Αριθμός 1405/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της 115,115α,116, 116α, 116β, 116γ, 117, 118, 124, 125, 132, 133, 134, 135, 142, 143, 144, 145, 146, 147, 148/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ2 χήρα Ψ1 και 2. Ψ3 του Ψ1, κατοίκους ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Χυτήρη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2006 και 13 Φεβρουαρίου 2007 δύο αιτήσεις του καθώς και στο από 24 Απριλίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 268/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκεινται προς κρίση οι από 7-11-2006 και 12-2-2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι από 24-4-2007 πρόσθετοι λόγοι επί της δευτέρας, ως άνω αιτήσεως κατά της αυτής αποφάσεως του ΜΟΕ Πειραιώς, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί καμία εξ αυτών. Η πρώτη, από 7-11-2006 αίτηση αναιρέσεως, είναι απορριπτέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ ως απαράδεκτη, αφ΄ενός μεν γιατί δεν ασκήθηκε, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 474 και 473 παρ.2 ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής ή στον διευθυντή των φυλακών, αν συντρέχουν στις τρεις τελευταίες περιπτώσεις οι οικείες προϋποθέσεις ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφ΄ετέρου δε γιατί δεν περιέχει κανένα απολύτως σαφή και ορισμένο λόγο από εκείνους που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 299 παρ.1 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής με το άρθρο 33 του Ν.2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος (έστω και ενδεχόμενος) που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου με τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός δράστες, κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, κατά το οποίο, αν δυο ή περισσότερες τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη αυτή πράξη, καθένας τους τιμωρείται, ως συναυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση εγκλήματος, ως συναυτουργός (Ολ.ΑΠ 50/1990). Εξ άλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το δικαστήριο που την έχει εκδώσει συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ή δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά ή δεν περιέχονται οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτήν από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθορ 510 παρ.Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος από το άρθρο 178 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική. 'Ετσι, το δικαστήριο, στη διαδικασία σχηματισμού της πεποιθήσεώς του, δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση μόνον αποδεικτικών μέσων, αλλά η κρίση του, εφόσον δεν αντιτίθενται αποδεικτικές απαγορεύσεις, προκύπτει από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της αξιολογήσεως όλων των αντιδράσεων των προσώπων που λαμβάνουν χώρα στην κύρια διαδικασία και συνεπώς και των φυσικών και ψυχικών αντιδράσεων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄είδος μνημονεύει εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και επέβαλε εις αυτόν, μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, ποινή καθείρξεως 18 ετών. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία με άλλο άγνωστο πρόσωπο, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό της παρούσης και για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο παθών Ψ1 υπηρετούσε στην .... ΜΕ του ΓΕΣ με το βαθμό του λοχαγού. Ήταν νυμφευμένος με τη Ψ2 (πολιτικώς ενάγουσα) και είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Ο κατηγορούμενος είναι αρχιφύλακας της ΕΛΑΣ. Έχει υπηρετήσει στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία, στο τμήμα δίωξης λαθρομεταναστών και σε άλλες υπηρεσίες, κατά δε τον ένδικο χρόνο (15-7-1997) υπηρετούσε στην υπηρεσία ελέγχου νυχτερινών κέντρων και συνήθως εργαζόταν τις νυχτερινές ώρες. Είναι νυμφευμένος με την Φ1 από το έτος 1992, με την οποία έχει αποκτήσει δύο παιδιά. Η σύζυγος του κατηγορουμένου είχε καταταγεί στο υγειονομικό σώμα του Ελληνικού Στρατού και από το Σεπτέμβριο 1996 μετετέθη στην ...