Αριθμός 146/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μπλαβέρη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1785/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενη την Μ. συζ. Χ. Ν.. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 661/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται αντικειμενικώς α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπερεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση η αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτή, αλλά, πέραν των ανωτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου, ή σε ειδική του πράξη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς την ηθική αυτουργία, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον ηθικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και τη ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1785/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρα (της συγκατηγορουμένης του Μ. Ν.), σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που, ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά, κατά τα προεκτέντα, αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν, για τον ήδη αναιρεσείοντα και την ανωτέρω συγκατηγορουμένη του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορούμενη, Μ. Ν., στον Πειραιά, στις 27-10-2004, ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς κατά τη συζήτηση αίτησης του πρώτου κατηγορούμενου Σ. Φ. κατά της Θ. Χ., θείας της συζύγου του, κατέθεσε για το οικόπεδο που βρίσκεται στο Δήμο Περάματος και συγκεκριμένα στο ο.τ. 177 επί της οδού ... αρ. 14 εκτός άλλων και τα ακόλουθα: "το είχε ο πατέρας του που το καλλιεργούσε, το φύτευε από το 1960. Μετά το πήρε ο γιός του. Το έχει περιφράξει, το καθαρίζει, βάζει λουλούδια και έχει κάνει θέση πάρκινγκ. Τα ως άνω περιστατικά είναι αντικειμενικά ψευδή καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτό δεν ήταν περιφραγμένο παρά μόνο έφερε προς την όμορη με το ακίνητο του κατηγορουμένου πλευρά (που απέχει περί τα 30 μέτρα από το επίδικο) σιδερένιο κιγκλίδωμα που είχε τοποθετηθεί από το Δήμο. Καθαρισμός αυτού είχε γίνει μια φορά από το Δήμο, δεν το κατείχε ο πατέρας του Σ. Φ. - πρώτου κατηγορουμένου και ο τελευταίος δεν είχε φυτέψει λουλούδια εντός αυτού και ήταν αδύνατη η χρήση του ως χώρου στάθμευσης αφού εμποδίζονταν η εντός αυτού είσοδος των οχημάτων από το υπάρχον κιγκλίδωμα. Η αλήθεια είναι ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην Α. Π. που απεβίωσε περί το 1997 στο ψυχιατρείο όπου νοσηλευόταν. Στο ίδιο ψυχιατρείο νοσηλεύονταν και το τέκνο αυτής από το 1980 περίπου, Α. Π.. Ο Δήμος Περάματος κατά το έτος 1996 έχοντας εσφαλμένη πληροφόρηση ότι ο Α. Π. προαπεβίωσε της μητέρας του, οπότε ελλείψει άλλου κληρονόμου τούτο θα περιήρχετο στο Δημόσιο ως κληρονόμου της τάξεως, προέβη σε κατεδάφιση της πεπαλαιωμένης οικίας που ευρίσκετο εντός αυτού και σε εκβραχισμό. Ακολούθως κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. στη 3.12.1996 χαρακτηρίστηκε αυτό ως χώρος πρασίνου και τοποθετήθηκε σε εμφανές σημείο πινακίδα με μεταλλικό ιστό πακτωμένη με μπετόν, στην οποία αναγράφονταν "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΠΡΑΣΙΝΟΥ - ΔΗΜΟΣ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ". Ο πρώτος κατηγορούμενος προκειμένου να δημιουργήσει τίτλο ιδιοκτησίας επικαλέστηκε ότι το επίδικο του ανήκε και με το .../28.12.2004 συμβόλαιο δωρεάς μεταβίβασε αυτό κατά το 1/2 στη σύζυγό του. Το έτος 2005 αφαίρεσε την πιο πάνω πινακίδα του Δήμου και άρχισε να καταβάλει διάφορα τέλη γι' αυτό. Τα όσα κατέθεσε η δεύτερη κατηγορουμένη ότι ο πρώτος ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής είναι αντικειμενικά ψευδή αφού ούτε φύτευσε ούτε καλλιεργούσε αυτό ο πατέρας του από το 1960 τα αληθή δεν είναι ότι από το 1960 σ' αυτό διαβιούσε η Π. με το γιό της που αργότερα νοσηλεύθηκαν. Ότι το εντός αυτού κτίσμα κατεδαφίστηκε το 1996, ότι αυτό παρέμεινε χωρίς περίφραξη και δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως χώρος στάθμευσης λόγω του κιγκλιδώματος που υπήρχε στην πρόσοψή του. Των ως άνω αναληθών περιστατικών η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει και βεβαίωσε αυτά εν γνώσει της αναλήθειας τους καθόσον αυτή κατοικεί στο Πέραμα και διέρχονταν από το σημείο αυτό και έτσι είχε προσωπική αντίληψη γι' αυτά. Συνεπώς, αυτή πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την αποδιδόμενη σ' αυτών πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα καθώς και ο πρώτος κατηγορούμενος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πιο πάνω πράξη αφού από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι αυτός έπεισε την δεύτερη κατηγορούμενη, οικογενειακή φίλη του, με πειθώ και φορτικότητα να καταθέσει τα πιο πάνω ψευδή περιστατικά, των οποίων και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους." Ακολούθως, κήρυξε τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: "Στον Πειραιά την 27-10-2004. Η δεύτερη κατηγορούμενη, Μ. Ν., ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά τη συζήτηση της υπό στοιχεία "1" αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος Σ. Φ. ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στο οικόπεδο, όπως και ο πατέρας του, αναφέροντας επί λέξει "... το είχε ο πατέρας του που το καλλιεργούσε, το φύτευε από το 1960. Μετά το πήρε ο γιός του. Το έχει περιφράξει, το καθαρίζει, βάζει λουλούδια και έχει κάνει θέσει πάρκινγκ ...", ενώ τούτα ήταν ψευδές. Ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Φ., προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που τέλεσε και ειδικότερα με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στη Μ. Ν. την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, ήτοι εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά τη συζήτηση της υπό στοιχείο "1" αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, να καταθέσει τα διαλαμβανόμενα στο υπό στοιχείο "4" ψευδή γεγονότα, ενώ ο ίδιος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών." Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1Α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1Α, 224 παρ. 2-1 ΠΚ, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 224 ΠΚ, ίσχυε πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, παραβίασε με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, 1] αναφέρονται στην αιτιολογία με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρει ορισμένα δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο ήδη αναιρεσείων για να πείσει τη συγκατηγορούμενή του να καταθέσει εν γνώσει τους ψευδή πραγματικά περιστατικά και να διαπράξει το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς και εκτίθεται στο αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας με πρόθεση και εκμεταλλευόμενος την οικογενειακή φιλία που είχε με τη μάρτυρα, προκάλεσε σ' αυτή την απόφαση να καταθέσει ενόρκως, ως μάρτυράς του, όσα αυτή κατέθεσε, τα οποία ήσαν σε γνώση τους ψευδή, αναφέρεται δε ακόμη ο χρόνος και ο τόπος τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων, 2) με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρονται τα αληθινά γεγονότα, ως και τα ψευδή τα οποία κατέθεσε ενόρκως στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων η φυσική αυτουργός, προκαλούμενη προς τούτο με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις από τον αναιρεσείοντα, τα οποία και ο τελευταίος εγνώριζε ότι ήταν ψευδή. Συνεπώς, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αιτιολογείται πλήρως, σαφώς, εμπεριστατωμένα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ο άμεσος δόλος του καταδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ηθικού αυτουργού στη ψευδορκία μάρτυρα - ήδη αναιρεσείοντος - αφού το δικαστήριο διέλαβε στην απόφαση του, όλα εκείνα τα στοιχεία που, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είναι απαραίτητα για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη ψευδορκία μάρτυρα της πρωτοδίκως συγκατηγορουμένης του, για την οποία τον κήρυξε ένοχο. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ, στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης δεν εμφιλοχώρησε ασάφεια, αντίφαση, ή λογικό κενό, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και η προσβαλλόμενη απόφαση να μη στερείται νομίμου βάσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, συναφείς αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται η έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παραβίαση και έλλειψη νόμιμη βάσεως και ειδικότερες αιτιάσεις για ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι επί μέρους αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1] δέχθηκε εσφαλμένως ότι καθής η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων [του ήδη αναιρεσείοντος] στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς, όπου κατέθεσε η Μ. Ν., ήταν η Θ. Χ., ενώ στη πραγματικότητα ήταν η Φ. Κ., 2] αναφέρει, μεταξύ των άλλων, στο διατακτικό της ότι "α] η κατηγορούμενη Μ. Ν. εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα, κατά τη συζήτηση της υπό στοιχείο 1 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησε ο κατηγορούμενος Σ. Φ. ... β] ο κατηγορούμενος Σ. Φ. προκάλεσε στη Μ. Ν. την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη, της υπό στοιχείο 1 αίτησής του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, να καταθέσει τα διαλαμβανόμενα στο υπό στοιχείο 4 ψευδή γεγονότα, ενώ ο ίδιος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας αυτών. "είναι απορριπτέες, η μεν πρώτη διότι η εσφαλμένη αναγραφή του ονοματεπωνύμου της καθής η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν καθιστά αόριστη την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δε δεύτερη διότι, η αρίθμηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων [με αριθμό 1] που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων και των ψευδών γεγονότων [με αριθμό 4] που κατέθεσε η κατηγορουμένη Ν., κατόπιν προτροπής του τελευταίου, καμία ασάφεια δεν επιφέρουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι σαφώς αναγράφεται σ' αυτήν ότι α] στις 27-10-2004 η Ν. κατέθεσε ενόρκως στο Ειρηνοδικείο επί της [μοναδικής] αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησε ο Φ., β] η κατηγορούμενη Ν. εξεταζόμενη ενόρκως στο Ειρηνοδικείο, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα .. το είχε ο πατέρας του που το καλλιεργούσε, το φύτευε από το 1960, μετά δε το πήρε ο γυιός του, το είχε περιφράξει, το καθάριζε, βάζει λουλούδια και έχει κάνει θέση πάρκιγκ. Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-5-2012 αίτηση του Σ. Φ. του Κ., περί αναιρέσεως της με αριθμό 1785/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