Αριθμός 135/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1… κ.λ.π 25. , κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους ..., εκ των οποίων οι με α/α 5η, 6η, 7η, 9η, 10η, 13η, 14η, 15η, 17η, 20η, 21η, 22η, 23η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 110/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3584/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2006 αίτησή του και τους από 28-7-2022 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, ανέγνωσε την από 4-10-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζήτησης διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 1387/2019). Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139) προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει : α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.". Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 1473/2022, 207/2020, 620/2017, 405/2016). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (18.10.2022), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 5η, 6η, 7η, 9η, 10η, 13η, 14η, 15η, 17η, 20η, 21η, 22η και 23η από τους αναιρεσίβλητους, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ε. Χ.. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με αριθμούς ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και των από 28.7.2022 προσθέτων λόγων αυτής και κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο (18.10.2022) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 128 παρ. 4, 143 παρ. 1, 498, 499 και 568 του ΚΠολΔ και το προεκτεθέν άρθρο 6 Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου -10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στη δικηγόρο Ε. Χ., η οποία υπέγραψε την ένδικη από 10.12.2002 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών 1476/16.12.2002 αγωγή και εκπροσώπησε όλους τους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, καθώς και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 21.6.2004 και με αριθμό κατάθεσης 1209/24.6.2004 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 3584/2006 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Εξάλλου, η ως άνω Δικηγόρος (και) των απόντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχει αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης. Μετά από αυτά και τα γενόμενα δεκτά στην ως άνω νομική σκέψη, εφόσον η προκείμενη διαφορά αντικείμενο έχει την καταβολή προς έκαστον των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) των αναφερόμενων στην αγωγή ποσών, τα οποία αντιστοιχούν σε μη καταβολή του επιδόματος Η/Υ και ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, πρέπει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Mε την από 28.9.2006 και αριθ. εκθ. κατάθ. …/29.9.2006 αίτηση αναίρεσης και τους από 28.7.2022 και αριθ. εκθ. κατάθ. 78/29.7.2022 πρόσθετους λόγους αυτής του αιτούντος Ν.Π.Δ.Δ. (εναγομένου) προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3584/2006 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής : "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "[...] Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 | Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: (α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές (β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση (γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας". Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, εκτός από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, και ορισμένα άλλα επιδόματα ή παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: [...] (η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (01.04.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]. Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (01.01.1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ. Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση όμοιων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος. Ειδικότερα, η σύγχρονη τεχνολογία, εκτός των άλλων αλλαγών που έχει επιφέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις, έχει αντικαταστήσει ή διαφοροποιήσει ή και εμπλουτίσει τα μέσα της εκτέλεσης ενός καθήκοντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας - εργασίας. Έτσι, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λ.π. Η αλλαγή απλώς του μέσου με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία - εργασία δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης του καθήκοντος ή της υπηρεσίας - εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν γεννά αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η παραπάνω δε διάκριση, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού. Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίον θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα. Περαιτέρω, από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α Π.Δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α 51), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 79 παρ. 5 εδ. δ' Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι οι διοικητικές υπηρεσίες του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου διαρθρώνονται σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Πληροφορικής, Γραμματείες και Αυτοτελή Γραφεία, από δε το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής σχετικώς με την Διεύθυνση Πληροφορικής: "1. Η Διεύθυνση Πληροφορικής συγκροτείται από τα Τμήματα: α. Οργάνωσης και Μεθόδων, β. Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και γ. Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης. 2. Οι Αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής είναι: α. Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων. Αναλύει και μελετά τις οργανωτικές διαδικασίες των διοικητικών υπηρεσιών καθώς και των λοιπών μονάδων του Ιδρύματος, με σκοπό τον επανασχεδιασμό τους, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή των ρόλων των θέσεων εργασίας. Εξετάζει τις δυσλειτουργίες στη διεκπεραίωση του έργου των διοικητικών υπηρεσιών και διαμορφώνει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Μετράει τον φόρτο εργασίας των Τμημάτων και καθορίζει πρότυπη σύνθεση προσωπικού κατά Τμήμα, για την αξιοποίηση του προσωπικού και την ικανοποίηση των αναγκών του Ιδρύματος κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καταστρώνει προγράμματα αξιοποίησης και ανάπτυξης του διοικητικού προσωπικού του Ιδρύματος και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διοικητικού του Ιδρύματος για την κατάρτιση προγραμμάτων εκπαίδευσης, εξάσκηση και γενικότερη προετοιμασία του στελεχιακού ιδιαίτερα διοικητικού προσωπικού για την ανάληψη νέων καθηκόντων υψηλότερων προδιαγραφών. Διεξάγει οργανωτικές μελέτες επί θεμάτων που προσδιορίζει η Πρυτανεία και ο Προϊστάμενος Γραμματείας, β. Το Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων: Παρακολουθεί τις τεχνολογίες οργάνωσης γραφείου και προτείνει νέες εφαρμογές με την υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών. Αναλύει και σχεδιάζει τις διαδικασίες λειτουργίας των Διοικητικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος, με σκοπό την ανάπτυξη των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων. Μεριμνά για την τήρηση των βαθμών ασφαλείας των αρχείων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητά τους , σύμφωνα με την πολιτική του Ιδρύματος. Παρακολουθεί τις δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων και φροντίζει για την άρση αυτών. Συνεργάζεται με το Τμήμα οργάνωσης και μεθόδων για την επανεξέταση των διαδικασιών και της μηχανογραφικής τους υποστήριξης. Μεριμνά για την σύνταξη προδιαγραφών εξοπλισμού Πληροφορικής για τις υπάρχουσες ή νέες ανάγκες των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, καθώς επίσης και για τη σύνταξη των συμβάσεων προμήθειας και συντήρησης του σχετικού εξοπλισμού πληροφορικής. Φροντίζει σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες για την ύπαρξη των απαραιτήτων βάσεων πληροφοριών και παρέχει εξυπηρέτηση σε θέματα Στατιστικής Τεκμηρίωσης (στοιχεία ως προς τους φοιτητές, το προσωπικό, τα οικονομικά μεγέθη, τον εξοπλισμό, τα ερευνητικά Προγράμματα κ.λ.π.). γ. Το Τμήμα Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης: Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανογραφικών συστημάτων (κεντρικών και περιφερειακών). Μεριμνά για την ασφαλή τήρηση των αρχείων πληροφοριών και των προγραμμάτων, ώστε να επιταχύνεται η απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του Ιδρύματος. Παρέχει στα στελέχη των διοικητικών υπηρεσιών κάθε δυνατή βοήθεια στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τοπικές εφαρμογές στους περιφερειακούς προσωπικούς Η/Υ (PC) (πχ. επεξεργασία κειμένων, οργάνωση αρχείων, επεξεργασία πινάκων κλπ.) και εξασφαλίζει την συμβατότητα των εφαρμογών αυτών με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα. Ευθύνεται για την έγκαιρη προμήθεια των αναλωσίμων μηχανογραφικών υλικών της διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες προμηθειών του Ιδρύματος. Διασφαλίζει την συντήρηση του εξοπλισμού με βάση τις υπάρχουσες συμβάσεις" ( ΑΠ ολομ. 5/2021). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονταν. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 10.12.2002 (αριθ. εκθ. καταθ. 1476/16.12.2002) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι εργάζονται στο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις ειδικότερα σ' αυτή (αγωγή) αναφερόμενες ειδικότητες διοικητικής φύσεως, απασχολούμενοι σε αντίστοιχες θέσεις, που προβλέπονταν οργανικά. Ότι, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την ανατιθέμενη σ' αυτούς εργασία, ασκούν τα καθήκοντα χειριστών Η/Υ και συγκεκριμένα απασχολούνται με την επεξεργασία στοιχείων και καταχώριση εγγραφών σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς ωστόσο, να κατέχουν σχετικές οργανικές θέσεις πληροφορικής. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησαν την επιδίκαση επιδόματος πληροφορικής, κύρια με βάση τη σύμβαση και την αρχή της ισότητας, και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 110/2004 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποίαν έγινε δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Κατά της αποφάσεως αυτής το ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.6.2004 (αριθ. εκθ. καταθ. …/24.6.2004) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3584/2006 προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες εργάζονται από το έτος 1995 έως τους μήνες Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002 στο εναγόμενο με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσφέροντας συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, απασχολούμενοι με το σύνηθες ωράριο των λοιπών υπαλλήλων του και υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων τους, τακτικών υπαλλήλων του εναγόμενου. Ότι με την θέσπιση του νόμου 2839/2000 και αφού το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο έλεγξε τις ανωτέρω συμβάσεις τους, αναγνωρίστηκε η 24μηνη υπηρεσία τους και εκδόθηκαν οι σχετικές διαπιστωτικές πράξεις, κατατάχθηκαν (τους μήνες Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002) σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι πρόσφεραν συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, αμειβόμενοι όλοι κατά τις διατάξεις του ν. 2470/1997, περί μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων. Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1/1/2000 μέχρι 31/12/2002, κατ' εντολή της υπηρεσίας τους χειριζόταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή, απασχολούμενοι, μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύψουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών, ελλείψει προβλέψεως σχετικών οργανικών θέσεων και έχοντας ακόμη τα τυπικά προσόντα (απολυτηρίου λυκείου) και την υπερδιετή εμπειρία που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων παρ. 1 του ν. 2470/1997 και 18 του π.δ. 194/1988. Ότι το εναγόμενο αρνείται να τους χορηγήσει το επίδομα πληροφορικής- ηλεκτρονικού υπολογιστή, ύψους 30.000 δραχμών, μηνιαίως για τον τελευταίο από αυτούς, που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο ως μηχανικός πληροφορικής και ύψους 25.000 δραχμών, μηνιαίως για καθένα από τους λοιπούς, που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ως χειριστές Η/Υ και τα οποία προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επειδή δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 και κυρίως επειδή δεν υπηρετούν σε οργανικές θέσεις πληροφορικής. Ότι, αφού οι ενάγοντες απασχολήθηκαν, ως μηχανικός πληροφορικής ο τελευταίος απ' αυτούς και ως χειριστές Η/Υ οι λοιποί, αποκλειστικά με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και σε τμήματα όπου δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ, δικαιούνται το ένδικο επίδομα με βάση τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και του π.δ/τος 194/1988 αλλά και της αρχής της ισότητας, εν όψει του ότι το επίδομα αυτό καταβάλλεται στο προσωπικό του δημοσίου και των άλλων ν.π.δ.δ., που εκτελούν τις ίδιες εργασίες και έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα. Ότι το γεγονός ότι πριν τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2001 και Ιανουάριο 2002 οι διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις τους είχαν τη νομική μορφή των συμβάσεων έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτρέπει νομικά τη διεκδίκηση του ενδίκου επιδόματος και ασκεί έννομη επιρροή μόνο στη νομική βάση της αγωγής, αφού, ναι μεν η υποκρυπτόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη (άρθρο 174 του ΑΚ, γιατί δεν τηρήθηκαν οι ειδικά καθοριζόμενες από το νόμο 2190/1994 προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της ως τέτοιας, ήτοι με έγγραφη διαδικασία διαγωνισμού ή επιλογής κλπ, αλλά και του οργανισμού του εναγόμενου, ΠΔ 48/16.3.1998), ο εργαζόμενος όμως δικαιούται να αξιώσει την ωφέλεια που τυχόν προσπορίστηκε ο εργοδότης του από την παροχή τέτοιας εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία ωφέλεια συνίσταται στο ίδιο ποσό που θα κατέβαλε ο εργοδότης αν απασχολούσε άλλο πρόσωπο στην ίδια εργασία με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ότι με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (για τις αξιώσεις εκάστου των εναγόντων πριν τους μήνες Δεκέμβριο 2001 και Ιανουάριο 2002, κατά τη σχετική επικουρική βάση της αγωγής) οι ενάγοντες δικαιούνται όλο το αιτούμενο ποσό, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο. Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι : α) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σ' αυτό με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα γι' αυτές ως διοικητικοί υπάλληλοι, τεχνικοί κ.λ.π., β) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος στα τμήματα και διευθύνσεις αυτού που δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν ο μεν τελευταίος ως μηχανικός πληροφορικής, οι δε λοιποί ως χειριστές Η/Υ απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) χρονικά διαστήματα, γ) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσιβλήτων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του μηχανικού πληροφορικής και χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και δ) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 Ν. 2470/1997, καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με την χρήση Η/Υ δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών. Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι, ενόψει του ότι δεν αρκεί πλέον για τη χορήγησή του απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, κατ' αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλά απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι αυστηρές προϋποθέσεις, που έθεσε η παρ. 11 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, όπως και η κατοχή οργανικής θέσεως του κλάδου. Η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων απλή και σε κάθε περίπτωση η "εν τοις πράγμασι" χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους με τις προαναφερθείσες ειδικότητες, ήτοι ως διοικητικών ή οικονομικών ή άλλης φύσεως υπαλλήλων, μη εργαζομένων σε ειδικές θέσεις πληροφορικής με την πλήρη απασχόληση σε ειδικές θέσεις πληροφορικής για τις οποίες απαιτούνται ως υπάλληλοι να έχουν