ΜΕ, όπου υπηρετούσε και ο ανωτέρω Ψ1. Ο τελευταίος από το τέλος Φεβρουαρίου 1997 συνήψε ερωτικό δεσμό με την συνάδελφο του υπαξιωματικό Φ1. Ο δεσμός αυτός έγινε γρήγορα ευρύτερα γνωστός, τόσο στον επαγγελματικό τους χώρο, όσο και στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Ειδικά ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του ως άνω δεσμού της συζύγου του με τον παθόντα από τηλεφωνήματα που έκανε σ' αυτόν η σύζυγος του παθόντος λοχαγού Ψ2 και δη: το πρώτον έλαβε γνώση του εν λόγω δεσμού στις αρχές Μαρτίου 1997 από τα τηλεφωνήματα της τελευταίας. Η ίδια η Φ1 ομολόγησε τον ερωτικό της δεσμό με τον Ψ1 σε συγγενικά της πρόσωπα, που συγκεντρώθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου μετά από πρωτοβουλία της μητέρας της Φ2, προκειμένου να συζητήσουν το σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα που δημιουργήθηκε στις σχέσεις του κατηγορουμένου και της συζύγου του. Η μητέρα της συζύγου του κατηγορουμένου πληροφορήθηκε την ύπαρξη της εξωσυζυγικής σχέσης της κόρης της από τηλεφωνήματα που δέχθηκε από τη Ψ2, στις αρχές Μαρτίου 1997. Ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε στην ομολογία της συζύγου του, γιατί η τελευταία τον διαβεβαίωσε ότι θα διακόψει τον δεσμό αυτόν. Από τότε όμως που έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος της ερωτικής σχέσης της συζύγου του με τον παθόντα, ο τελευταίος και η οικογένεια του άρχισαν να δέχονται απειλητικά τηλεφωνήματα, τα οποία ο παθών απέδιδε στον κατηγορούμενο. Αρχικά τους απείλησαν ότι θα τους κάψουν το αυτοκίνητο. Πράγματι στις 26-3-1997 και περί ώρα 02.00΄ έλαβε χώρα απόπειρα εμπρησμού στο υπ' αριθμ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ1, που ήταν σταθμευμένο έξω της οικίας του επί της οδού ......Κατ' εκείνη την ώρα που έγινε η απόπειρα εμπρησμού, επί της ως άνω οδού, που είχε ελάχιστη κυκλοφορία, έγινε αντιληπτό ένα άτομο με μαύρο κράνος, δερμάτινο μπουφάν, επί μιας μαύρης μοτοσικλέτας χωρίς αριθμό κυκλοφορίας. Το άτομο αυτό είναι εκείνο που επιχείρησε τον εμπρησμό του αυτοκινήτου και δη: προσπάθησε να σπάσει το παράθυρο της πίσω αριστερής πόρτας του αυτοκινήτου με αμβλύ αντικείμενο για να ρίξει εντός αυτού τον εκρηκτικό μηχανισμό, πλην όμως ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός του αυτοκινήτου και εγκατέλειψε την προσπάθεια, ρίχνοντας τον εκρηκτικό μηχανισμό στον αριστερό οπίσθιο τροχό, επί του οποίου έλαβε χώρα μικρής εκτάσεως η πυρκαϊά. Μετά την ως άνω απόπειρα εμπρησμού του αυτοκινήτου η οικογένεια Ψ1 εξακολούθησε να δέχεται απειλητικά τηλεφωνήματα από άγνωστους, άνδρα και γυναίκα, μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1997 περίπου, δηλαδή λίγο καιρό πριν από την δολοφονία του Ψ1. Εκτός από τον τελευταίο, απειλητικά τηλεφωνήματα είχαν δεχθεί η Ψ2 και ο γιος της Ψ3, με περιεχόμενο "να την αφήσει ήσυχη γιατί θα έχει συνέχεια", "πες του να μαζευτεί γιατί θα τον βρουν στον κάδο", "το πρώτο παιδί θα το κάνουν ναρκομανή και το δεύτερο θα το βιάσουν", "θα τους σκοτώσουν όλους". Ο ερωτικός δεσμός των ανωτέρω προσώπων συνεχίστηκε και μετά τον ανωτέρω εμπρησμό και δη διήρκεσε περίπου μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1997, δηλαδή 30 