Αριθμός 1020/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειος Καπελούζος (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιούλα Κατσαμπάνη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1201/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ.2 εδ.β' Κ.Π.Δ. το Δικαστήριο διαβάζει τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη εφόσον εκδόθηκε σ' αυτήν αμετάκλητη απόφαση και εφόσον κρίνει την ανάγνωση τους χρήσιμη. Αν αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική δίκη, χωρίς να προκύπτει ότι αυτή είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγουμένως να αποφασισθεί ότι ήταν χρήσιμη η ανάγνωση της δεν δημιουργείται ακυρότητα, αφού τέτοια, η πιο πάνω διάταξη της παρ.2 εδ.β' του άρθρου 364 Κ.Π.Δ., δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίαση της. Ενώ ούτε επέρχεται από αυτή την παραβίαση απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 548/2010, 733, 1268/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 548 ΚΠΔ: Η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε ν' ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το Α σκέλος του υπό στοιχείο Ι λόγου αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ για το λόγο ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο κατά την αποδεικτική διαδικασία η υπ' αριθμό 199/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, παρά την αντίρρηση του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου του. Η αιτίαση όμως αυτή είναι απορριπτέα διότι η παραβίαση της άνω διάταξης κατά τα παραπάνω δεν επιφέρει ακυρότητα. Ως εκ τούτου ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που ανακαλεί άλλη παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και μάλιστα κατά την εξέλιξη της ίδιας αποδεικτικής διαδικασίας για ανάγνωση εγγράφου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Κατά δε το άρθρο 364 παρ. 2 περ. β' του ΚΠοινΔ, "διαβάζονται στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Και ναι μεν η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίαση της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Πλην όμως το Δικαστήριο αν απορρίψει σχετικό αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του (ΑΠ 129/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο απεφάσισε με παρεμπίπτουσα απόφαση, ύστερα από αντίρρηση του εκπροσωπούντος τον κατηγορούμενο, συνηγόρου, να μην αναγνωσθεί η υπ' αριθμ. 199/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη. Στη συνέχεια όμως της διαδικασίας, το Δικαστήριο ανακάλεσε την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 548 του ΚΠοινΔικ η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το Δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του. Ως προπαρασκευαστικές αποφάσεις νοούνται αυτές που δεν επιλύουν οριστικά ζήτημα που έχει προκύψει και έχει σχέση με την κατηγορία, αλλά απλώς προπαρασκευάζουν την τελειωτική κρίση και απόφαση για αυτή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1α του ΚΠοινΔ στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν κατά τους νομίμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Κατά τη διάταξη της παρ.2 εδαφ.β' του ιδίου Κώδικα αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο και από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη επί της οποίας έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η ανάγνωση τέτοιων αποφάσεων από άλλη ποινική δίκη ή αποφάσεων από πολιτική δίκη χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητες δεν δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαδικασίας αφού δεν απαγγέλλει το άρθρο 364 ΚΠοινΔ τέτοια κύρωση (ΑΠ 2064/2010, ΑΠ 1354/2010 δημοσίευση Νόμος). Το Δικαστήριο εν προκειμένω κρίνει ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση να ανακληθεί η απόφασή του για την μη ανάγνωση της με αριθ. 199/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Γ' Τριμελούς Κακουργημάτων), δεδομένου ότι n ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη