.2 ΑΚ και 13 ν. 2012/1992, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 β.δ. 683/1948 και 31 ν. 3252/2004 έτσι, εν τέλει, απέρριψε την αγωγή στην ουσία. Ειδικότερα, δεν εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 183 παρ.2 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, "αφού είχε χωρήσει, εν προκειμένω, σιωπηρή επικύρωση της επίμαχης άκυρης συμβάσεως εργασίας με τον Ω.Κ.Κ." και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 ν. 2012/1992 (σε συνδυασμό προς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 β.δ. 683/1948 και 31 ν. 3252/2004), που δεν ήταν εφαρμοστέα. Ο δεύτερος λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 3786/2018 απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αντένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, που παραδεκτώς είχε προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, σε αντίκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) περί ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως εργασίας, συνεπεία ελλείψεως της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος νοσηλευτή ήτοι ότι το εναγόμενο κατά κατάχρηση δικαιώματος επικαλείται την ακυρότητα της επίδικης συμβάσεως εργασίας, εν όψει του δικαιώματός της να αποδέχεται το εναγόμενο τις παρεχόμενες υπηρεσίες της και μετά την καταγγελία, την 31.12.2012, της επίδικης συμβάσεως εργασίας και να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας. Κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι επί προτάσεως ενστάσεως για ακυρότητα συμβάσεως, που επήλθε συνεπεία παραβάσεως του νόμου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 281 ΑΚ, αφού η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική. Συγκεκριμένα, η συνιστώσα διακριτική ευχέρεια του αναιρεσίβλητου, εναγομένου εργοδότη συμπεριφορά να μην αποδεχθεί την παρεχόμενη εργασία της αναιρεσείουσας, εναγομένης εργαζομένης του με άκυρη σύμβαση εργασίας και έτσι να μην καθίσταται υπερήμερος και να οφείλει μισθούς υπερημερίας, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, αυτός ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί της καταχρηστικής ασκήσεως της ως άνω ευχέρειας του αναιρεσίβλητου, που εκείνη (αναιρεσείουσα) υπολαμβάνει ως δικαίωμα, δεν συνιστά νόμιμη αντένσταση και ως εκ τούτου δεν είναι ουσιώδης και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, το εφετείο στην 3786/2018 απόφαση, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί κατά περιεχόμενο, χάριν της εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη: "Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" (Ω.Κ.Κ.) προσέλαβε, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Γενικό Διευθυντή, Καθηγητή Α. Ν. Κ. και κατόπιν της από 11.6.1992 απόφασης του Δ.Σ. αυτού, δυνάμει της από 4.9.1995 εγγράφου σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ως υπάλληλο νοσηλεύτρια και μάλιστα ως Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Αιμοδυναμικού Εργαστηρίου, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί 8ωρο ημερησίως στην επί της Λεωφόρου Συγγρού αριθμός 356 (περιοχή Καλλιθέας Αττικής), έδρα του εναγομένου, ενώ αυτή από το έτος 1977 διαθέτει το με αριθμό μητρώου 6628/4.2.1977 πτυχίο της Ανωτέρας Σχολής Αδελφών Νοσοκόμων και Επισκεπτριών κατά τα έτη 1973 - 1976 και εργάσθηκε από το έτος 1978 μέχρι της ανωτέρω προσλήψεώς της στο Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, με καθήκοντα στο εναγόμενο την σύνταξη των προγραμμάτων υπηρεσίας προσωπικού του παραπάνω Εργαστηρίου, τον έλεγχο της υπάρξεως εξειδικευμένων υλικών και την εν γένει φροντίδα για την εύρυθμη λειτουργία αυτού (Εργαστηρίου) και στην παραπάνω θέση παρέμεινε μέχρι την 31.12.2012, οπότε καταγγέλθηκε η εργασιακή της σύμβαση από το εναγόμενο, κατόπιν της από 24.5.2012 απόφασης του Δ.Σ. του, που επικυρώθηκε και στην επόμενη από 28.6.2012 συνεδρίασή του. Σημειώνεται ότι την 30.7.2012, επιδόθηκε στην ενάγουσα η με την ίδια ημερομηνία καταγγελία με προειδοποίηση της επίδικης σύμβασης εργασίας υπογεγραμμένη από τον Γενικό Διευθυντή του εναγομένου, ενώ την τελευταία ημέρα εργασίας της, την 31.12.2012, καταβλήθηκε στην ενάγουσα η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ύψους 15.000 ευρώ. Η παραπάνω καταγγελία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μέτρων καταγγελίας συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού του, που έλαβε το εναγόμενο για τη μείωση του λειτουργικού κόστους, με αντίστοιχη μείωση του αριθμού των εργαζομένων του, λόγω της φθίνουσας οικονομικής του πορείας, ... οι μηνιαίες δε αποδοχές της ενάγουσας κατά τη λύση της εργασιακής της σύμβασης ανέρχονταν στο ποσό των 2.511,18 ευρώ. Περαιτέρω, ο εργοδότης - εναγόμενο παραδεκτά επικαλέσθηκε κατ' ένσταση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καταχωρηθείσας στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, όσον και στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, που επαναφέρει (ένσταση), με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, την έλλειψη άδειας ασκήσεως του νοσηλευτικού επαγγέλματος από την ενάγουσα - εφεσίβλητη και, συνεπώς, την ακυρότητα της επιδίκου σύμβασης εργασίας της, τόσο κατά την πρόσληψή της, όσο και μεταγενέστερα, λόγω μη νομίμου πραγματοποιηθείσης επικύρωσής της και γι' αυτό, όπως ισχυρίζεται, δεν είναι υποχρεωμένο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας μετά την καταγγελία, την 31.12.2012, της επιδίκου εργασιακής σχέσης. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογείται από τους διαδίκους, η ενάγουσα κατείχε, κατά το χρόνο της πρόσληψής της από το εναγόμενο, την 4.9.1995, μόνο το ως άνω με αριθμό μητρώου 6628/4.2.1977 πτυχίο της Ανωτέρας Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων και Επισκεπτριών, όχι όμως και την απαιτούμενη σχετική άδεια άσκησης επαγγέλματος νοσηλεύτριας, συνεπώς, η έλλειψή της καθιστά για το λόγο αυτό άκυρη την επίδικη σύμβαση εργασίας. Η ενάγουσα μεταγενέστερα βεβαίως απέκτησε την με αριθμό πρωτοκόλλου 6162/15.3.2010 άδεια ασκήσεως επαγγέλματος νοσηλεύτριας για όλη την επικράτεια της Νομαρχίας Αθηνών, Τμήμα Υπηρεσιών Υγείας, η οποία, όμως, άδεια δεν επικύρωσε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, την άκυρη σύμβαση εργασίας της ώστε να την μετατρέψει σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, καθ' όσον αυτή, ως αποτελούσα νέα δικαιοπραξία, δεν συνήφθη εγκύρως και νομίμως, αφού δεν συνέτρεχαν όλοι οι όροι της εξ υπαρχής καταρτίσεώς της, κατά τα αναφερόμενα στον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό Λειτουργίας του εναγομένου, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις του ν. 2012/1992, ... Συγκεκριμένα, δεν επαναλήφθηκε η νέα ρητή έγγραφη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων μερών, ...μη αρκούσης της σιωπηρής σχετικής ... δήλωσης βούλησης των μερών ούτε της απλής υποβολής της άδειας άσκησης του νοσηλευτικού επαγγέλματος στο εναγόμενο ούτε η μετά την υποβολή της συνέχιση της αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, όπως και προηγουμένως από τον εργοδότη, τελούντα πλέον εν γνώσει της απόκτησης μεταγενεστέρως της άδειας, αλλά απαιτείται η επανάληψη έγγραφης κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τα μέρη, κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, γεγονός, που δεν έλαβε χώρα στην προκειμένη υπόθεση. Επομένως, η ένδικη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας για την προεκτιθέμενη αιτία ήταν και παρέμεινε άκυρη, λογιζόμενη ως μηδέποτε γενομένη, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, συνακολούθως, το εναγόμενο, που έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας μετά την στις 31.12.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δεν κατέστη υπερήμερο, συνεπώς, η ενάγουσα δεν μπορεί να θεμελιώσει, με την επίκληση δήθεν ύπαρξης έγκυρης σύμβασης εργασίας και υπερημερίας του εργαζομένου, τις αξιώσεις της για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 31.12.2012 μέχρι 31.12.2013. Κατόπιν αυτών, γενομένης δεκτής ως κατ' ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης του εναγομένου - εργοδότη περί ακυρότητας της επιδίκου σύμβασης εργασίας τηςενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (i).- του άρθρου 183 παρ.2 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή του και (ii).- του άρθρου 13 ν. 2012/1992 (σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 β.δ. 683/1948και 31 ν. 3252/2004), με την εφαρμογή του, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές, η σιωπηρή δήλωση βουλήσεως [άρθρο 183 παρ.2 ΑΚ] δεν είναι δυνατή στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, ως νοσηλευτικού προσωπικού του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ., για την επικύρωση της επίμαχης συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε την 4.9.1995 και ήταν άκυρη, συνεπεία της ελλείψεως άδειας ασκήσεως επαγγέλματος [άρθρα1 β.δ. 683/1948, 31 ν. 3252/2004], αφού απαιτείται από το νόμο [άρθρο 13 παρ.3ν. 2012/1992, σε συνδυασμό προς τον ισχύοντα ως ουσιαστικό νόμο Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του αναιρεσίβλητου Ω.Κ.Κ.] το έγγραφο, ως συστατικός τύπος. Επομένως και όπως εκτέθηκε στις μείζονες σκέψεις, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός, δηλ. ορισμένος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], όμως, είναι αβάσιμος. Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 26.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 3786/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 106, 179, 180 παρ.1, 183, 191 ΚΠολΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει στο σύνολο την από 26.11.2019 αίτηση για αναίρεση της 3786/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2021. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