ημέρες περίπου πριν από την δολοφονία του Ψ1. Τα εν λόγω πρόσωπα πραγματοποιούσαν συναντήσεις, παρά το φόβο και την ταραχή, που τους δημιούργησε ο ανωτέρω εμπρησμός και τα προαναφερόμενα απειλητικά τηλεφωνήματα. Πρόσεχαν πάντως περισσότερο για να μη γίνονται αντιληπτοί από τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις συναντήσεις τους είχαν και συχνή τηλεφωνική επικοινωνία με τα κινητά τους τηλέφωνα με αριθμούς ..... και ...., τα οποία ανήκαν, το μεν πρώτο στην Φ1, το δε δεύτερο στον Ψ1 και τα είχαν προμηθευτεί κρυφά από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Η Φ1 από το ως άνω τηλέφωνο της είχε καλέσει το κινητό τηλέφωνο του Ψ1 και είχε με αυτόν επικοινωνία συχνή και σε διάφορες ώρες μέχρι την 28-5-1997. Ο τελευταίος για λόγους ασφαλείας και επειδή φοβόταν από τις τηλεφωνικές απειλές, μετέβαινε στο φαρμακείο της εξαδέλφης του και μάρτυρος κατηγορίας Ζ1, τις απογευματινές ώρες, όπου εκεί δεχόταν τηλεφωνήματα από την Φ1 στο κινητό του τηλέφωνο, η οποία μάλιστα και μία φορά είχε τηλεφωνήσει και στο σταθερό τηλέφωνο του φαρμακείου. Για να διευκολύνεται ο Ψ1 στις συναντήσεις του με την Φ1 διέμενε αρκετές φορές και στο σπίτι της εξαδέλφης του όπου είχε μεταφέρει πολιτικά ρούχα, οπότε έφευγε με στρατιωτικά ρούχα από το σπίτι του και εν συνεχεία φορούσε τα πολιτικά και συναντούσε την Φ1. Εν τω μεταξύ η Ψ2 εξακολούθησε να τηλεφωνεί στη Φ2 μέχρι τα μέσα Μαΐου 1997 περίπου και μάλιστα δύο φορές την ημέρα, επιμένοντας ότι ο ερωτικός δεσμός του συζύγου της με την Φ1 συνεχιζόταν. Ενοχλημένη η Φ2, μητέρα της Φ1, από τη συχνότητα των τηλεφωνημάτων, αναγκάστηκε να ζητήσει από την Ψ2 να μην της ξανατηλεφωνήσει. Η τελευταία τηλεφωνούσε συχνά και στον κατηγορούμενο μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1997, με τον ισχυρισμό ότι συνεχιζόταν ο ερωτικός δεσμός των συζύγων τους, οπότε και ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε τις κινήσεις της συζύγου του και της έκανε ελέγχους, διότι αμφέβαλε πλέον και δη: προ πολλού για την ειλικρίνεια αυτής περί διακοπής του ως άνω δεσμού της. Ο Ψ1 είχε υποψιαστεί τον κατηγορούμενο ως τον υπαίτιο της απόπειρας εμπρησμού του αυτοκινήτου του και των απειλητικών τηλεφωνημάτων προς αυτόν και τους οικείους του και το είχε εκμυστηρευθεί σε στενά του πρόσωπα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Όπως προαναφέρθηκε η Φ1 υποσχέθηκε στην ανωτέρω οικογενειακή συγκέντρωση ότι θα διακόψει τον ερωτικό δεσμό με τον Ψ1. Παρά ταύτα όμως δεν τήρησε την υπόσχεση της και συνέχισε τον εν λόγω δεσμό της χωρίς διακοπή, μέχρι περίπου τα μέσα Ιουνίου 1997. Τη συνέχιση του δεσμού αυτού γνώριζε και ο κατηγορούμενος από τα τηλεφωνήματα που του έκανε η σύζυγος του θύματος Ψ2 και από τις παρακολουθήσεις που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος πραγματοποιούσε στις κινήσεις της συζύγου του, γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις της περί διακοπής της ερωτικής σχέσης της με το θύμα, δεδομένου ότι ήταν ψευδείς, αφού αυτή συνεχίστηκε συνεχώς καθόλο το προαναφερόμενο διάστημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 15-7-1997 περί ώρα 05.55΄ ο παθών Ψ1 εξήλθε της οικίας του στην οδό ......, όπως έκανε κάθε πρωί και, βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο της οδού ....., κατευθυνόταν προς την πλατεία ....., προκειμένου να επιβιβασθεί στο υπηρεσιακό λεωφορείο και να μεταβεί στην ως άνω μονάδα του. Στη συμβολή των οδών .... και .... τον πλησίασαν δύο (2) άτομα, που επέβαιναν σε δίκυκλη μοτοσικλέτα αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας και τον πυροβόλησαν τέσσερις (4) φορές από απόσταση 80 εκατοστών, επιδιώκοντας το θάνατό