κατά το σχηματισμό της κρίσης που αφορά την ουσιαστική συμμετοχή των κατηγορουμένων στη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών και οικονομικών υποθέσεων και την δράση των λοιπών οργάνων της οφειλέτριας εταιρείας "ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε." καθώς και του κύρους της απόφασης εκλογής διοικητικού συμβουλίου αυτής με το από 2-7-1997 πρακτικό (που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 1760/3-4-1998 Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και δεν αποστερούνται, οι κατηγορούμενοι της δυνατότητας να εκθέσουν τις απόψεις τους και να προβούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠοινΔ, σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό μέσο". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού αναφέρεται σ' αυτή το αναγκαίο της αναγνώσεως της εν λόγω αποφάσεως, που συνίσταται στο ότι η ανάγνωση της ηδύνατο να συντελέσει στο σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου περί της ουσιαστικής συμμετοχής του κατηγορουμένου στη διοίκηση και διαχείριση της οφειλέτριας, προς το Δημόσιο, εταιρείας, καθώς και του κύρους της απόφασης εκλογής διοικητικού συμβουλίου αυτής με το από 2-7-1997 πρακτικό (που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1760/3-4-1198 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως), ενώ και ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε του δικαιώματος να εκθέσει δια του δικηγόρου του τις απόψεις του και να υποβάλλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις του κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ, και αφού, στην περίπτωση αυτή η ανάγνωση της αμετάκλητης απόφασης και η εντεύθεν παραβίαση της διάταξης του άρθρου 364 παρ2 ΚΠΔ, η οποία αφορά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο όπως προαναφέρθηκε, δεν επιφέρει ακυρότητα. Επομένως, ο με στοιχείο Ι κατά το Β σκέλος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004 και ορίστηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές και σύμφωνα με την εκτεθείσα νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, νια να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του αδικήματος. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, ενώ χρόνος διαπράξεως του, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξες. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό στο σκεπτικό της (προσβαλλόμενης αποφάσεως), δέχθηκε, ανελέγκτως, σε σχέση με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ενδίκου εγκλήματος αλλά και τους προβληθέντες αυτοτελείς αλλά και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς κατά λέξη, τα εξής πραγματικά περιστατικά, κατά το ουσιαστικό μέρος. "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο και όλα τα έγγραφα που διαβάστηκαν νόμιμα και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και από την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. .../16-6-1995 πράξη της συμβολαιογράφου Αθήνας Ουρανίας Γουλανδρή, συστήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΤΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε.", με έδρα την ... και σκοπό τον αναφερόμενο στο καταστατικό της. Η εν λόγω εταιρία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Έβρου με αριθμό μητρώου 33733/65/Β/95/11 και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ'αριθ.4171/14-7-1995 Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Στο κεφάλαιο της εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό αυτής, συμμετείχε ο Π. Μ. του Γ. κατά ποσοστό 40% και ο Δ. Ζ. κατά ποσοστό 60%. Με το πρακτικό ΓΣ της 9-12-1995 και το αντίστοιχο από 6-1-1996 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου, συγκροτήθηκε σε σώμα το Δ.