ειδικά προσόντα και να έχουν προσληφθεί σε συγκεκριμένες θέσεις, είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής και συνεπώς η απλή ή σε κάθε περίπτωση "εν τοις πράγμασι" χρήση Η/Υ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει μάλιστα και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων για την οποίαν το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως, σε άλλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικές θέσεις των προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και έτσι τελούν υπό εντελώς διαφορετικές εργασιακές συνθήκες από εκείνες των συναδέλφων τους που πληρούν τις προαναφερθείσες νόμιμες προϋποθέσεις και κατέχουν τις αντίστοιχες οργανικές θέσεις με διαφορετικές συνθήκες και αντικείμενο εργασιών. Ως εκ τούτου δεν υπήρξε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτε θεμελιώνεται ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, συνιστάμενος στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο επίδομα πληροφορικής, που θα κατέβαλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα, τα οποία θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα, που παρείχαν την εργασία, δηλαδή τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς οι πρόσθετοι λόγοι αυτής , κατ' ορθή εκτίμηση και όχι του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που εσφαλμένα επικαλείται το αναιρεσείον και αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως επί αποφάσεως του ειρηνοδικείου, με τους οποίους το αναιρεσείον επικαλείται την παραπάνω πλημμέλεια και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και έκρινε ότι το εναγόμενο ανέθεσε στους ενάγοντες ως διοικητικούς υπαλλήλους αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του μηχανικού πληροφορικής στον τελευταίο και του χειριστή Η/Υ στους λοιπούς, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτό (εναγόμενο) από την εργασία τους αυτή ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων, βάσει του άρθρου 17 του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής στους δικαιούχους των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 και 8 παρ. 8 Ν. 3205/2003 και με κακή εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου λόγου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι ως άνω αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωσή της, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση, και να γίνει δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν κατά της υπ' αριθ. 110/2004 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποίαν έγινε δεκτή η από 10.12.2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να απορριφθεί η εν λόγω αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009) "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται. Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων, που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά, από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή (ΑΠ 1473/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας Γραμματέα, στις 12.10.2022, δηλαδή πριν την ημέρα της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς στις 13.11.2006 σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση. Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με τον νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005). Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των ποσών, τα οποία πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ως άνω νόμου 3801/2009 το αναιρεσείον τους κατέβαλε ως επίδομα πληροφορικής, συμμορφούμενο εκουσίως στις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι νομικά βάσιμος, αφού στηρίζεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 13.11.2006 κατέβαλε με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του (μετ` αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ, ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσά (βλ. το με αριθμό πρωτ. 31301/5.7.2022 έγγραφο της προϊσταμένης της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, την από 10.10.2006 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε ο εκκαθαριστής αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ και το από 3.10.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της αναπληρώτριας προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος). Επειδή, όμως, τα ως άνω ποσά, που αφορούν επίδομα πληροφορικής, καταβλήθηκαν στους αναιρεσίβλητους στις 13.11.2006 (δηλαδή μέσα στο διάστημα από 1.1.1997 έως 4.9.2009), καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση της εκτεθείσας διάταξης του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην υποχρεούνται στην επιστροφή τους. Κατόπιν αυτού η υποβληθείσα από το αναιρεσείον αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ.1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αριθμ.18 Εισ ΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987 και 2 της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ( άρθρο 17 παρ. 1 Ν.3086/2002). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3584/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 21.6.2011 και αριθ. κατάθ. 127066/2423/24.9.2004 έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθ. 110/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.12.2002 και αριθ. κατάθ. 1476/16.12.2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και KATAΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