του. Από τους πυροβολισμούς αυτούς τον τραυμάτισαν σοβαρότατα στη θωρακική χώρα και στη δεξιά ωμοπλάτη με αποτέλεσμα να εκπνεύσει μετά από λίγο, παρά την έγκαιρη διακομιδή του στο Τζάνειο Νοσοκομείο και τις προσπάθειες του ιατρικού προσωπικού. Δράστης της ανωτέρω συμπεριφοράς σε βάρος του Ψ1, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του ως μόνης ενεργού αιτίας είναι ο κατηγορούμενος, μαζί με τον ως άνω άγνωστο συναυτουργό του. Ο κατηγορούμενος βλέποντας ότι ο παθών συνέχιζε να έχει ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του, παρά και τις ανωτέρω προειδοποιήσεις τους (απόπειρα εμπρησμού του αυτοκινήτου του παθόντος, απειλητικά τηλεφωνήματα προς αυτόν και την οικογένεια του) αποφάσισε να σκοτώσει τον παθόντα; ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αφού προηγουμένως κατέστρωσε προς τούτο ειδικό σχέδιο και δη έχοντας πληροφορηθεί τον τόπο κατοικίας του παθόντος, το χρόνο της ημερήσιας αναχώρησης προς την εργασία του, το ημερήσιο δρομολόγιο του προς το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιούσε για να μεταβεί στην εργασία του, και την απόσταση που διήνυε για να φθάνει στο εν λόγω λεωφορείο, καθώς και το χρόνο που απαιτούσε η διαδρομή αυτή, και ευρισκόμενος σε ήρεμη - ψύχραιμη κατάσταση αποφάσισε και σκότωσε, μαζί με τον ως άνω συναυτουργό του τον Ψ1 τον οποίον και οι δύο πυροβόλησαν με τον προαναφερόμενο τρόπο Το ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την απόφαση και την εκτέλεση της ως άνω πράξης του προκύπτει από το ότι πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα είχε πληροφορηθεί για τελευταία φορά τις ερωτικές σχέσεις του θύματος με τη σύζυγο του και δη: πριν από 30 περίπου ημέρες και μετά ταύτα προέβη στην θανάτωση του με σχέδιο το οποίο μαρτυρεί ψύχραιμη αντιμετώπιση του θέματος που δημιουργήθηκε σ' αυτόν από την ανωτέρω σχέση. Μάλιστα η αρχική πληροφόρηση του ανωτέρω ερωτικού δεσμού έγινε τον Μάρτιο του 1997, κατά τα ανωτέρω. Αλλά και μετά ταύτα συνεχώς επληροφορείτο για το δεσμό της συζύγου του με τον Ψ1 από τα τηλεφωνήματα της συζύγου του τελευταίου, χωρίς να προβάλλει κάποια έντονη φανερή αντίδραση, τόσον έναντι της συζύγου του, όσο και έναντι του Ψ1, πλην της απόπειρας εμπρησμού του αυτοκινήτου του. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο άτομο του περιβάλλοντος του, που παραμένει εισέτι άγνωστο, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, οργάνωσε και εκτέλεσε την θανάτωση του Ψ1 και δη του έστησε ενέδρα κατά το χρόνο που μετέβαινε στην εργασία του και αφού τον πυροβόλησε επανειλημμένα, εξαφανίστηκε με μοτοσυκλέτα κατά τα ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος είχε λόγους να σκοτώσει τον Ψ1, εξαιτίας του ως άνω ερωτικού δεσμού από τον οποίο εθίγετο, παρά την ψύχραιμη έως αδιάφορη στάση του, που τηρούσε κατά τις τηλεφωνικές συνομιλίες του μετά της Ψ2. Αμέσως μετά τη γνώση του ερωτικού αυτού δεσμού άρχισαν τα ως άνω ανώνυμα τηλεφωνήματα στην οικία του Ψ1 και μάλιστα με περιεχόμενο, που συνάπτεται με τον ερωτικό αυτό δεσμό όπως "να την αφήσει ήσυχη...".Προηγουμένως στην οικία του Ψ1 δεν εγένοντο τέτοιου είδους τηλεφωνήματα, αφού, αυτός ήταν άτομο που δεν είχε προβλήματα με κανένα άλλο άτομο και διατηρούσε καλές σχέσεις στην υπηρεσία του και στο εν γένει περιβάλλον του, ενώ δεν είχε συναναστροφές με ύποπτα πρόσωπα. Η ως άνω απόπειρα εμπρησμού του αυτοκινήτου του θύματος έγινε σχεδόν με όμοιο τρόπο με τη δολοφονία του και δη: χρησιμοποιήθηκε μαύρη μοτοσυκλέτα, χωρίς πινακίδες, στην οποία επέβαινε άτομο φορώντας κράνος και μαύρο μπουφάν. Οι υποψίες του Ψ1, τόσο για τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του, όσο