Σ. της άνω εταιρίας, το οποίο ήταν τετραμελές και αποτελούνταν από τους Γ. Β., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, Κ. Κ., Αντιπρόεδρο και Γ. Π. και Μ. Κ., μέλη. Με το από 29-12-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών, ο εκ των αρχικών μετόχων της εταιρίας Π. Μ., μεταβίβασε και παρέδωσε τις μετοχές του, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 40% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, στον Ε. Λ., ο οποίος έγινε μέτοχος της εταιρίας κατά το άνω ποσοστό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά από ενέργειες του Δ. Ζ. εγκρίθηκε από τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Μακεδονίας η υπαγωγή στον αναπτυξιακό Ν. 1892/1990, που αφορά αποκλειστικά μόνο τον πρωτογενή παραγωγικό τομέα επένδυσης της εταιρείας ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε. στην Αλεξανδρούπολη έτσι ώστε από την επιχορήγηση του Δημοσίου και την εξασφαλισμένη δανειοδότηση με χαμηλό επιδοτούμενο επιτόκιο, να χρηματοδοτηθεί κυρίως, η εγκατάσταση μονάδας παραγωγής αεροσυμπιεστών της επιχειρήσεως της. Την κατασκευή (κτιριακή υποδομή) του έργου είχε αναλάβει η εταιρεία των οικονομικών συμφερόντων του πρώτου κατηγορουμένου Κ. Κ. με τον διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΟΚΟΜ" με την έννοια ότι το κατασκεύαζε τμηματικά και στην συνέχεια πληρώνονταν από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει εκχωρήσεως προς αυτήν (εταιρεία) από την εταιρεία ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε των σχετικών επιδοτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Τον Δεκέμβριο του 1995 απεβίωσε ο εκ των αρχικών ιδρυτών Δ. Ζ. ενώ ο Π. Μ. που είχε συνδέσει την συμμετοχή του στην εταιρεία με το πρόσωπο του Δ. Ζ. δήλωσε στον πρώτο κατηγορούμενο ότι επιθυμεί να πωλήσει τις μετοχές του, ενώ τον ίδιο χρόνο ανέλαβε τυπικά και μόνον Πρόεδρος της εταιρείας ο Γ. Β. του Ι. μετά από παράκληση του Κ. Κ. του Δ. με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία, του έδωσε δε και σχετικό πληρεξούσιο με το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να προβαίνει σε όλες τις ενέργειες που αφορούσαν τις αρμοδιότητες του Προέδρου της εταιρείας για λογαριασμό του.. Έτσι ο Γ. Β. μετείχε ως Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, στο ΔΣ της πιο πάνω εταιρίας, τυπικά, χωρίς να έχει ουσιαστική διαχείριση των υποθέσεων και όλες οι εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας ασκούνταν από τον Αντιπρόεδρο Κ. Κ. στον οποίο χορηγήθηκε το δικαίωμα και η πληρεξουσιότητα. Κατόπιν ο Γ. Β. μετέβη στην Γλασκώβη της Σκωτίας για την ολοκλήρωση των σπουδών του και κατά την επιστροφή του, στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1997 ζήτησε από τον Κ. Κ. την αντικατάσταση του από την θέση του Προέδρου και ενώ εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα το θέμα θα τακτοποιηθεί στην συνέχεια δε ακολούθησε παρελκυστική τακτική. Οι πιέσεις του Γ. Β. για την αντικατάσταση του εντάθηκαν από τον Ιανουάριο του 19978 διότι λόγω της πρόσληψης του στην ΕΓΝΑΤΊΑ τράπεζα η θέση του προέδρου του ΔΣ ήταν ασύμβατη με την ιδιότητα του ως υπαλλήλου Την ίδια χρονική περίοδο (Μάρτιος 1998) δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα "ΒΗΜΑ της Κυριακής", δύο άρθρα με τίτλους "οι εταιρείες της απάτης" και "ποιοι έφαγαν τις επιχορηγήσεις" στα οποία αναφέρονταν τα ονόματα των κατηγορουμένων ότι είχαν λάβει παράνομα επιχορηγήσεις πολλών εκατομμυρίων δραχμών από τα επενδυτικά προγράμματα στην περιοχή του Έβρου. Προ της καταστάσεως αυτής οι κατηγορούμενοι πιεζόμενοι αφενός από τον Γ. Β. για την αντικατάσταση του και αφετέρου γνωρίζοντας ότι η εταιρεία δεν διέθετε περιουσία αλλά και της σοβαρότατης ζημίας που προκάλεσαν στο Δημόσιο, αποφάσισαν, συνέλαβαν και υλοποίησαν το εξής έργο: συνέταξαν και ζήτησαν την καταχώρηση πλαστών πρακτικών συνεδριάσεως στο μητρώο Α. Ε εμφανίζοντας ψευδώς τον Ι. Β. με τον οποίο τους συνέδεε απλή γνωριμία και απλώς είχε γίνει σ' αυτόν νύξη για μελλοντική συνεργασία τους στον τομέα των φοροτεχνικών θεμάτων αφού αυτός ασκούσε το επάγγελμα του λογιστή, ως πρόεδρο του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας, σε αντικατάσταση του Γ. Β. ενώ στην πραγματικότητα αυτός δεν είχε συναινέσει στον δήθεν