Αριθμός 1590/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A3' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη-Εισηγητή, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος Ε. Α. του Ν., κατοίκου Π. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Παπαβασιλείου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, 2)Κέντρου Ταμείου Γ. Κ. και Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/12/2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ……... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 951/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/10/2016 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 157 /2023 Πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 674/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 30-6-2016 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 157/2023 Πράξη του Προέδρου του Α 3 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 07.02.2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Παγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερίκου. Στο άρθρο 61 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος" και πριν την τροποποίηση των διατάξεων των παραγράφων 2, 4 και 6 αυτού, δυνάμει του άρθρου 326 παρ.2 του Ν.4072/2012, ορίζονταν τα εξής: α) στην παρ. 1, και όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 2 του ν.δ. 996/1971, ότι εναντίον εκείνου που επιχειρεί εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, σε δημόσια, δημοτικά, κοινοτικά, μοναστηριακά ή σε αυτά που ανήκουν γενικά σε ιδρύματα, δάση, αναδασωτέες εκτάσεις, χορτολιβαδικά εδάφη και μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή μερικώς δασοσκεπή λιβάδια και χορτολιβαδικά εδάφη, και άσχετα από τον χρόνο κατά τον οποίο επιχειρήθηκαν οι πράξεις αυτές, συντάσσεται και κοινοποιείται από τον αρμόδιο Διευθυντή Δασών ή Νομοδασάρχη ή Δασάρχη πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Με το πρωτόκολλο προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και χορτολιβαδικών εδαφών, βεβαιώνεται από το Διευθυντή Δασών ή Νομοδασάρχη ή Δασάρχη κατά του καταλαβόντος και υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γ., Κ. και Δ., η εις βάρος του Δημοσίου "τυχόν επελθούσα ζημία", ως και το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως χρήσεως, β) στην παρ. 2, όπως το τελευταίο εδάφιό της είχε προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου 24 του Ν. 248/1976, ότι η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ασκείται κατά του Δημοσίου ή κατά των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στα οποία ανήκει η έκταση, όπου επιχειρείται η παράνομη ενέργεια, απευθύνεται δε ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου, με βάση την τοποθεσία του ακινήτου. Στην άσκηση της ανακοπής αυτής νομιμοποιείται μόνο αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι κύριος της εκτάσεως από την οποία έχει αποβληθεί φέροντας και το βάρος της αποδείξεως του ισχυρισμού του, γ) στην παρ. 4, ότι κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά της αποφάσεως του οποίου δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο, και δ) στην παρ. 7, όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 996/1971, ότι η απόφαση επί της ανακοπής δεν εμποδίζει την επιδίωξη των "εκατέρωθεν δικαιωμάτων" κατά την τακτική διαδικασία. Κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 4 του ίδιου άρθρου, το Ειρηνοδικείο και - κατ' έφεση - το Μονομελές Πρωτοδικείο, αποφαίνεται με την ίδια απόφαση και για την αποζημίωση χρήσεως που τυχόν επιβλήθηκε με το πρωτόκολλο. Περαιτέρω, με το άρθρο 326 παρ. 2 του προαναφερθέντος Ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11.04.2012 (ΦΕΚ Α` 86/11.04.2012 σε συνδυασμό με άρθρο 330 παρ.2 του άνω νόμου), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 2, 4 και 6 του άνω άρθρου 61 του ν.δ. 86/1969 και στη μεν παρ.2 ορίστηκε ότι η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ασκείται κατά του Δημοσίου ή κατά των νομικών προσώπων της παρ.1, στην οποία ανήκει η έκταση επί της οποίας επιχειρείται η παράνομη ενέργεια και απευθύνεται στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, στη δε παρ.4 ρητά απαγορεύθηκε η άσκηση ένδικου μέσου κατά της αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου. Ορίστηκε, επίσης, ότι σε περίπτωση, κατά την οποία, η απόφαση που εκδίδεται ακυρώνει το πρωτόκολλο, για λόγους που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή του κτήματος, ο ανακόπτων οφείλει να ασκήσει τακτική αγωγή εντός ενενήντα ημερών από την επίδοση της αποφάσεως, άλλως το πρωτόκολλο παραμένει σε ισχύ και εκτελείται. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ` αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ` αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ΝΔ 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρο 6 παρ. 1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (ΑΠ 484/2021, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014). Ο περιορισμός αυτός της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων επί αυτών των υποθέσεων, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δικαιολογείται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 326 παρ. 2 του νόμου 4072/2012, επειδή οι εν λόγω υποθέσεις είναι νομικά απλές, με την έννοια ότι η επ` αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων, ότι επιτυγχάνεται περιορισμός περιττής επιβάρυνσης των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήματα, που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή των κτημάτων επιλύονται μόνο κατά την τακτική διαδικασία, δεν είναι δε δυσανάλογος και δεν αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας(ΑΠ 484/2021,ΑΠ 1045/2019). Κατ` ακολουθία τούτων, κατά μεν των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων, που δίκασαν κατ' έφεση, ανακοπές κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, υπό την προισχύσασα διάταξη του άρθρου 61 παρ.4 του ν.δ. 86/1967, απαγορεύεται η άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης (ΑΠ 872/2010, ΑΠ 951/2000), κατά δε των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων, που δικάζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, τέτοιας φύσεως ανακοπές, υπό την ισχύ, δηλαδή, του άρθρου 326 παρ.2 του Ν.4072/2012, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης. Εξάλλου, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, κατ` άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων, περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης, που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και, συνεπώς, με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας(ΑΠ 1142/2023, ΑΠ 1045/2019, ΑΠ 668/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 30.10.2016 αίτηση αναίρεσης ζητείται να αναιρεθεί η 951/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο, αφού δίκασε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης ενώπιόν του 606/31.05.2010 έφεση των αναιρεσιβλήτων (επιτρεπτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο υπό τις προϊσχύσασες του Ν.4072/2012 διατάξεις του άρθρου 61 παρ.4 του ν.δ.86/1967, ως ανωτέρω) κατά της υπ' αριθμ. 93/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου …………… (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 26.12.2006 ανακοπή του αναιρεσείοντος και είχε ακυρωθεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 4585/29.11.2006 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και καθορισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 31.12.2013, δηλαδή υπό την ισχύ του άρθρου 326 παρ.2 του Ν.4072/2012, δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Πρέπει, επίσης να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων που υποβλήθηκε με τις ενώπιον αυτού του δικαστηρίου από 02.11.2020 έγγραφες προτάσεις τους, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της υπ` αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 40/2012, ΑΠ 479/2012), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.10.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.951/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