και για τα απειλητικά τηλεφωνήματα όπως προαναφέρθηκε, εστράφησαν αμέσως στον κατηγορούμενο. Αυτό το είχε αναφέρει στη σύζυγο του, στην εξαδέλφη του Ζ1 και στην Φ1. Τα πρόσωπα αυτά με τις καταθέσεις τους επιβεβαίωσαν το γεγονός αυτό περί του ότι δηλαδή ο ανωτέρω υποπτευόταν τον κατηγορούμενο, ως το πρόσωπο που επιχείρησε τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του και προέβαινε στα ως άνω απειλητικά τηλεφωνήματα. Μάλιστα ο Ψ1 ζήτησε από τη σύζυγο του κατηγορουμένου Φ1 την τελευταία αναλυτική κατάσταση τηλεφωνημάτων του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου για να ελέγξει τις κλήσεις του. Και αφού την πήρε την φύλαξε και την παρέδωσε στην εξαδέλφη του Ζ1 λέγοντας της "πάρε και κράτησε το, δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται". Η Φ1 την κατάσταση αυτή ,που την βρήκε στο καλάθι των αχρήστων και δη σχισμένη, την παρέδωσε στον Ψ1 περί τα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 1997, δηλαδή μετά τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του Ψ1, γεγονός που βεβαιώνει ότι ο ερωτικός δεσμός των εν λόγω προσώπων συνεχιζόταν, παρά τις διαβεβαιώσεις της Φ1 προς τον κατηγορούμενο ότι έχει διακόψει τη σχέση της με τον Ψ1. Μάλιστα η Φ1 για να διευκολύνει τον Ψ1, σημείωσε και ιδιοχείρως μερικά ονόματα ατόμων στα οποία ανήκαν οι αριθμοί κλήσεως, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς τα στοιχεία αυτά της ως άνω κατάστασης. Την ημέρα της δολοφονίας του Ψ1 έγινε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου, στα πλαίσια προανάκρισης για την ανθρωποκτονία και βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πολλά όπλα και φυσίγγια, για την οποία σχηματίστηκε δικογραφία. Ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη και καταδικάστηκε για παράνομη κατοχή όπλων δυνάμει της υπ'αριθμ. 320/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών. Μεταξύ των πολλών όπλων που βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου ήταν μια σιδηρογροθιά και μια καραμπίνα κυνηγετική μάρκας ΜΑVERICK με αριθμό .... . Η καραμπίνα αυτή που διατίθεται στο εμπόριο σε μήκος 108 εκατοστών, δεν έφερε κοντάκι, έφερε πιστολοειδή λαβή και η κάνη της ήταν κομμένη, το δε συνολικό της μήκος ήταν 61,5 εκατοστά και το μήκος της κάνης της ήταν 46 εκατοστά. Όπως δε αυτή είχε διαμορφωθεί χαρακτηρίζεται ως όπλο κατά την έννοια του νόμου, και δη, όχι κυνηγετικό. Από τον αριθμό και το είδος των όπλων που βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτός είχε καλές γνώσεις περί τα όπλα, αλλά και ιδιαίτερη σχέση με αυτά, που δεν δικαιολογείται από το επάγγελμα του και τις ανάγκες της εκπαίδευσης του. Το ότι δεν αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι ο θανατωθείς κτυπήθηκε δια των ανωτέρω όπλων, που κατείχε στην οικία του ο κατηγορούμενος, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος σκότωσε τον ανωτέρω με όπλο, που είχε προμηθευτεί και στη συνέχεια το έκρυψε σε άγνωστο σημείο, για να συσκοτίσει την διελεύκανση της εις βάρος του κατηγορίας, ενώ συγχρόνως και ταχύτατα, μετά τους πυροβολισμούς εξαφάνισε και τα στοιχεία, που σχετίζονται με τους πυροβολισμούς (κάλυκες κλπ), για τον ίδιο σκοπό Από όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η δολοφονική επίθεση κατά του Ψ1 έγινε από τον κατηγορούμενο, που είχε ισχυρό κίνητρο γι'αυτό, και ήταν προσχεδιασμένη απ'αυτόν, με σκοπό τη θανάτωση του θύματος, γεγονός το οποίο πέτυχε με την χρήση πυροβόλου όπλου από μικρή απόσταση βολής (80 εκατοστά), με το οποίο μάλιστα τον κτύπησε σε ευπαθή σημεία του σώματος του, με τον τρόπο και τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν. Η πολύ καλή σχέση και εμπειρία του στη χρήση των μοτοσυκλετών και των όπλων συνηγορεί στο ότι άνετα σχεδίασε και εκτέλεσε την προαναφερομένη θανάτωση του θύματος του. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση της ανωτέρω πράξης της ανθρωποκτονίας του Ψ1, ενήργησε ψυχραίμως, αφού βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δεδομένου ότι ο ερωτικός δεσμός της συζύγου του με τον Ψ1 διήρκεσε μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1997, ενώ το μετέπειτα χρονικό διάστημα και δη μέχρι την ημέρα της ως άνω δολοφονίας (15-7-1997) δεν αποδείχτηκε ότι συνεχίστηκε ο εν λόγω δεσμός μεταξύ των ανωτέρω προσώπων. Συνεπώς αποδείχθηκε ότι είχε διακοπεί περίπου για 30 ημέρες πριν από την ημέρα που ο κατηγορούμενος προέβη στην ανωτέρω πράξη του, που έλαβε χώρα στις 15-7-1997. Άλλωστε αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τη διακοπή αυτή και δη από τα μέσα Ιουνίου 1997, δεδομένου ότι ούτε ο ίδιος αντιλήφθηκε ύπαρξη τέτοιου δεσμού, ούτε άλλα πρόσωπα τον πληροφόρησαν για την ύπαρξη αυτού, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, όπως συνέβαινε κατά το χρονικό διάστημα (Μάρτιο-μέσα Ιουνίου 1997) και ειδικά από τη σύζυγο του θύματος Ψ2 που υπήρχε ο, ως άνω, ερωτικοί δεσμός. Επομένως όταν ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την εις βάρος του Ψ1 πράξη της ανθρωποκτονίας δεν βρισκόταν υπό κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης, η οποία να του προκλήθηκε από την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος κατά τα ανωτέρω, αφού τέτοια κατάσταση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε με αποτέλεσμα να μην υφίσταται στην ένδικη περίπτωση βρασμός ψυχικής ορμής τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της σε βάρος του Ψ1 πράξης του κατηγορουμένου Τα παραπάνω αποδείχτηκαν ιδίως από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και Ψ3, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ζ1, Φ1, Φ2 και Ζ2, αφού η μεν πρώτη (Ψ2) μεταξύ άλλων, κατέθεσε για τον ως άνω ερωτικό δεσμό του συζύγου της με την Φ1 και τα παραπάνω τηλεφωνήματα προς τον σύζυγο της, την ίδια και τα παιδιά της και ότι από την τρομοκρατία και από όλα που έλεγαν στα τηλέφωνα καταλήγει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης, ο οποίος στις τηλεφωνικές επαφές που είχε με αυτήν, της είπε να πάρει το σύζυγο της στα βόρεια προάστια "για να φάει τις φιλές του και να ησυχάσει...", πλην όμως αυτή δεν συμφώνησε με την προτροπή του, οπότε αυτός της είπε "είσαι και ευαίσθητη, γι'αυτό τα παθαίνεις αυτά....", ενώ δύο ημέρες μετά το θάνατο είπαν στο γυιό της Ψ3, ότι τον πατέρα του τον σκότωσε ο Χ1 και σ'αυτήν αργότερα είπαν ότι ο αστυνομικός είναι ανακατεμένος με ναρκωτικά, με όπλα, πουλάει ασφάλεια, και το όπλο του φόνου είναι θαμμένο στη ...., ο δε δεύτερος (Ψ3) γυιός του θύματος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι είχαν απειλητικά τηλεφωνήματα, άκουγε τις απειλές , ότι η μητέρα της Φ1 του είπε στο τηλέφωνο ότι θα τους σκοτώσουν και ότι μετά τη δολοφονία του πατέρα του τηλεφώνησε κάποιος και του είπε για τον κύριο Χ1 ότι πουλάει προστασία, εκβιάζει, και άλλα, ενώ η τρίτη μάρτυρας Ζ1 α' εξαδέλφη του θύματος κατέθεσε) μεταξύ άλλων, ότι εγένοντο απειλητικά τηλεφωνήματα στο θύμα και στην οικογένεια του, ότι ο εξάδελφος της, της είπε "ότι έχει μπλέξει με ένα μαλάκα", ότι της έδωσε την ανωτέρω αναλυτικά κατάσταση για να την κρατήσει λέγοντας της "κράτα το γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει....", ότι "εγώ και η γυναίκα του είμαστε σίγουρες ποιος είναι ο δολοφόνος, η εξαδέλφη μου είναι σίγουρη ότι ήταν ο Χ1", και ότι μετά τη δολοφονία της είχε πει η .... (Ψ2) ότι συνεχίζουν τα τηλεφωνήματα και ότι τους έλεγαν ότι "θα πάθουν το ίδιο και οι άλλοι στο σπίτι". Ωσαύτως και από τους μάρτυρες κατηγορίας Φ1, Φ2 και Ζ2 επιβεβαιώνονται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη του ως άνω ερωτικού δεσμού, οι κοινές και νυκτερινές διασκεδάσεις του θύματος και της Φ1 και τα απειλητικά τηλεφωνήματα προς το θύμα και τοις οικείους του, δεδομένου ότι η μεν Φ1 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, για το δεσμό της με τον Ψ1, τον εμπρησμό του ως άνω αυτοκινήτου, τα παραπάνω τηλεφωνήματα, καθώς και τις συχνές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της με το θύμα μέχρι το Μάϊο 1997 και την παράδοση της ανωτέρω αναλυτικής κατάστασης τηλεφωνημάτων του συζύγου της στον Ψ1, η δε Φ2, κατέθεσε, εκτός των άλλων, για την ύπαρξη της ως άνω ερωτικής σχέσης της κόρης της με το θύμα, και για τα συνεχή τηλεφωνήματα της συζύγου του τελευταίου με την ίδια και τον γαμπρό της-κατηγορούμενο, περί της δημιουργίας και της συνέχισης της σχέσης αυτής, παρά τις αντίθετες υποσχέσεις της κόρης της και του Ψ1, ενώ ο μάρτυρας κατηγορίας Ζ2 συνάδελφος και φίλος του θανόντος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, για τον ερωτικό δεσμό της Φ1 με τον θανόντα, για τις κοινές τους νυκτερινές διασκεδάσεις, για τον σύνδεσμο του ως άνω εμπρησμού και των απειλητικών τηλεφωνημάτων με την ερωτική σχέση των εν λόγω προσώπων, προσθέτοντας ότι η Φ1 κατά τη συνάντηση τους στη σκάλα, αντί άλλων, του είπε να μην πει τίποτε για τη σχέση της με τον Ψ1 γιατί έχει παιδιά, ενώ οι "άλλοι τρέμανε για το θάνατο του Ψ1 και τρέχαμε πανικόβλητοι". Επομένως από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθησαν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία με άλλο άγνωστο πρόσωπο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω και εις το διατακτικό αναφερομένης πράξης με το ελαφρυντικό της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ που του χορηγήθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε το κατ΄έφεση δικάσαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 299 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το δικαστήριο, νομίμως κατά τα προαναπτυχθέντα, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων - παρ'ότι, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απολογηθεί - προς σχηματισμό της κρίσεως του την "επ'ακροατηρίω εμφάνιση και παράσταση του κατηγορουμένου καθώς και τις δηλώσεις του στο δικαστήριο", αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, επανειλημμένως έλαβε το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, προκειμένου να προβεί σε διάφορες παρατηρήσεις, δηλώσεις και σε υποβολή αιτημάτων (βλ. σελίδες 7,9,24 46, 48, 49, 51, 53, 55, 56, 57, 64, 67, 68, 69 και 71 της αποφάσεως). Ως προς την χρησιμοποίηση από το δικαστήριο πληθυντικού αριθμού του ουσιαστικού "δηλώσεις", σαφώς (το δικαστήριο) αναφέρεται στην αρχική δήλωση του κατηγορουμένου (σελίς 9 της αποφάσεως0 "είμαι αθώος. Δεν έχω σχέση με την αποδιδόμενη πράξη" καθώς επίσης και στις επόμενες δηλώσεις του (σελίδες 64 και 69), ότι αρνείται να απολογηθεί, άρνηση, η οποία δεν προκύπτει από την απόφαση ότι αξιολογήθηκε αρνητικώς, αλλ΄απλώς παρατάθηκε προκειμένου να καταφανεί γιατί δεν συντεκτιμάται "η απολογία του". Περαιτέρω ουδεμία ασάφεια έχει η απόφαση, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ, από την μη εξειδίκευση εις αυτήν των αποτελεσμάτων της δράσεως ενός εκάστου των συναυτουργών, αρκούσης της διαπιστώσεως ότι εκ των από κοινού επενεχθέντων πληγμάτων, επακολούθησε ο θάνατος του παθόντος. Προσθέτως, από τις παραδοχές της αποφάσεως (σελίδες 74, 75, 76, 77, 