διορισμό του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής. Συγκεκριμένα συνέταξαν εξ' υπαρχής πλαστό εξολοκλήρου έγγραφο, υπό τη μορφή αντιγράφου πρακτικών συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε. σε φωτοτυπία, κατά το περιεχόμενο του οποίου εμφανίζεται "ότι δήθεν το διοικητικό συμβούλιο της πιο πάνω εταιρίας, αποτελούμενο από τους: Γ. Β. του Ι. ως πρόεδρο, Κ. Κ. του Δ., ως αντιπρόεδρο, Γ. Π. και Μ. Κ. ως μέλη αυτού, συνεδρίασε νομότυπα στις 2-7-1997, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12.00' στα γραφεία της εταιρίας στην οδό ... στην ..., ότι έκαμε δεκτή ομόφωνα την παραίτηση του εξ αυτών Γ. Β. από την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ., διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου και ότι εξέλεξε ομόφωνα ως αντικαταστάτη τον Ι. Β. του Γ. (απλώς συνώνυμο του), κάτοικο ..., στο τέλος δε του εγγράφου, αφού κάτω από την ένδειξη "ΤΑ ΜΕΛΗ", υπέγραψε ο Κ. Κ. ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. για λογαριασμό του, ανέγραψαν τη φράση "ακριβές αντίγραφο του πρακτικού Δ.Σ. της 2ας Ιουλίου 1997" και κάτω αυτής, το ονοματεπώνυμο του μηνυτή. Κατόπιν συνέταξαν την με ημερομηνία 23-3-1998 αίτηση της ίδιας εταιρίας (ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε.),απευθυνόμενη προς την Νομαρχία Έβρου με θέμα "παραίτηση του Προέδρου Δ.Σ., εκλογή του αντικαταστάτη του, συγκρότηση σε σώμα, εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου, παροχή εξουσίας εκπροσωπήσεως της εταιρίας", με την οποία, επικαλούμενοι τα επισυναπτόμενα έγγραφα, ζήτησαν την καταχώρηση των ως άνω πλαστών πρακτικών συνεδριάσεως στο μητρώο Α.Ε. Στο τέλος της αίτησης αυτής, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του Ι. Β., ως δήθεν προέδρου της και κάτω από αυτήν την σφραγίδα της εταιρίας, κατά τρόπο ώστε να προκύπτει ότι η αίτηση αυτή υποβάλλεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε χωρίς την εντολή ή την συναίνεση του μηνυτή. Τα παραπάνω πλαστά έγγραφα κατάρτισαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της Νομαρχίας Έβρου. Στη συνέχεια έκαμαν χρήση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων καταθέτοντας τα στην αρμόδια υπηρεσία Εμπορίου Τουρισμού της Νομαρχίας Έβρου (αριθμ. Πρωτ. 120223-3-1998). Μετά ταύτα το από 2-7-1997 (πλαστό) πρακτικό δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 1760/3-4-1998 Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), και αποτελείται από τέσσερα μέλη, τους Ι. Β., ως πρόεδρο, τον Κ. Κ., ως αντιπρόεδρο και τους Γ. Π. και Μ. Κ., ως μέλη, το οποίο επρόκειτο να διοικήσει την εταιρία μέχρι την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου. Η θητεία αυτού Διοικητικού Συμβουλίου, έληξε στις 31-12-1998 (βλ. την με αριθ. πρωτ. Θ 2492/2005 βεβαίωση του Τμήματος Α.Ε. της Διεύθυνσης Εμπορίου του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου. Η εταιρεία δε η οποία δεν διέθετε ικανά περιουσιακά στοιχεία, κατέστη υπόχρεος για την καταβολή οφειλής προς το Δημόσιο ύψους 162.968.750 δρχ. το οποίο η εν λόγω εταιρία όφειλε εξαιτίας ανάκλησης της απόφασης του γενικού Γραμματέα Περιφέρειας (Α.Μ.Θ. 1β/1212/ΝΝ/80301), με την οποία την 26-5-1994 είχε εγκριθεί η επιχορήγηση της εταιρίας για ποσό 141.000.000 δρχ. και η Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης εξέδωσε Χρηματικό κατάλογο εις βάρος του Ι. Β. και του κοινοποίησε το υπ' αριθμ. 8009/17-9-1999 έγγραφο με το οποίο του απαγορευόταν η έξοδος από τη χώρα και τον καλούσε να τακτοποιήσει την εν λόγω οφειλή. Για τις ως άνω παράνομες πράξεις τους οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό με την 199/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Γ' Τριμελούς Κακουργημάτων). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Κ. Κ. όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν αυτός (εντεταλμένο όργανο) ο οποίος ασκούσε την πραγματική διοίκηση της εν λόγω εταιρείας από ιδιωτική βούληση έχοντας εντονότατο βαθμό διαρκούς ενεργητικής ουσιαστικής συμμετοχής και πλήρη έλεγχο της διαχείρισης, όπως τούτο αποτυπώνεται εναργώς με πράξεις δηλωτικές στις προαναφερθείσες αποδείξεις. Η απουσία τυπικής συμμετοχής του στο μετέπειτα (πλαστό) εταιρικό σχήμα ουδόλως απέκλειε αυτόν από την ουσιαστική συμμετοχή του στη διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, αφού αυτός ήταν που πράγματι ελάμβανε τις αποφάσεις για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων. Ο ισχυρισμός του ότι κατά το επίδικο διάστημα δεν ασκούσε διοίκηση, είναι αβάσιμος. Να σημειωθεί ότι με τις υπ' αριθμ. 106 και 107/2006 αμετάκλητες αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου ο Ι. Β. κηρύχθηκε αθώος για τις αξιόποινες πράξεις της μη απόδοσης ΦΠΑ και της μη καταβολής χρεών της οφειλέτριας εταιρείας γιατί δεν υπήρξε το ενεργητικό υποκείμενο τέλεσης των αξιόποινων αυτών πράξεων. Περαιτέρω, η ανώνυμη εταιρία υπόκειτο σε έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της για τον καταλογισμό φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και λοιπών φόρων και ήδη είχε εκδοθεί εντολή φορολογικού ελέγχου με αριθμό 1166/5-9-2005 από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, η οποία όμως δεν είναι δυνατό να επιδοθεί νόμιμα σ' αυτήν, δεδομένου ότι η θητεία των μελών του Δ.Σ. της εταιρίας έχει λήξει. Κατόπιν τούτων, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, ως αρμόδιος για τη φορολογία της, προκειμένου να προβεί στο στον καταλογισμό των οφειλόμενων εκ μέρους της φόρων προς το Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε να διοριστεί προσωρινό Δ.Σ. Πράγματι, με την 116/5-5-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση στην Α.Ε., αποτελούμενη από τους 1. Ε. Λ. του Κ., 2. Φ. Χ. του Α. και 3. Ν. Α. του Γ., η θητεία της οποίας (διοίκησης) ορίσθηκε σε δύο μήνες από την επίδοση της απόφασης εκείνης με σκοπό την σύγκληση γενικής συνέλευσης των μετόχων για την εκλογή αιρετής διοίκησης και την διαχείριση κατά το διάστημα αυτό των τρεχουσών υποθέσεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε βάρος των πρώτου κατηγορουμένου ως ασκούντος την ουσιαστική διοίκηση της ανωνύμου εταιρίας βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης τα ακόλουθα ποσά: α) ποσό 341.501,40 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης στις 21-1-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-2-2005 και έληξε στις 29-6-2005. β) ποσό 452.188,39 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης στις 21-1-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-2-2005 και έληξε στις 29-6-2005. γ) ποσό 124.407,92 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης στις 17-5-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-6-2005 και έληξε στις 31-10-2005. δ) ποσό 2.596.699,41 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 17-5-2005 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 30-6-2005 και έληξε στις 31-10-2005. ε) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 17-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. στ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 17-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ζ) ποσό 1937,09 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 17-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. η) ποσό 2.296,11 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 17-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 17-3-2006 και έληξε στις 18-7-2006. θ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ι) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ια) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ιβ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ιγ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ιδ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ιε) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ιστ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. ιζ) ποσό 617,40 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 20-3-2006 και έληξε στις 