Αριθμός 289/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) ... και 2) ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κράγκαρη, για αναίρεση της με αριθμό 9.553/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Απριλίου 2006. δύο (2) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα απ΄αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για απάτη από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ΄ εξακολούθηση. Για να στηρίξει την καταδικαστική αυτή κρίση του, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Επομένως οι πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της ... και πρώτος και έβδομος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του ...., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι δεν εκτίθεται σ΄ αυτή από ποία αποδεικτικά στοιχεία πείσθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος των υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του ... και της ..., κατά τον οποίο "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέβη το νόμο, δεχθείσα ότι ο μηνυτής υπέστη οικονομία ζημία, αφού είναι γεγονός ότι επιστρέψαμε τα χρήματα τα οποία μας κατέβαλε και δη προς της κατ΄ έφεση δίκης, πράγμα που συνομολόγησε ο μηνυτής", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με τον λόγο αυτόν, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ψέγεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 1, 68 παρ. 2 και 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι αν η πολιτική αγωγή του ζημιωθέντος από αξιόποινη πράξη εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο και αυτό εκδώσει οριστική επ΄ αυτής απόφαση, στη συνέχεια δε ο δικαιούχος της αξιώσεως παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι προεβλήθη αντίρρηση για το λόγο αυτόν κατά της παραστάσεως αυτής ή ότι τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόμιμη, άλλως το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση, εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (Ολ.Α.Π.128/1992). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως του ... και ... πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας επέτρεψε την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος και επιδίκασε σ΄ αυτόν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής βλάβης, παρότι για την ίδια απαίτηση τού είχε επιδικασθεί από το πολιτικό δικαστήριο το ποσό των 600 ευρώ. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν καμιά αντίρρηση κατά της παραστάσεως αυτής, ούτε ανέφεραν ότι η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος είχε κριθεί με απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και παρά ταύτα το Εφετείο επέτρεψε την παράσταση στον πολιτικώς ενάγοντα και επιδίκασε σ΄ αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σε βάρος καθενός από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, το ποσό των 10,67 ευρώ. Επειδή ο τέταρτος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, του ... και της ..., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι δεν δόθηκε ο λόγος στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν εκπροσωπηθεί στη δίκη από συνήγορο, να απολογηθούν ούτε στο τέλος της διαδικασίας για να προβούν σε συμπληρώσεις και διευκρινίσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο τελευταίος ούτε απολογείται για λογαριασμό του κατηγορουμένου, ούτε δίδεται σ΄ αυτόν ο λόγος στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 368 Κ.Π.Δ. για συμπληρώσεις και διευκρινίσεις. Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 και 510 του Κ.Π.Δ. το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να περιλάβει οίκοθεν στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το γιατί δεν χορήγησε στον κατηγορούμενο μία ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, από εκείνες που ενδεικτικά προβλέπονται στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. ή θεμελιώνονται σε άλλη διάταξη νόμου. Όμως εφόσον υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ΄ αυτόν ελαφρυντικής περιστάσεως, το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο σαν τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων ζήτησε να αναγνωρισθούν στον πρώτο απ΄ αυτούς ... "τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2δ΄ και 2ε΄", χωρίς και να επικαλεσθεί τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά. Ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αόριστος, με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση για το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει σ΄ αυτόν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. πέμπτος λόγος της μεν υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του ... πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, της δε υπό κρίση αναιρέσεως της ... ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού κατά τα προεκτεθέντα αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων δεν προβλήθηκε απ΄ αυτήν. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ΄ αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως της ... πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση "διότι δεν χορηγήθηκε αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής καίτοι εδικαιούτο η αναιρεσείουσα". Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σαφή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Μετά ταύτα οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 27.4.2006 αιτήσεις των ..., για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 9.553/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ..., που ορίζεται και για τους δύο σε πεντακόσια (500) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