Αριθμός 556/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Τ. του Γ., 2.Ε. θυγ. Γ. Τ., συζ. Γ. Τ. και 3. Ε. χας Γ. Τ., κατοίκων ... και προσωρινώς … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπελούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Όλγα Πασχάλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18 Μαρτίου 2004 και 14-3-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσειόντων αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 418/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 20/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Ιουλίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στην δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ,Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε σε σχέση με τον εξεταζόμενο λόγο ότι ο εργολάβος (ήδη αναιρεσίβλητος) παρέδωσε στους εργοδότες το έργο ολοκληρωμένο, όπως είχε συμφωνηθεί, χωρίς ελαττώματα και ελλείψεις, στις 25-1-2000, οπότε και το παρέλαβαν και ότι οι τελευταίοι όφειλαν να του καταβάλουν με τους νόμιμους τόκους έκτοτε το ποσό των 54.981,86 ευρώ που αποτελεί μέρος της αμοιβής του που δεν του είχαν καταβάλει μέχρι τότε, αφού το μέρος τούτο δεν είχε πιστωθεί με τον ορισμό μεταγενέστερης ημεροχρονολογίας καταβολής του. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι δεν συντρέχει λόγος μείωσης της αμοιβής του ενάγοντος και αφού απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στον ενάγοντα την οφειλόμενη αμοιβή με τους νόμιμους τόκους από 26-1-2000 . Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 688,689 και 690 Α.Κ. διά της μη εφαρμογής τους καθόσον με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών , ούτε δε την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 694 Α.Κ. καθόσον με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα και οι φωτογραφίες που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τις 33 φωτογραφίες που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ο σχετικός περί ελαττωμάτων και ελλείψεων του έργου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθεισα του όρου έννοια αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (αμφισβητείται η εκτέλεση ορισμένων εργασιών) οι οποίοι και αποκρούστηκαν εκ του πράγματος. Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 183,176 Κ.ΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2011 αίτηση των: 1)Φ. Τ., 2)Ε. Γ. Τ. συζ.Γ. Τ. και 3)Ε. χήρας Γ. Τ. για αναίρεση της υπ'αριθ.20/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013 . Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