21-7-2006. ιη) ποσό 617,40 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 20-3-2006 και έληξε στις 21-7-2006. ιθ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η. τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κ) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κα) ποσό 612,99 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 20-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κβ) ποσό 243,18 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 21-3-2006 και ή τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κγ) ποσό 422,00 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 21-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κδ) ποσό 42.678,35 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 21-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κε)ποσό 46.932,24 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 21-3-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006. κστ)ποσό 2.471,04 ευρώ που βεβαιώθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης στις 3-4-2006 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-5-2006 και έληξε στις 1-10-2006. Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα προκύπτουν από το συνταχθέντα από τη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με αριθμό 46/2009 πίνακα χρεών που έχει ως ακολούθως: Τα επίδικα χρέη που βεβαιώθηκαν σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου την 21-1-2005, 17-5-2005, 17-3-2006 20-3-2006 και 21-3-2006 και κατέστησαν απαιτητά και ληξιπρόθεσμα στα χρονικά διαστήματα από 28-2-2005 και έληξε στις 29-6-2005, 30-6-2005 και έληξε στις 31-10-2005, 28-4-2006 και έληξε στις 29-8-2006 γεννήθηκαν κατά τα οικον. έτη 1996, 1997, 1998, 1999, 2000, 2001, 2002, 2003 και 2006, προέρχονταν δε από ΦΜΑΠ, εισόδημα ΝΠ, πρόστιμο εισοδήματος Ν 129/1989, πρόστιμο ΦΠΑ, ΦΠΑ οριστική βεβαίωση, ΦΠΑ προσφυγή, πρόστιμο ΚΒΣ, πρόστιμο ΚΒΣ οριστική βεβαίωση. Ποινικά υπεύθυνο πρόσωπο κατά τους παραπάνω κρίσιμους χρόνους ήταν ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Κ. Κ. ο οποίος κατά τα προλεχθέντα ως εντεταλμένο όργανο με ιδιωτική βούληση ελάμβανε όλες τις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρίας, και ενεργούσε όλες τις οικονομικές και διαχειριστικές πράξεις. Περαιτέρω, σχετικά με τον υποβληθέντα ισχυρισμό περί παραγραφής του επίδικου χρέους αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθώς όπως προκύπτει από τον πίνακα χρεών τα επίδικα χρέη έχουν καταστεί απαιτητά μετά την 30-6-2005 (βλ ημερομηνίες λήξης) και επομένως δεν έχει παρέλθει η οκταετής παραγραφή, ενώ ο χρόνος βεβαιώσεως του και ο χρόνος καταβολής προσδιορίζεται επακριβώς στον ανωτέρω πίνακα. Ομοίως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν του γνωστοποιήθηκαν έγκυρα και έγκαιρα οι οφειλές, διότι από την κατάθεση του μάρτυρος (υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ.) και τον προμνησθέντα πίνακα χρεών συνάγεται ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία οριστικής βεβαίωσης των χρεών και επομένως της προηγούμενης γνωστοποίησης τους. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι δεν είναι νόμιμα προσδιορισμένη η οφειλή του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος εν όψει των εγγραφών του πίνακα χρεών για συγκεκριμένους κατ' είδος και χρόνο φόρους και χρέη. Ομοίως, ο ισχυρισμός ότι έχει παραγραφεί η ουσιαστική απαίτηση του δημοσίου είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, από τον πίνακα χρεών προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν παρήλθε η αναφερόμενη στο άρθρο 84 του κώδικα φορολογίας εισοδήματος πενταετία. Συνακόλουθα ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, παραβίασε την προθεσμία καταβολής των παραπάνω οφειλών από τότε που κατέστησαν αυτές ληξιπρόθεσμες, δηλαδή από τις ως άνω αναλυτικά αναφερόμενες ημερομηνίες, μολονότι τα παραπάνω χρέη είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και έγινα ληξιπρόθεσμα στις προαναφερθείσες ημερομηνίες, στις