80)... "Στη συμβολή των οδών .... και .... τον πλησίασαν δύο 92) άτομα, που επέβαιναν σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας και τον πυροβόλησαν τέσσερις 94) φορές, από απόσταση 80 εκατοστών επιδιώκοντας τον θάνατό του"... "Ότι αποφάσισε και σκότωσε, μαζί με τον άνω συναυτουργό του, το Ψ1, τον οποίο και οι δύο πυροβόλησαν με τον προαναφερόμενο τρόπο"... "με πρόθεση να τον φονεύσει πυροβόλησε τέσσερις (4) φορές με πυροβόλο όπλο..." δεν δημιουργείται καμμία αντίφαση, αφού με αυτά που δέχεται η πληττομένη απόφαση αναφύεται ο κοινός δόλος των συναυτουργών και η εκ μέρους του αναιρεσείοντος πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας μαζί με άγνωστο άτομο, τόσο μάλλον καθόσον δεν παραλλάσσει η ποινική ευθύνη είτε είναι κανείς μόνος αυτουργός είτε συναυτουργός. Επίσης, ουδεμία αντίφαση ή λογικό κενό υφίσταται μεταξύ των παραδοχών: α) "... τον έστησε ενέδρα κατά το χρόνο που μετέβαινε στην εργασία του και αφού τον πυροβόλησε επανειλημμένα, εξαφανίστηκε με μοτοσίκλετα κατά τα ανωτέρω"... και β) ... "ενώ συγχρόνως και ταχύτατα μετά τους πυροβολισμούς εξαφάνισε και τα στοιχεία που σχετίζονται με τους πυροβολισμούς (κάλυκες κλπ)". και τούτο, διοτι με τη δεύτερη παραδοχή επιτείνεται το νόημα της πρώτης και μάλιστα με τα επιρρήματα "συγχρόνως" και "ταχύτατα" δίδεται έμφαση στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να καταστήσει ευχερή τη διαφυγή του μετά την πράξη του, κάνοντας χρήση ταχύτατου και ευέλικτου μεταφορικού μέσου (μοτοσικλέτας πολλών κυβικών). Περαιτέρω, η παραδοχή της αποφάσεως ... "Το ότι δεν αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι ο θανατωθείς κτυπήθηκε δια των ανωτέρω όπλων, που κατείχε στην οικία του ο κατηγορούμενος, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος σκότωσε τον ανωτέρω, με όπλο, που είχε προμηθευτεί και στη συνέχεια το έκρυψε σε άγνωστο σημείο για να συσκοτίσει τη διελεύκανση της εις βάρος του κατηγορίας", δεν καθιστά την αιτιολογία ενδοιαστική με τη χρήση του επιρρήματος "προφανώς", αφού αυτό ετέθη με την έννοια του "προδήλως", του "ολοφάνερου", του "καταφανούς". Ακόμη, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται κοινό δόλο των συναυτουργών και την τέλεση της ανθρωποκτονίας από τον αναιρεσείοντα μαζί με άγνωστο συναυτουργό, δεν απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας εξειδίκευση αν τα τραύματα προκλήθηκαν από βολίδες που έβαλε το ίδιο ή διαφορετικό όπλο, πολύ δε περισσότερο που δεν διαγνώστηκε αν το θύμα εβλήθη με δύο διαφορετικά όπλα, αφού ο αναιρεσείων εξαφάνισε τους κάλυκες από τους οποίους και μόνο θα μπορούσε να υπάρξει ασφαλής περί τούτου διάγνωση. Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επιχείρησε τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του θύματος και που πραγματοποίησε τα απειλητικά τηλεφωνήματα στην οικία εκείνου (θύματος), ενισχύει την δικανική του πεποίθηση, την οποία αποκόμισε από τα αποδεικτικά μέσα που κατ΄είδος μνημονεύει, ότι δράστης της ανθρωποκτονίας είναι ο αναιρεσείων και δεν καθιστά την αιτιολογία του ενδοιαστική. Με βάση τα προαναφερθέντα, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου από 12-2-2007 δικογράφου και των προσθέτων πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι καθώς η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις από 7-11-2006 , 13-2-2007 αιτήσεις και τους από 24-4-2007 προσθέτους λόγους του Χ1, για αναίρεση της με αριθμούς 115, 115α, 116, 116α, 116β, 116γ, 117, 118, 124, 125, 132, 133, 134, 135, 142, 143, 144, 145, 146, 147 και 148/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ 500 ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