οποίες και έπρεπε να καταβληθούν, δεν κατέβαλε δε κανένα ποσό μέχρι σήμερα. Η παραπάνω παράνομη και αξιόποινη συμπεριφορά του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου, συνιστά εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ειδικότερα δε της παραβιάσεως του άρθρου 25 §1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστήθηκε με το άρθρο 34 §1 του Ν. 3220/2004 με έναρξη ισχύος από 1-1-2004 ενώ το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του προαναφερόμενου πίνακα χρεών, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των τριών εκατομμυρίων εξακοσίων είκοσι χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα ευρώ και ογδόντα λεπτά (3.620,980,80). Από τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, προκύπτει ότι ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος (Κ. Κ.) τέλεσε το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, καθόσον αφορά τις οφειλές που αναφέρονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την υπ' αριθμ. πρωτ. 10909/24-7-2009 αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αλεξανδρούπολης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 παρ.1, ΠΚ και 25 παρ.1γ, 2α και 7 του Ν. 1882/1990, όπως η παρ 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ 1 του Ν. 2523/1997 και με το άρθρο 34 παρ 1 και 2 Ν. 3220/2004 που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως, καθώς και σε σχέση με τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της παραγραφής και της ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του κατηγορουμένου και του απαραδέκτου της ποινικής διώξεως. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, στην οποία μάλιστα επισυνάπτεται αναλυτικός πίνακας χρεών της αρμόδιας ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης, που προσαρτάται και στη μηνυτήρια αναφορά της άγω αρμόδιας ΔΟΥ, n Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών σε βάρος του ασκούντος (κατά τις παραδοχές) την ουσιαστική διοίκηση (πραγματική διαχείριση) της υπόχρεης στα χρέη προς το Δημόσιο ανωνύμου εταιρείας "ΑΣΤΡΙΑ Α.Ε." αναιρεσείοντα, το είδος και το ύψος των χρεών κατά περίπτωση και ο τρόπος πληρωμής τους, εφάπαξ, αναφέρεται και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον υπόχρεο κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, ως εντεταλμένο όργανο ασκούν την ουσιαστική διοίκηση της ανωνύμου εταιρείας ΑΣΤΡΙΑ ΑΕ, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μέσα στο τετράμηνο μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους. Δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές για τα βεβαιωθέντα ποσά, για το χρόνο τελέσεως της κατ' εξακολούθηση πράξεως για το πρόσωπο του πραγματικού εκπροσώπου της υπόχρεης ΑΕ, και δεν συντρέχει εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφού ως χρόνος βεβαιώσεως των επί μέρους χρεών φέρεται το χρονικό διάστημα από 21-1-2005 και μέχρι 3-4-2006 και ως χρόνος τελέσεως κατ' εξακολούθηση του εν λόγω εγκλήματος μη καταβολής χρεών, στο παραπάνω αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως, αναφέρεται το χρονικό διάστημα από 21-5-2005 μέχρι 3-8-2006. Επομένως αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάσθηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 8-11-2012 δεν είχε παρέλθει η οκταετής παραγραφή (5+3 αναστολής) και ως εκ τούτου ορθά με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθηκε ως αβάσιμος ο προβληθείς αντίθετος αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠΔ, Β-ΙΙ και Γ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής διατάξεων των άρθρων 25 ν. 1882/1990, 57 ν. 2859/2000, 84 και 95 του ν. 2238/1994, 71 ν. 542/1977 των ποινικών διατάξεων των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ που διέπουν την παραγραφή του χρέους και την παραγραφή του αδικήματος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2012Υαίτηση του Κ. Κ. του Δ. περί αναιρέσεως της με αρ. 1201/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